א Álef
1.0 Esse capítulo é um poema acróstico no qual cada verso começa com uma letra em ordem sucessiva do alfabeto hebraico. 1 Como se senta solitária a grande cidade,
antes tão cheia de gente!
Como se parece com uma viúva
a que antes era grandiosa entre as nações!
A que era a princesa das províncias
tornou-se, agora, uma escrava.
ב Bêt
2 Chora amargamente durante a noite,
e as lágrimas rolam pelo rosto.
De todos os seus amantes,
nenhum a consola.
Todos os seus amigos a traíram;
tornaram-se seus inimigos.
ג Guímel
3 Em aflição e sob trabalhos forçados,
Judá foi levada ao exílio.
Vive entre as nações,
sem encontrar repouso.
Todos os seus perseguidores a capturaram
em meio ao seu desespero.
ד Dálet
4 Os caminhos para Sião pranteiam,
porque ninguém comparece às suas festas fixas.
Todas as suas portas estão desertas,
os seus sacerdotes gemem,
as suas moças se entristecem,
e ela se encontra amargurada.
ה Hê
5 Os seus adversários são os seus chefes,
e os seus inimigos estão tranquilos.
O Senhor lhe trouxe tristeza
por causa dos seus muitos pecados.
Os seus filhos foram levados para o exílio,
prisioneiros dos adversários.
ו Vav
6 Todo o esplendor fugiu
da Filha de Sião.
Os seus líderes são como cervos
que não encontram pastagem;
sem forças, fugiram
diante do perseguidor.
ז Záin
7 Nos dias da sua aflição e do seu desnorteio,
Jerusalém se lembra de todos os tesouros
que lhe pertenciam nos tempos passados.
Quando o seu povo caiu nas mãos do inimigo,
ninguém veio ajudá-la.
Os seus inimigos olharam para ela
e zombaram da sua queda.
ח Hêt
8 Jerusalém cometeu graves pecados;
por isso, tornou-se impura.
Todos os que antes a honravam agora a desprezam,
porque viram a sua nudez;
ela mesma geme e se desvia deles.
ט Têt
9 A sua impureza prende-se às suas saias;
ela não esperava que chegaria o seu fim.
A sua queda foi surpreendente;
ninguém veio consolá-la.
"Olha, Senhor, para a minha aflição,
pois o inimigo triunfou."
י Iôd
10 O adversário saqueia
todos os seus tesouros;
ela viu nações pagãs
entrarem no seu santuário,
apesar de teres proibido
que participassem das tuas assembleias.
כ Caf
11 Todo o seu povo se lamenta
enquanto vai em busca de pão;
e, para sobreviverem,
trocam tesouros por comida.
"Olha, Senhor, e considera,
pois tenho sido desprezada."
ל Lâmed
12 "Vocês não se comovem, todos vocês que passam por aqui?
Olhem ao redor e vejam
se há sofrimento maior
do que o que me foi imposto,
que o Senhor trouxe sobre mim
no dia em que se acendeu a sua ira.
מ Mem
13 "Do alto ele fez cair fogo
sobre os meus ossos.
Armou uma rede para os meus pés
e me derrubou de costas.
Deixou-me desolada
e desfalecida o dia todo.
נ Nun
14 "Os meus pecados foram atados a um jugo;1.14 Conforme o Texto Massorético. A Septuaginta e muitos manuscritos hebraicos trazem Ele mantém vigilância sobre os meus pecados.
as suas mãos os ataram juntos
e os colocaram no meu pescoço;
o Senhor abateu a minha força.
Ele me entregou àqueles
que não consigo vencer.
ס Sâmeq
15 "O Senhor dispersou do meu meio
todos os meus guerreiros;
convocou um exército contra mim
para destruir1.15 Ou estabeleceu um tempo para mim, quando destruirá. os meus jovens.
O Senhor pisou no seu lagar
a Virgem Filha de Judá.
ע Áin
16 "É por isso que eu choro;
as lágrimas inundam os meus olhos.
Ninguém está por perto para consolar-me,
não há ninguém que restaure o meu ânimo.
Os meus filhos estão desamparados
porque o inimigo prevaleceu."
פ Pê
17 Sião estende as suas mãos,
mas não há quem a console.
O Senhor decretou que os vizinhos de Jacó
se tornem seus adversários;
Jerusalém tornou-se
coisa imunda entre eles.
