1 O justo perece,
e o fiel muitas vezes morre cedo,
mas ninguém parece se importar
nem se perguntar por quê.
Ninguém parece entender
que Deus os poupa do mal que virá.
2 Pois quem anda por caminhos íntegros
descansará em paz quando morrer.
3 "Mas vocês, filhos de feiticeiras, venham cá!
Aproximem-se, filhos de adúlteros e de prostitutas!
4 De quem vocês zombam,
fazendo caretas e mostrando a língua?
Vocês são filhos de pecadores e de mentirosos!
5 Adoram seus ídolos com ardente paixão,
debaixo dos carvalhos e de toda árvore verdejante.
Sacrificam os filhos nos vales,
entre as rochas dos desfiladeiros.
6 Seus deuses são as pedras lisas nos vales;
vocês os adoram com ofertas derramadas e ofertas de cereais.
Eles, e não eu, são sua herança;
pensam que tudo isso me agrada?
7 Cometeram adultério em todos os montes altos;
ali adoraram seus ídolos
e foram infiéis a mim.
8 Puseram símbolos pagãos
nos batentes e atrás das portas.
Abandonaram-me
e foram para a cama com esses deuses detestáveis.
Comprometeram-se com eles
e gostam de olhar seus corpos nus.
9 Foram até Moloque,
com óleo de azeite e muitos perfumes,
e enviaram para longe seus mensageiros,
até mesmo ao mundo dos mortos.
10 Cansaram-se de tanto procurar,
mas nunca desistiram.
O desejo renovou suas forças,
de modo que não ficaram exaustos.
11 "Vocês temem esses ídolos?
Eles os apavoram?
Foi por isso que mentiram para mim
e se esqueceram de mim e de minhas palavras?
Foi por causa do meu longo silêncio
que deixaram de me temer?
12 Agora mostrarei a todos essas suas boas obras;
nenhuma delas os ajudará.
13 Vejamos se seus ídolos os salvarão
quando clamarem por socorro.
Até um sopro de vento é capaz de derrubá-los;
basta alguém respirar sobre eles para que tombem!
Mas quem confia em mim herdará a terra
e possuirá meu santo monte."
14 Deus diz: "Preparem o caminho!
Tirem do meio da estrada as rochas e as pedras,
para que meu povo passe!".
15 O Alto e Sublime, que vive na eternidade,
o Santo diz:
"Habito nos lugares altos e santos,
e também com os de espírito oprimido e humilde.
Dou novo ânimo aos abatidos
e coragem aos de coração arrependido.
16 Porque não lutarei contra vocês para sempre,
nem ficarei eternamente irado.
Se o fizesse, todos morreriam,
sim, todos os seres que eu criei.
17 Por causa da cobiça do meu povo,
fiquei furioso e os castiguei.
Afastei-me deles,
mas continuaram a seguir seu caminho obstinado.
18 Tenho visto o que fazem,
mas ainda assim irei curá-los.
Eu os guiarei,
consolarei os que choram,
19 porei em seus lábios palavras de louvor.
Que eles tenham muita paz,
tanto os que estão perto como os que estão longe",
diz o Senhor, que os cura.
20 "Os perversos, porém, são como o mar agitado
que nunca se aquieta
e revolve lama e sujeira sem parar.
21 Para os perversos não há paz",
diz o meu Deus.
Copyright© 2017 por Editora Mundo Cristão. Todos os direitos reservados em língua portuguesa. A Nova Versão Transformadora (NVT) e seu logotipo são marcas registradas. Usados com permissão.
