1 Με εντολή του Κυρίου, όμως, είχε πάει στη Βαιθήλ κι ένας προφήτης από τη χώρα του Ιούδα. Και τη στιγμή που ο Ιεροβοάμ στεκόταν μπροστά στο θυσιαστήριο για να προσφέρει το θυμίαμα, 2 ο προφήτης απηύθυνε στο θυσιαστήριο το λόγο του Κυρίου: «Θυσιαστήριο, θυσιαστήριο», είπε, «να τι λέει ο Κύριος: "ένας γιος θα γεννηθεί από τους απογόνους του Δαβίδ, που το όνομά του θα είναι Ιωσίας. Αυτός θα θυσιάσει πάνω σου τους ιερείς των ιερών τόπων, εκεί όπου αυτοί τώρα προσφέρουν τη θυσία του θυμιάματος, και θα κάψει πάνω σου κόκαλα ανθρώπων"». 3 Κι αμέσως μετά είπε: «Να ποιο θα είναι το σημείο ότι μίλησε ο Κύριος: το θυσιαστήριο αυτό θα σπάσει και θα χυθεί η στάχτη που είναι πάνω του».
4 Όταν ο βασιλιάς Ιεροβοάμ άκουσε τα λόγια που είπε ο προφήτης εναντίον του θυσιαστηρίου της Βαιθήλ, άπλωσε το χέρι του πάνω από το θυσιαστήριο εναντίον του προφήτη και πρόσταξε: «Πιάστε τον!» Αλλά το χέρι του ξεράθηκε και δεν μπορούσε να το ξαναφέρει στη θέση του. 5 Τότε έσπασε το θυσιαστήριο και χύθηκε η στάχτη του, σύμφωνα με το σημείο που έδωσε ο προφήτης με εντολή του Κυρίου.
6 Ο βασιλιάς τότε αποκρίθηκε στον προφήτη: «Παρακάλεσε, λοιπόν, τον Κύριο, το Θεό σου, και προσευχήσου για μένα, να γυρίσει το χέρι μου στη θέση του». Ο προφήτης παρακάλεσε τον Κύριο να γυρίσει το χέρι του βασιλιά στη θέση του, και το χέρι έγινε όπως πρώτα.
7 Ο βασιλιάς είπε στον προφήτη: «Έλα μαζί μου σπίτι να φας για να πάρεις δύναμη και θα σου κάνω κι ένα δώρο». 8 Ο προφήτης όμως του απάντησε: «Ακόμα κι αν μου ’δινες το μισό από το σπίτι σου, δε θα ερχόμουν μαζί σου. Δε θα φάω και δε θα πιω τίποτε σ’ αυτόν εδώ τον τόπο, 9 γιατί αυτή η εντολή μού δόθηκε με το λόγο του Κυρίου: "δε θα φας ούτε θα πιεις τίποτα, ούτε θα γυρίσεις πίσω από τον ίδιο δρόμο που ήρθες"».
10 Έτσι έφυγε ο προφήτης κι ακολούθησε δρόμο διαφορετικό από ’κείνον που είχε πάρει για να έρθει στη Βαιθήλ.
Ο προφήτης παραβαίνει την εντολή του Θεού
11 Στη Βαιθήλ κατοικούσε ένας γέροντας προφήτης. Οι γιοι του ήρθαν και του διηγήθηκαν όλα όσα έκανε ο άνθρωπος του Θεού εκείνη την ημέρα στη Βαιθήλ, καθώς και τα λόγια που είπε στο βασιλιά. 12 Ο πατέρας τους τούς ρώτησε: «Ποιο δρόμο πήρε ο προφήτης;» Οι γιοι του τού έδειξαν το δρόμο που πήρε ο άνθρωπος του Θεού που είχε έρθει απ’ τον Ιούδα. 13 Τότε είπε στους γιους του: «Σαμαρώστε μου το γαϊδούρι». Του το σαμάρωσαν, ανέβηκε πάνω του, 14 κι ακολούθησε το δρόμο που είχε πάρει ο άνθρωπος του Θεού.
Τον βρήκε να κάθεται κάτω από μια βελανιδιά, και τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο άνθρωπος του Θεού, που ήρθε από τη χώρα του Ιούδα;» Εκείνος απάντησε: «Εγώ είμαι». 15 «Έλα μαζί μου, στο σπίτι», του λέει, «να φας κάτι».
16 Ο προφήτης απάντησε: «Δεν μπορώ να γυρίσω και να έρθω μαζί σου. Δε θα φάω και δε θα πιω τίποτε μαζί σου σ’ αυτόν εδώ τον τόπο. 17 Η εντολή που μου δόθηκε με το λόγο του Θεού είναι να μη φάω και να μην πιω τίποτα εδώ, μήτε να γυρίσω πίσω από το δρόμο απ’ όπου είχα έρθει».
