A queda de Nínive
1 O destruidor avança contra você, Nínive!
Guarde a fortaleza;
vigie a estrada;
prepare a resistência;
reúna todas as suas forças.
2 O Senhor restaurará o esplendor de Jacó;
restaurará o esplendor de Israel,
embora os saqueadores tenham devastado
e destruído as suas videiras.
3 O escudo dos seus soldados é vermelho;
os seus guerreiros se vestem de escarlate.
Os seus carros de guerra reluzem
quando se alinham para a batalha;
agitam-se as lanças de junípero.2.3 A Septuaginta e a Versão Siríaca trazem os cavaleiros correm de um lado para outro.
4 Os carros de guerra percorrem loucamente as ruas
e se cruzam velozmente pelos quarteirões.
Parecem tochas de fogo
e se arremessam como relâmpagos.
5 As suas tropas de elite são convocadas,
mas elas vêm tropeçando;
correm para o muro da cidade
para formar a linha de proteção.
6 As comportas dos canais são abertas,
e o palácio desaba.
7 Está decretado:
A cidade irá para o exílio; será deportada.
As jovens tomadas como escravas batem no peito;
o seu gemer é como o arrulhar das pombas.
8 Nínive é como um açude antigo
cujas águas estão vazando.
"Parem! Parem!", gritam,
mas ninguém sequer olha para trás.
9 Saqueiem a prata!
Saqueiem o ouro!
Não há fim para a sua riqueza,
está repleta de todo tipo de objeto de valor!
10 Devastação! Destruição! Desolação!
O coração se derrete, os joelhos vacilam,
os corpos tremem, e o rosto de todos empalidece.
11 Onde está, agora, a toca dos leões?
O lugar em que alimentavam os seus filhotes,
para onde iam o leão, a leoa
e os leõezinhos, sem nada temer?
12 Onde está o leão
que caçava o bastante para os seus filhotes
e estrangulava animais para as suas leoas,
que enchia a sua cova de presas,
e a sua toca, de vítimas?
13 "Eis que estou contra você",
declara o Senhor dos Exércitos.
"Queimarei no fogo os seus carros de guerra,
e a espada matará os seus leões.
Eliminarei da terra a sua caça,
e a voz dos seus mensageiros
jamais será ouvida."
Όραμα για την καταστροφή της Νινευή
1 Ο Σε ορισμένες μετ. ο στ. 1 του παρόντος κεφ. αριθμείται ως 1:15 και συνεπώς οι στ. 2:1-14 αριθμούνται σ’ αυτές ως 2:1-13. – Ο σκληρός εχθρός είναι πιθανότατα ο βασιλιάς της Ασσυρίας. αγγελιοφόρος με τις καλές ειδήσεις τρέχει κιόλας απάνω στα βουνά, το μήνυμα να φέρει της ειρήνης. Γιόρταζε πάλι τις γιορτές σου, λαέ του Ιούδα! Εκπλήρωσε τα τάματά σου. Δε θα περάσει πια απ’ τη χώρα σου ο σκληρός εχθρός, γιατί έχει ολότελα εξοντωθεί. 2,3 Οι εχθροί ερήμωσαν τη χώρα, τ’ αμπέλια τα ξερίζωσαν. Αλλά ο Κύριος θα ξαναφέρει τον Ισραήλ στην πρωτινή του δόξα.
Έρχεται κιόλας ο χαλαστής να σε χτυπήσει, Νινευή. Ετοιμάσου για τη μάχη! Πάρτε τα όπλα σας! Λάβετε θέσεις! Βάλτε φρουρούς στο δρόμο. 4 Νάτοι έρχονται! Οι ασπίδες των πολεμιστών είναι βαμμένες κόκκινες σαν τη φωτιά. Το ίδιο φλογάτες είναι κι οι στολές τους. Αστραποκοπούν οι άμαξες έτοιμες να ριχτούν στη μάχη και πάλλονται τα δόρατα. 5 Οι άμαξες χιμούν μ’ άγρια ορμή στους δρόμους, αλληλοσυγκρούονται στις πλατείες, λες κι αναμμένοι είναι πυρσοί, αιφνίδιες αστραπές.
6 Μέσα στην πόλη ο βασιλιάς καλεί τους αντρειωμένους. Εκείνοι τρέχουν, μα στο δρόμο τους σκοντάφτουν. Οι πολιορκητές ορμούν στα τείχη· έτοιμη είναι η πολιορκητική τους μηχανή. 7 Οι πύλες προς τους ποταμούςπρος τους ποταμούς. Η Νινευή περιβαλλόταν από τον ποταμό Τίγρη και έναν παραπόταμό του· τα ανάκτορα προστατεύονταν από μια διακλάδωση αυτού του παραποτάμου. ξάφνου ανοίγονται κι οι άνθρωποι του παλατιού τα χάνουν. 8 Οι εχθροί διαπομπεύουν το βασιλιά δημόσια, γυμνώνουν τη βασίλισσα και μακριά τη στέλνουν. Θρηνούνε σαν τα περιστέρια οι δούλες της και στηθοδέρνονται. 9 Όλοι τρέχουν να φύγουν απ’ τη Νινευή, καθώς νερά από σπασμένο φράγμα. «Σταθείτε, σταθείτε!» φωνάζουν· κι ούτε να δει κανείς πίσω του, δε γυρνά. 10 Αρπάξτε ασήμι, πορθητές, χρυσάφι αρπάξτε! Η πόλη είναι γεμάτη θησαυρούς, πληθώρα τα πολύτιμα αντικείμενα. 11 Κούρσεμα, αρπαγή, ξολοθρεμός. Παντού καρδιές σε απόγνωση και γόνατα που τρέμουν, εξαντλημένα σώματα και πρόσωπα ωχρά.
12 Ήσουν κρυψώνα Νινευή, όπου αναπαυόταν το λιοντάριΤο λιοντάρι ήταν το έμβλημα της Νινευή. και τα μικρά του με ασφάλεια. 13 Ξέσκιζε ο λέοντας το θήραμά του, για να το πάει στις λέαινες και στα μικρά του, και να το αποθηκεύσει στης κρυψώνας του τις γωνιές. Εκείνη η κρυψώνα τώρα τι απόγινε;
14 «Φυλάξου! Έρχομαι καταπάνω σου», λέει ο Κύριος του σύμπαντος. «Θα μετατρέψω σε καπνό το πλήθος των κτισμάτων σου.το πλήθος των κτισμάτων σου, σύμφωνα με ένα εβρ. χειρ και αρχαίες μετ. Το εβρ. έχει «τις άμαξές της». Τους νέους σου μαχαίρι θα τους πετσοκόψει, κι ό,τι αρπάξατε απ’ τους άλλους θα το εξαφανίσω από τη χώρα σας. Των αγγελιοφόρων σου η φωνή δε θ’ ακουστεί ξανά».