1 Quando levantei os olhos outra vez, vi um homem segurando uma corda de medir. 2 "Aonde você vai?", perguntei.
Ele respondeu: "Vou medir Jerusalém para saber sua largura e seu comprimento".
3 Então o anjo que estava comigo foi se encontrar com outro anjo que vinha em sua direção. 4 O outro anjo disse: "Corra e diga àquele jovem: ‘Um dia Jerusalém ficará tão cheia de pessoas e animais que não haverá muros na cidade, pois não caberão todos dentro dela. 5 Então eu mesmo serei um muro de fogo ao redor de Jerusalém para protegê-la, diz o Senhor. E eu serei a glória no meio da cidade’".
6 O Senhor diz: "Saiam! Fujam da Babilônia, na terra do norte, pois eu os espalhei aos quatro ventos. 7 Saia, povo de Sião exilado na Babilônia!".
8 Depois de um período de glória, o Senhor dos Exércitos me enviou contra as nações que saquearam vocês e disse: "Quem lhes faz mal, faz mal à menina dos meus olhos. 9 Levantarei minha mão para esmagar essas nações, e seus próprios escravos as saquearão". Então vocês saberão que o Senhor dos Exércitos me enviou.
10 O Senhor diz: "Cante e alegre-se, ó bela Sião, pois venho habitar em seu meio. 11 Naquele dia, muitas nações se juntarão ao Senhor, e elas também serão meu povo. Habitarei em seu meio, e vocês saberão que o Senhor dos Exércitos me enviou. 12 A terra de Judá será a propriedade do Senhor na terra santa, e mais uma vez ele escolherá Jerusalém para ser sua cidade. 13 Cale-se diante do Senhor toda a humanidade, pois ele se levanta de sua santa habitação".
Copyright© 2017 por Editora Mundo Cristão. Todos os direitos reservados em língua portuguesa. A Nova Versão Transformadora (NVT) e seu logotipo são marcas registradas. Usados com permissão.
1 Και υψωσα τους οφθαλμους μου και ειδον και ιδου, ανηρ και σχοινιον μετρικον εν τη χειρι αυτου·2 και ειπα, Που υπαγεις συ; Ο δε ειπε προς εμε, να μετρησω την Ιερουσαλημ, δια να ιδω ποιον το πλατος αυτης και ποιον το μηκος αυτης.3 Και ιδου, ο αγγελος ο λαλων μετ' εμου εξηλθε, και ετερος αγγελος εξηλθεν εις συναντησιν αυτου4 και ειπε προς αυτον, Δραμε, λαλησον προς τον νεανιαν τουτον, λεγων, Η Ιερουσαλημ θελει κατοικηθη ατειχιστως εξ αιτιας του πληθους των εν αυτη ανθρωπων και κτηνων·5 διοτι εγω, λεγει Κυριος, θελω εισθαι εις αυτην τειχος πυρος κυκλω και θελω εισθαι προς δοξαν εν μεσω αυτης.6 Ω, ω· φευγετε απο της γης του βορρα, λεγει Κυριος· διοτι σας διεσκορπισα προς τους τεσσαρας ανεμους του ουρανου, λεγει Κυριος.7 Ω, διασωθητι, Σιων, η κατοικουσα μετα της θυγατρος της Βαβυλωνος.8 Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Μετα την δοξαν με απεστειλε προς τα εθνη, τα οποια σας ελεηλατησαν· διοτι οστις εγγιζει εσας, εγγιζει την κορην του οφθαλμου αυτου.9 Διοτι, ιδου, εγω θελω σεισει την χειρα μου επ' αυτα και θελουσιν εισθαι λαφυρον εις τους δουλευοντας αυτα· και θελετε γνωρισει οτι ο Κυριος των δυναμεων με απεστειλε.10 Τερπου και ευφραινου, θυγατερ Σιων· διοτι ιδου, εγω ερχομαι και θελω κατοικησει εν μεσω σου, λεγει Κυριος.11 Και εθνη πολλα θελουσιν ενωθη μετα του Κυριου εν τη ημερα εκεινη και θελουσιν εισθαι λαος μου, και θελω κατοικησει εν μεσω σου, και θελει, γνωρισει οτι ο Κυριος των δυναμεων με εξαπεστειλε προς σε.12 Και ο Κυριος θελει κατακληρονομησει τον Ιουδαν δια μεριδα αυτου εν τη γη τη αγια και θελει εκλεξει παλιν την Ιερουσαλημ.13 Σιωπα, πασα σαρξ, ενωπιον του Κυριου· διοτι εξηγερθη απο της κατοικιας της αγιοτητος αυτου.