18 Ο άλλος του είπε: «Κι εγώ προφήτης είμαι, όπως εσύ. Ένας άγγελος, με εντολή του Κυρίου μού είπε να σε πάρω στο σπίτι μου για να φας και να πιεις». Του έλεγε όμως ψέματα. 19 Πήγε λοιπόν μαζί του στο σπίτι του κι έφαγε και ήπιε.
20 Αλλά ενώ κάθονταν στο τραπέζι, ήρθε λόγος του Κυρίου στο γέροντα προφήτη της Βαιθήλ 21 και είπε στον άνθρωπο του Θεού, που επέστρεφε στη χώρα του Ιούδα: «Άκου τώρα τι λέει ο Κύριος, ο Θεός σου: Επειδή δεν πειθάρχησες στο λόγο του και δεν τήρησες την εντολή του, 22 αλλά γύρισες πίσω κι έφαγες και ήπιες σ’ αυτόν εδώ τον τόπο, το πτώμα σου δεν θα θαφτεί στον τάφο των προγόνων σου».
23 Αφού ο προφήτης του Ιούδα τέλειωσε το φαγητό του και το ποτό του, ο γέροντας προφήτης τού σαμάρωσε το γαϊδούρι, για να γυρίσει πίσω. 24 Αλλά καθώς γύριζε, τον συνάντησε στο δρόμο ένα λιοντάρι, όρμησε πάνω του και τον σκότωσε. Το πτώμα του προφήτη έμεινε εκεί πεσμένο πάνω στο δρόμο· το γαϊδούρι και το λιοντάρι στέκονταν πλάι του.
25,26 Κάποιοι περαστικοί είδαν το πτώμα πάνω στο δρόμο, και το λιοντάρι να στέκεται κοντά του. Ήρθαν, λοιπόν, και διηγήθηκαν το γεγονός στην πόλη όπου κατοικούσε ο γέροντας προφήτης, αυτός που είχε παρασύρει τον προφήτη του Ιούδα να γυρίσει πίσω από το δρόμο του. Εκείνος όταν τ’ άκουσε είπε: «Αυτός είναι ο άνθρωπος του Θεού που παρήκουσε το λόγο του Κυρίου· γι’ αυτό ο Κύριος πραγματοποίησε το λόγο που του είχε πει: Τον παρέδωσε στο λιοντάρι που του επιτέθηκε και τον σκότωσε». 27 Έπειτα είπε στους γιους του: «Σαμαρώστε μου το γαϊδούρι». Του το σαμάρωσαν, 28 κι έφυγε. Όταν έφτασε στο σημείο εκείνο, βρήκε το πτώμα ριγμένο πάνω στο δρόμο και το γαϊδούρι και το λιοντάρι να στέκονται πλάι του. Το λιοντάρι όμως δεν είχε κατασπαράξει το γαϊδούρι.
29 Τότε ο γέροντας προφήτης σήκωσε το πτώμα του ανθρώπου του Θεού, το έβαλε πάνω στο γαϊδούρι του και το έφερε στην πόλη, για να του κάνει επικήδειο θρήνο και να τον θάψει. 30 Έβαλε το πτώμα στο δικό του τάφο και τον θρηνολογούσε λέγοντας: «Αλίμονο, αδερφέ μου!» 31 Αφού τον έθαψε είπε στους γιους του: «Όταν πεθάνω, να θάψετε κι εμένα στον τάφο όπου θάφτηκε ο άνθρωπος του Θεού. Να βάλετε το πτώμα μου πλάι στο δικό του πτώμα. 32 Γιατί ο λόγος που είπε αυτός ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη διαταγή του Κυρίου, ενάντια στο θυσιαστήριο της Βαιθήλ κι ενάντια σ’ όλους τους ιερούς τόπους των πόλεων της Σαμάρειας, θα πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε».
Η εμμονή του Ιεροβοάμ στην αμαρτία του
33 Αλλά και μετά απ’ αυτό το γεγονός, ο Ιεροβοάμ δεν άλλαξε τακτική. Εξακολουθούσε να παίρνει ανθρώπους αδιάκριτα από το λαό και να τους κάνει ιερείς των ιερών τόπων. Όποιος ήθελε, τον καθιέρωνε και γινόταν τέτοιος ιερέας. 34 Αυτή, όμως, η αμαρτία του Ιεροβοάμ οδήγησε στη διάλυση της οικογένειάς του και στην ολοσχερή εξαφάνιση της δυναστείας του.
