א Álef
2.0 Esse capítulo é um poema acróstico no qual cada verso começa com uma letra em ordem sucessiva do alfabeto hebraico. 1 O Senhor cobriu a Filha de Sião
com a nuvem da sua ira!2.1 Ou Como o Senhor em sua ira tem tratado a Filha de Sião com desprezo.
Lançou por terra o esplendor de Israel,
que se elevava para os céus;
não se lembrou do estrado dos seus pés
no dia da sua ira.
ב Bêt
2 O Senhor devorou sem piedade
todas as habitações de Jacó;
na sua ira, destruiu
as fortalezas da Filha de Judá.
Derrubou ao chão e desonrou
o seu reino e os seus líderes.
ג Guímel
3 Na sua flamejante ira,
anulou todo o poder2.3 Hebraico: chifre; também no versículo 17. de Israel.
Retirou a sua mão direita
diante da aproximação do inimigo.
Queimou em Jacó como um fogo ardente
que consome tudo ao redor.
ד Dálet
4 Como um inimigo, preparou o seu arco;
como um adversário, a sua destra está pronta.
Ele massacrou tudo o que era
agradável contemplar;
derramou a sua ira como fogo
sobre a tenda da Filha de Sião.
ה Hê
5 O Senhor tornou-se como um inimigo;
ele devorou Israel.
Devorou todos os seus palácios
e destruiu as suas fortalezas.
Fez multiplicar os prantos e as lamentações
da Filha de Judá.
ו Vav
6 Ele destroçou a sua morada como se fosse um simples jardim;
destruiu o seu local de reuniões.
O Senhor fez esquecidas em Sião
as suas festas fixas e os seus sábados;
no seu grande furor,
rejeitou o rei e o sacerdote.
ז Záin
7 O Senhor rejeitou o seu altar
e abandonou o seu santuário.
Entregou nas mãos dos inimigos
os muros dos seus palácios,
e eles deram gritos na casa do Senhor,
como fazíamos em dias de festa.
ח Hêt
8 O Senhor está decidido
a derrubar os muros da Filha de Sião.
Esticou a linha de medir
e não poupou a sua mão destruidora.
Fez que muralhas e muros se lamentassem;
juntos eles desmoronaram.
ט Têt
9 As suas portas caíram por terra;
ele quebrou e destruiu as suas trancas.
O seu rei e os seus líderes
foram exilados para diferentes nações,
e a lei já não existe;
os seus profetas já não recebem
visões do Senhor.
י Iôd
10 Os líderes da Filha de Sião
sentam-se no chão em silêncio;
lançam pó sobre a cabeça
e se vestem com pano de saco.
As moças de Jerusalém
inclinam a cabeça até o chão.
כ Caf
11 Os meus olhos estão cansados de chorar,
a minha alma está atormentada,
o meu coração se derrama,
porque o meu povo está destruído,
porque crianças e bebês desmaiam
pelas ruas da cidade.
ל Lâmed
12 Eles clamam às suas mães:
"Onde estão o pão e o vinho?",
ao mesmo tempo em que desmaiam
pelas ruas da cidade, como os feridos,
e a sua vida se desvanece
no colo materno.
מ Mem
13 Que posso dizer a seu favor?
Com quem posso comparar você, ó Filha de Jerusalém?
A quem posso assemelhar você,
a fim de a consolar,
ó Virgem Filha de Sião?
A sua ferida é tão profunda quanto o oceano;
quem pode curá-la?
נ Nun
14 As visões dos seus profetas a seu respeito
eram falsas e inúteis;
eles não expuseram o seu pecado
para evitar o seu cativeiro.
As mensagens que eles anunciaram a você
eram falsas e enganosas.
ס Sâmeq
15 Todos os que cruzam o seu caminho
batem palmas contra você;
eles zombam e meneiam a cabeça
diante da cidade de Jerusalém:
"É esta a cidade que era chamada
a perfeição da beleza,
a alegria de toda a terra?".
פ Pê
16 Todos os seus inimigos escancaram
a boca contra você;
eles zombam, rangem os dentes
e dizem: "Nós a devoramos.
Este é o dia que esperávamos;
eis que vivemos até vê-lo chegar!".
ע Áin
17 O Senhor fez o que planejou;
cumpriu a sua palavra
que decretou há muito tempo.
Derrubou tudo sem piedade,
permitiu que o inimigo zombasse de você,
exaltou o poder dos seus adversários.
צ Tsade
18 O coração do povo
clama ao Senhor.
Ó muro da Filha de Sião,
que as suas lágrimas corram como um rio,
de dia e de noite!
Não se permita nenhum descanso,
nem dê repouso à menina dos seus olhos.