1 Ο δικαιος αποθνησκει και ουδεις βαλλει τουτο εν τη καρδια αυτου· και οι ανδρες ελεους συλλεγονται, χωρις να εννοη τις, αν ο δικαιος συλλεγεται απ' εμπροσθεν της κακιας.2 Θελει εισελθει εις ειρηνην· οι περιπατουντες εν τη ευθυτητι αυτων, θελουσιν αναπαυθη εν ταις κλιναις αυτων.3 Σεις δε οι υιοι της μαγισσης, σπερμα μοιχου και πορνης, πλησιασατε εδω.4 Κατα τινος εντρυφατε; κατα τινος επλατυνατε το στομα, εξετεινατε την γλωσσαν; δεν εισθε τεκνα ανομιας, σπερμα ψευδους,5 φλογιζομενοι με τα ειδωλα υπο παν δενδρον πρασινον, σφαζοντες τα τεκνα εν ταις φαραγξιν, υπο τους κρημνους των βραχων;6 Η μερις σου ειναι μεταξυ των χαλικων των χειμαρρων· ουτοι, ουτοι ειναι η κληρονομια σου· και εις αυτους εξεχεας σπονδας, προσεφερες προσφοραν εξ αλφιτων· εις ταυτα θελω ευαρεστηθη;7 Επι ορους υψηλου και μετεωρου εβαλες την κλινην σου· και εκει ανεβης δια να προσφερης θυσιαν.8 Και οπισω των θυρων και των παραστατων εστησας το μνημοσυνον σου· διοτι εξεσκεπασας σεαυτην αποστατησασα απ' εμου και ανεβης· επλατυνας την κλινην σου και συνεφωνησας μετ' εκεινων· ηγαπησας την κλινην αυτων, εξελεξας τους τοπους·9 υπηγες μαλιστα προς τον βασιλεα με χρισματα και ηυξησας τα αρωματα σου και απεστειλας μακραν τους πρεσβεις σου και εταπεινωσας σεαυτην μεχρις αδου.10 Εκοπιασας εις το μακρος της οδου σου· και δεν ειπας, εις ματην κοπιαζω· ευρηκας το ζην δια της χειρος σου· δια τουτο δεν απεκαμες.11 Και τινα επτοηθης η εφοβηθης, ωστε να ψευσθης και να μη με ενθυμηθης μηδε να θεσης τουτο εν τη καρδια σου; δεν ειναι, διοτι εγω εσιωπησα, μαλιστα προ πολλου, δια τουτο συ δεν με εφοβηθης;12 Εγω θελω απαγγειλει την δικαιοσυνην σου και τα εργα σου· ομως δεν θελουσι σε ωφελησει.13 Οταν αναβοησης, ας σε ελευθερωσωσιν οι συνηγμενοι σου· αλλ' ο ανεμος θελει αφαρπασει παντας αυτους· η ματαιοτης θελει λαβει αυτους· ο ελπιζων ομως επ' εμε θελει κληρονομησει την γην και αποκτησει το αγιον μου ορος.14 Και θελω ειπει, Υψωσατε, υψωσατε, ετοιμασατε την οδον, εκβαλετε το προσκομμα απο της οδου του λαου μου.15 Διοτι ουτω λεγει ο Υψιστος και ο Υπερτατος, ο κατοικων την αιωνιοτητα, του οποιου το ονομα ειναι Ο Αγιος· Εγω κατοικω εν υψηλοις και εν αγιω τοπω· και μετα του συντετριμμενου την καρδιαν και του ταπεινου το πνευμα, δια να ζωοποιω το πνευμα των ταπεινων και να ζωοποιω την καρδιαν των συντετριμμενων.16 Διοτι δεν θελω δικολογει αιωνιως ουδε θελω εισθαι παντοτε ωργισμενος· επειδη τοτε ηθελον εκλειψει απ' εμπροσθεν μου το πνευμα και αι ψυχαι τας οποιας εκαμον.17 Δια την ανομιαν της αισχροκερδειας αυτου ωργισθην και επαταξα αυτον· εκρυψα το προσωπον μου και ωργισθην· αλλα αυτος ηκολουθησε πεισματωδως την οδον της καρδιας αυτου.18 Ειδον τας οδους αυτου και θελω ιατρευσει αυτον· και θελω οδηγησει αυτον και δωσει παλιν παρηγοριας εις αυτον και εις τους τεθλιμμενους αυτου.19 Εγω δημιουργω τον καρπον των χειλεων· ειρηνην, ειρηνην, εις τον μακραν και εις τον πλησιον, λεγει Κυριος· και θελω ιατρευσει αυτον.20 Οι δε ασεβεις ειναι ως η τεταραγμενη θαλασσα, οταν δεν δυναται να ησυχαση· και τα κυματα αυτης εκριπτουσι καταπατημα και πηλον.21 Ειρηνη δεν ειναι εις τους ασεβεις, λεγει ο Θεος μου.