神人警告耶罗波安
1 有一个神人,奉耶和华的命令,从犹大来到伯特利;那时,耶罗波安正站在祭坛旁边烧香。2 神人奉耶和华的命令,向那祭坛喊叫,说:"祭坛哪,祭坛哪,耶和华这样说:‘看哪,大卫家要生一个儿子,名叫约西亚;他要把邱坛的祭司,就是在你上面烧香的,作祭物献在你上面。人的骨头也要在你上面焚烧。’"3 那天,神人提出一个兆头,说:"这是耶和华所说的兆头。看哪,这祭坛必破裂,祭坛上的灰必倾撒下来。"4 耶罗波安王听见神人向伯特利的祭坛喊叫的话,就从祭坛上伸手,说:"抓住他!"王向他伸出的手却瘫痪了,不能缩回来。5 祭坛也破裂了,灰从祭坛上倾撒下来,好象神人奉耶和华的命令所提出的预兆一样。6 王对神人说:"求你为我向耶和华你的 神求情,又为我祷告,使我的手复原。"于是神人向耶和华求情,王的手就复了原,像起先一样。7 王对神人说:"请与我一起回王宫去,吃点东西,加添心力,我还要赐给你一份礼物。"8 神人对王说:"你就是把王宫的一半给我,我也不会与你回去,也不在这地方吃饭喝水。9 因为有耶和华的话吩咐我说:‘你不可吃饭喝水,也不可从你去的原路回来。’"10 于是神人从另一条路去了,没有从他来伯特利的原路回去。
神人受骗违背 神的命令
11 有一个老先知住在伯特利,他的儿子们按照《马索拉文本》,"儿子们"作"儿子";现参照各古译本翻译来告诉他,那一天神人在伯特利所行的一切事。他们也把他对王所说的话,都告诉了他们的父亲。12 他们的父亲问他们:"神人从哪条路走了呢?"他的儿子们就把从犹大来的神人所走的路,指给他看。13 他对儿子们说:"给我备驴!"于是他们给他备驴,他就骑上,14 去追赶神人,遇见他正坐在橡树底下,就问他:"你是从犹大来的神人吗?"他回答:"是的!"15 老先知对他说:"请你与我一起回家去吃饭。"16 神人说:"我不能与你回去,或是与你同行,也不能与你在这地方吃饭喝水,17 因为有耶和华的话对我说:‘你在那里不可吃饭喝水,也不可从你去的原路回来。’"18 老先知对他说:"我也是先知,和你一样。有一位天使奉耶和华的命令告诉我说:‘你去带他与你一起回家,给他吃饭喝水。’"但是,老先知是欺骗他的。19 于是神人与他一起回去,在他的家里吃饭喝水。
神人受耶和华责备
20 他们二人正在席上吃喝的时候,耶和华的话临到那把神人带回来的先知,21 他就对那从犹大来的神人喊叫,说:"耶和华这样说:‘你既然违背了耶和华的命令,没有谨守耶和华你的 神吩咐你的诫命,22 反倒回来,在耶和华吩咐你不可吃饭喝水的地方,吃了饭喝了水,因此,你的尸体不能入葬你列祖的坟墓里。’"
神人被狮子咬死
23 吃了饭喝了水之后,老先知为他带回来的先知备驴。24 他就去了;在路上有一只狮子遇见了他,就把他咬死了。他的尸体被丢在路上,驴子站在尸体旁边,狮子也站在尸体旁边。25 有人从那里经过,看见尸体被丢在路上,狮子站在尸体旁边,就来到老先知所住的城里,述说这事。
老先知埋葬神人
26 那把神人从路上带回来的先知听见了这事,就说:"这是那违背了耶和华命令的神人;耶和华把他交给狮子,狮子就把他撕裂,咬死了他,正如耶和华对他说过的话。"27 老先知又吩咐他的儿子们说:"给我备驴。"他们就备了驴。28 于是他去了,看见神人的尸体被丢在路上,驴子和狮子都站在尸体旁边,那狮子并没有吃掉尸体,也没有撕裂驴子。29 老先知把神人的尸体抱起来,放在驴子上,带回自己的城里,要为他举哀,要埋葬他。30 老先知把他的尸体埋葬在自己的坟墓里;人们为他举哀,说:"哀哉,我兄啊!"31 埋葬他以后,老先知就对儿子们说:"我死了以后,你们要把我埋葬在神人的坟墓里,把我的骸骨放在他的骸骨旁边。32 因为他奉耶和华的命令,攻击伯特利的坛和在撒玛利亚各城邱坛上的殿所喊叫的话,必定应验。"
耶罗波安仍执迷不悟
33 这事以后,耶罗波安还不从他的恶道转回,竟然把平民立为邱坛的祭司;愿意的,他都把他们分别为圣,立他们为邱坛的祭司。34 这事成为耶罗波安的家的罪,以致他的家从地上被涂抹与除灭。