ק Côf
19 Levante-se, grite no meio da noite,
quando começam as vigílias noturnas.
Derrame o seu coração como água
na presença do Senhor.
Levante a ele as suas mãos
em favor da vida dos seus filhos,
que desmaiam de fome
nas esquinas de todas as ruas.
ר Rêsh
20 "Olha, Senhor, e considera:
A quem trataste dessa maneira?
Deverão as mulheres comer os próprios filhos,
que elas criaram com tanto amor?
Deverão os profetas e os sacerdotes
ser assassinados no santuário do Senhor?
ש Sin e Shin
21 "Jovens e velhos espalham-se
em meio ao pó das ruas;
as minhas virgens e os meus jovens
caíram mortos à espada.
Tu os sacrificaste no dia da tua ira;
tu os mataste sem piedade.
ת Tav
22 "Como se faz convocação para um dia de festa,
convocaste contra mim pavores por todos os lados.
No dia da ira do Senhor,
ninguém escapou nem sobreviveu;
aqueles dos quais eu cuidava e que eu fiz crescer,
o meu inimigo os destruiu."
Οι θλίψεις της Σιών προέρχονται από τον Κύριο
1 Αλίμονο, πώς εξευτέλισε ο Κύριος πάνω στο θυμό του
την πόλη της Σιών!
Τη δόξα του Ισραήλ την έριξε από τον ουρανό στη γη·
τη μέρα της οργής του δεν λογάριασε
του θρόνου του το υποπόδιο –το ναό.
2 Ο Κύριος δίχως οίκτο κατέστρεψε όλα του Ιακώβ τα κτήματα·
γκρέμισε πάνω στο θυμό του τα οχυρά του λαού του Ιούδα·
έριξε κάτω στο έδαφος και ταπείνωσε
το βασιλιά τους και τους άρχοντές του.
3 Θυμό γεμάτος τσάκισε
όλη του Ισραήλ τη δύναμη·
το χέρι το δεξί του το αποτράβηξε,
όταν ήρθε ο εχθρός
και άναψε στον Ιακώβ φωτιά μεγάλη,
που όλα τριγύρω τα εξαφάνισε.
4 Τέντωσε σαν εχθρός το τόξο του,
το βέλος στέριωσε στο χέρι το δεξί του
και σαν αντίπαλος χτύπησε
καθετί που τα μάτια μας ευχαριστούσε·
σαν φωτιά το θυμό του ξέχυσε
στη σκηνή πάνω της πόλης της Σιών.
5 Ο Κύριος σαν εχθρός μας έγινε!
Κατέστρεψε τον Ισραήλ,
κατέστρεψε όλα του τ’ ανάκτορα,
γκρέμισε τα οχυρά του,
κι έφερε στο λαό του Ιούδα
θλίψεις και στεναγμούς.
6 Ξήλωσε το ναό του σαν να ήταν παράγκα σε κήπο,
διέλυσε τη γιορταστική σύναξή του.
Ο Κύριος έκανε το λαό της Σιών
να λησμονήσει και γιορτές και Σάββατα,
και στην έξαψη πάνω της οργής του
αποδοκίμασε και το βασιλιά και τους ιερείς.
7 Ο Κύριος κατεδάφισε το θυσιαστήριό του,
το ναό του τον περιφρόνησε,
σε χέρια εχθρικά παρέδωσε
της πόλης τα τείχη.
Φωνές εχθρών ακούστηκαν στον οίκο του Κυρίου,
όπως ηχούσαν τον καιρό της δικής μας γιορτής.
8 Ο Κύριος είχε σκεφτεί το τείχος να γκρεμίσει
της πόλης της Σιών·
τέντωσε γύρω της σχοινί με αποφασιστικότητα,
ώσπου να φέρει την καταστροφή.
Έκανε και το πρόχωμα και το τείχος να πενθήσουν·
έπεσαν και τα δυο μαζί.
9 Οι πύλες της Σιών σωριάστηκαν στη γη·
τους μοχλούς της τους κομμάτιασε.
Ο βασιλιάς κι οι άρχοντές της βρίσκονται
αιχμάλωτοι ανάμεσα στα έθνη·
οι ιερείς της πια το νόμο δεν διδάσκουν·
ούτε οι προφήτες της παίρνουν αποκαλύψεις
με οράματα απ’ τον Κύριο.
10 Οι πρεσβύτεροι της Σιών
κάθονται χάμω σιωπηλοί,
ρίχνουνε στάχτη πάνω στο κεφάλι τους,
φοράνε ρούχα πένθιμα.
Οι κόρες της Ιερουσαλήμ
με θλίψη γέρνουν το κεφάλι τους στη γη.