צ Tsade
18 "O Senhor é justo,
mas eu me rebelei contra a sua ordem.
Ouçam, todos os povos;
olhem para o meu sofrimento.
As minhas moças e os meus jovens
foram para o exílio.
ק Côf
19 "Chamei os meus amantes,
mas eles me traíram.
Os meus sacerdotes e os meus líderes
pereceram na cidade,
quando procuravam comida
para poderem sobreviver.
ר Rêsh
20 "Vê, Senhor, como estou angustiada!
Estou atormentada no íntimo,
no meu coração me perturbo,
pois tenho sido muito rebelde.
Lá fora, a espada consome os filhos;
dentro, impera a morte.
ש Sin e Shin
21 "Os meus lamentos têm sido ouvidos,
mas não há ninguém que me console.
Todos os meus inimigos sabem da minha agonia;
eles se alegram com o que fizeste.
Quem dera trouxesses o dia que anunciaste
para que eles ficassem como eu!
ת Tav
22 "Que toda a maldade deles
seja conhecida diante de ti.
Faz com eles o que fizeste comigo
por causa de todos os meus pecados.
Os meus gemidos são muitos,
e o meu coração desfalece."
Θλίψη για την αιχμαλωσία της Σιών
1 Αχ, αλίμονο, πώς έμεινε έρημη
η πόλη που είχε άλλοτε τόσο πολύ λαό!
Αυτή που ήταν ονομαστή στα έθνη ανάμεσα
απόμεινε σαν χήρα·
των πόλεων η πριγκίπισσα υποδουλώθηκε.
2 Κλαίει και κλαίει όλη τη νύχτα αδιάκοπα,
τα δάκρυα τα μάγουλά της αυλακώνουν.
Απ’ όλους που την αγαπήσανε κανείς
δε βρίσκεται να την παρηγορήσει.
Όλοι οι φίλοι της την εγκατέλειψαν·
της έγιναν εχθροί.
3 Μετά τη θλίψη και το βάρος της δουλείας,
ο λαός του Ιούδα στην αιχμαλωσία σύρθηκε.
Τώρα μένει στα έθνη ανάμεσα και ησυχία δε βρίσκει·
οι διώκτες του τον φέραν σε αδιέξοδο
τον πίεσαν σκληρά.
4 Οι δρόμοι που οδηγούνε στη Σιών πενθούν,
γιατί κανείς πια στις γιορτές δεν έρχεται.
Ερημωθήκαν όλες της οι πύλες,
οι ιερείς της πικρά αναστενάζουνε,
θλίβονται οι κόρες της,
κι η ίδια πολύ είναι πικραμένη.
5 Οι αντίπαλοί της πάνω της κυριάρχησαν,
οι εχθροί της ζουν ευτυχισμένοι,
γιατί ο Κύριος την ταλαιπώρησε για τις πολλές της ανομίες.
Τα νεαρά παιδιά της τα ’διωξε ο εχθρός
και πορευθήκαν στην αιχμαλωσία.
6 Κι η πόλη της Σιών όλη τη δόξα της την έχασε·
οι άρχοντές της γίνανε σαν ελάφια
που δε βρίσκουν τροφή·
κι είναι σχεδόν χαμένη η δύναμή τους,
καθώς τρέχουνε να ξεφύγουν απ’ το διώκτη τους.
7 Η Ιερουσαλήμ στης δυστυχίας της
και στης κατάπτωσης τις μέρες
θυμάται όλη τη λαμπρότητα
που είχε τον παλιό καιρό.
Όταν όμως ο λαός της έπεσε στα χέρια του εχθρού
ούτ’ ένας δεν βρέθηκε να τη βοηθήσει.
Την κοίταζαν οι εχθροί της και γελούσαν
βλέποντας την κατάντια της.
8 Η Ιερουσαλήμ αμάρτησε πολύ,
γι’ αυτό κι έγινε καταγέλαστη.
Όλοι όσοι την εκτιμούσαν, τώρα την περιφρονούν,
γιατί βλέπουν τη γύμνια της·
κι αυτή αναστενάζει
κι από την άλλη στρέφεται μεριά.
9 Το φόρεμά της φέρνει τα ίχνη της ντροπής της·
τέτοιο τέλος δεν τό ’χε ποτέ φανταστεί.
Έπεσε τόσο χαμηλά, χωρίς ούτ’ ένας να βρεθεί
να την παρηγορήσει.