11 Τα μάτια μου μαράθηκαν από τα δάκρυα,
αναταράχτηκαν τα σπλάχνα μου,
δεν μπορώ να κρύψω την απελπισία μουδεν μπορώ... απελπισία μου. Ή: «ξεχύθηκε το συκώτι μου στη γη».
μπρος στου λαού μου την κατάρρευση,
ενώ πεθαίνουνε τα βρέφη και τα νήπια
στης πολιτείας τα σοκάκια.
12 Φωνάζουν στις μανάδες τους,
γιατί πεινάνε και διψούν·
σαν τους τραυματίες λιποθυμούν
στης πολιτείας τα σοκάκια,
και ξεψυχούν στην αγκαλιά της μάνας τους.
13 Αγαπημένη Ιερουσαλήμ, με τι να σε συγκρίνω;
με τι να πω πως είσαι όμοια;
και με τι να σε παραβάλω
και πώς να σε παρηγορήσω, πόλη της Σιών;
Η συμφορά σου είναι μεγάλη σαν τη θάλασσα·
ποιος θα μπορούσε απ’ αυτήν να σε γιατρέψει;
14 Όσα οι προφήτες σου είδανε για σένα
ήταν οράσεις ψεύτικες κι απατηλές.
Δε σου φανέρωσαν την ανομία σου,
για ν’ αποτρέψουν έτσι την αιχμαλωσία σου,
αλλά σου δώσαν ψεύτικους χρησμούς, παραπλανητικούς.
15 Όλοι όσοι περνούν στο δρόμο κατά ’δω
χτυπούν χαιρέκακα τα χέρια τους,
κουνάνε το κεφάλι για τα ερείπια της Ιερουσαλήμ
σιγανά τραγουδώντας:
«Αυτή είναι η πόλη που την ονομάζανε
της ομορφιάς αποκορύφωμα,
χαρά όλης της γης;»
16 Όλοι οι εχθροί σου σε κακολογούν·
σφυρίζουν, τρίζουνε τα δόντια
και φωνάζουν:
«Την καταστρέψαμε! Αυτή είναι η ημέρα
που περιμέναμε·
ήρθε, την είδαμε!»
17 Ο Κύριος έκανε ό,τι είχε αποφασίσει,
ξεπλήρωσε τις απειλές
που είχε εξαγγείλει από καιρό·
ανελέητος όλα τα κατέστρεψε,
έκανε τον εχθρό σου να χαρεί για σένα,
τους αντιπάλους σου τους έκανε να θριαμβεύσουν.
18 Πόλη της Σιών, τα τείχη σου ας φωνάξουνε
στον Κύριο να σ’ ελεήσει!ας... ελεήσει, η πιθανή απόδοση. Το εβρ. έχει: «Οι καρδιές τους φωνάζουν στον Κύριο, τείχος της Ιερουσαλήμ.
Άσε να τρέξουνε σαν χείμαρρος
μέρα και νύχτα ακούραστα τα δάκρυά σου,
τα μάτια σου χωρίς σταματημό.
19 Σήκω πάλι και πάλι μες στη νύχταΣήκω... νύχτα. Κατά λ. «Σήκω όταν αρχίζει η κάθε βάρδια τη νύχτα». Οι Εβραίοι χώριζαν τη νύχτα σε τρεις «βάρδιες».
και πες τον πόνο σου στον Κύριο.
Ξέχυσε την καρδιά σου σαν νερό μπροστά του,
ύψωσε προς αυτόν δεητικά τα χέρια σου,
και παρακάλεσε για των παιδιών σου τη ζωή,
για τα παιδιά που από την πείνα ξεψυχούν
στις άκριες των δρόμων.
20 Κοίταξε, Κύριε, και δες σε ποιον τα έκανες αυτά!
Ήταν σωστό να τρώνε οι γυναίκες τα παιδιά τους
που τα γεννήσαν και τα περιποιήθηκαν;
να θανατώνονται οι ιερείς και οι προφήτες
και μάλιστα μες στο αγιαστήριό σου;
21 Παιδιά και γέροντες είναι στο χώμα ξαπλωμένοι·
το ξίφος θέρισε τα παλικάρια και τις κοπελιές μου·
τη μέρα της οργής σου τους θανάτωσες,
χωρίς συμπόνια τους σφαγίασες.
22 Σαν να ’τανε μέρα γιορτής
από παντού τους φοβερούς εχθρούς μου
μάζεψες,
κι ούτ’ ένας δεν διασώθηκε ούτε ξέφυγε,
τη μέρα, Κύριε, της οργής σου.
Όλα μου τα παιδιά που τα μεγάλωσα και τα περιποιήθηκα
ο εχθρός μού τα εξολόθρεψε.