Φωνάζει η πόλη: «Κύριε, δες τη θλίψη μου·
άκου τον πώς καυχιέται ο εχθρός μου!»
10 Ο εχθρός το χέρι του άπλωσε
σ’ όλους τους θησαυρούς της·
κι αυτή είδε το ναό της να πατούν,
τα έθνη εκείνα που είχε προστάξει ο Κύριος
να μη μπουν μέσα στην κοινότητά του.
11 Αναστενάζουν όλοι της οι κάτοικοι,
ψωμί ζητούν·
δίνουνε τα στολίδια τους, για να ’βρουν τροφή,
έτσι που στη ζωή να κρατηθούνε.
Η πόλη φωνάζει: «Κύριε, κοίταξε,
δες πόσο είμαι καταφρονεμένη!»
12 Κράζει προς τους διαβάτες:
«Αχ, όλοι εσείς, κοιτάξτε με και πέστε αν υπάρχει
πόνος σαν το δικό μου πόνο, που μου εδόθη,
και που μ’ αυτόν ο Κύριος με βασάνισε
τη μέρα της φοβερής του οργής.
13 Από ψηλά έριξε φωτιά στα κόκαλά μου
και τα κατέστρεψε·
δίχτυ στα πόδια μου άπλωσε,
κάτω με πέταξε, μ’ έκανε νά υποφέρω,
για πάντα να πονώ.
14 Έκανε ο Κύριος ζυγό τις αμαρτίες μου,
τις έσφιξε γερά απάνω στο λαιμό μου,
έτσι η δύναμή μου ατόνησε.
Ο Κύριος με παρέδωσε στα χέρια εκείνων,
που δεν μπορώ να τους αντισταθώ.
15 Ο Κύριος μακριά μου απέρριψε
όλους τους άντρες μου, τους ισχυρούς·
πλήθος συγκέντρωσε εναντίον μου,
για να συντρίψει τους πολεμιστές μου.
Πάτησαν του Ιούδα το λαό
καθώς στο πατητήρι τα σταφύλια.
16 Γι’ αυτό εγώ κλαίω· τα μάτια δάκρυα πλημμυρίζουν,
γιατ’ είναι μακριά μου ο παρηγορητής μου
εκείνος που θα μου ξανάδινε ζωή·
αφανιστήκαν τα παιδιά μου,
γιατί ο εχθρός ήταν πολύ ισχυρός».
17 Τα χέρια της άπλωσε ικετευτικά η Σιών,
αλλά κανείς δεν την παρηγορεί·
ο Κύριος επιστράτευσε στον Ιακώβ ενάντια
τους γύρω του εχθρούς·
η Ιερουσαλήμ έγινε μισητή γι’ αυτούς.
18 «Ο Κύριος έχει δίκιο που έτσι μου φέρεται,
γιατί εναντιώθηκα στους λόγους του.
Ακούστε όμως όλοι εσείς εδώ οι λαοί,
κοιτάξτε με στον πόνο μου.
Οι κοπελιές μου και τα παλικάρια μου
φύγαν για την αιχμαλωσία.
19 Κάλεσα αυτούς που με είχαν αγαπήσει
αλλά με πρόδωσαν·
οι ιερείς μου κι οι πρεσβύτεροί μου
στην πόλη πέθαναν γυρεύοντας τροφή,
για να πάρουν δυνάμεις.
20 Κοίταξε, Κύριε, πόσο πολύ υποφέρω·
φλογίζονται τα σπλάχνα μου,
μέσα μου αναταράζεται η καρδιά μου,
τόσο πολύ που σου εναντιώθηκα.
Έξω αφανίζει τα παιδιά μου το ξίφος,
και μέσα το θανατικό.
21 Οι εχθροί μου μ’ άκουσαν ν’ αναστενάζω!
Αλλά κανείς να με παρηγορήσει δεν υπάρχει.
Όλοι τους άκουσαν και χάρηκαν
για την καταστροφή που μου προξένησες εσύ.
Ας έρθει η ημέρα που εξάγγειλες,
για να υποφέρουνε κι αυτοί όπως εγώ.
22 Μην παραβλέψεις την κακία τους· Κύριε,
και σ’ αυτούς κάνε ότι έκανες σ’ εμένα,
για όλες τις αμαρτίες μου.
Γιατί πολλοί ’ναι οι αναστεναγμοί μου,
κι είν’ η καρδιά μου ανήμπορη».