1 Ο βασιλιάς Εζεκίας, μόλις τ’ άκουσε αυτά, έσκισε τα ρούχα του,Βλ. υποσ. εις Γεν 37:29. ντύθηκε στα πένθιμα και μπήκε στο ναό του Κυρίου. 2 Συγχρόνως έστειλε τον Ελιακίμ, οικονόμο των ανακτόρων, το γραμματέα Σεβνά και τους πιο ηλικιωμένους από τους ιερείς, ντυμένους στα πένθιμα, στον προφήτη Ησαΐα, γιο του Αμώς, 3 με το ακόλουθο μήνυμα: «Άκου τι λέει ο Εζεκίας: Σήμερα είναι μέρα θλίψης, τιμωρίας και ντροπής, γιατί είμαστε σαν τα παιδιά που ήρθε η ώρα τους να γεννηθούν, αλλά η μάνα τους δεν έχει δύναμη να τα φέρει στον κόσμο. 4 Αν ο Κύριος, ο Θεός σου, άκουσε όλα αυτά που ξεστόμισε ο υπασπιστής του βασιλιά της Ασσυρίας, που ο κύριός του τον έστειλε για να προσβάλει τον αληθινό Θεό, μπορεί να τον τιμωρήσει γι’ αυτά που είπε. Γι’ αυτό εσύ προσευχήσου γι’ αυτό το υπόλοιπο, που απέμεινε από το λαό».
5 Όταν οι άνθρωποι του βασιλιά Εζεκία, ήρθαν στον Ησαΐα, 6 ο προφήτης τούς είπε: «Να μεταφέρετε στον κύριό σας αυτό το μήνυμα εκ μέρους του Κυρίου: Μη φοβάσαι από τα λόγια που άκουσες, με τα οποία με πρόσβαλαν οι άνθρωποι του βασιλιά της Ασσυρίας. 7 Εγώ θα του εμπνεύσω τέτοια διάθεση, ώστε όταν ακούσει κάποια φήμη, να γυρίσει στη χώρα του· και θα κάνω ώστε εκεί στη χώρα του να δολοφονηθεί». 8 Ο υπασπιστής του βασιλιά της Ασσυρίας έμαθε πως ο κύριός του είχε φύγει από τη Λαχίς και πολεμούσε εναντίον της Λιβνά· γι’ αυτό πήγε εκεί να τον βρει.
Η καυχησιολογία του Σενναχηρίμ και η προσευχή του Εζεκία
9,10 Πράγματι, ο βασιλιάς της Ασσυρίας είχε μάθει πως ο Τιρακά, βασιλιάς της Αιθιοπίας, ερχόταν να πολεμήσει εναντίον του. Τότε έστειλε πάλι ανθρώπους του στον Εζεκία, βασιλιά του Ιούδα, με το ακόλουθο μήνυμα: «Μην αφήνεις το Θεό σου στον οποίο εμπιστεύεσαι, να σε εξαπατάει λέγοντας ότι τάχα δε θα παραδοθεί η Ιερουσαλήμ στην κυριαρχία μου. 11 Θα έχεις ακούσει, βέβαια, τα όσα έκαναν οι βασιλιάδες της Ασσυρίας σ’ όλες τις άλλες χώρες και πώς τις ερήμωσαν· κι εσύ φαντάζεσαι πως θα γλιτώσετε; 12 Όταν οι πρόγονοί μου κατέστρεφαν τη Γωζάν, τη Χαρράν, τη Ρεσέφ και τους Εδωμίτες της Θελασσάρ, μήπως οι θεοί εκείνων των εθνών μπόρεσαν να τα σώσουν; 13 Πού είναι οι βασιλιάδες της Χαμάθ και της Αρφάδ ή οι βασιλιάδες των Σεφαρβιτών, της Ενά και της Αβά;»
14 Ο Εζεκίας πήρε το γράμμα που του έφεραν οι απεσταλμένοι του και το διάβασε. Έπειτα ανέβηκε στο ναό του Κυρίου, το ξετύλιξε ενώπιον του Κυρίου 15 και προσευχήθηκε μ’ αυτά τα λόγια: «Κύριε, Θεέ του Ισραήλ, εσύ που έχεις το θρόνο σου πάνω από τα χερουβίμ,πάνω από τα χερουβίμ. Για την προέλευση της φρ. βλ. Εξ 25:22. εσύ είσαι ο Θεός, μόνον εσύ, για όλα τα βασίλεια της γης· εσύ δημιούργησες τον ουρανό και τη γη. 16 Άνοιξε, Κύριε, τα μάτια σου και κοίταξε. Γείρε, Κύριε, το αυτί σου κι άκουσε όλα τα λόγια που οι απεσταλμένοι του Σενναχηρίμ ξεστόμισαν για να προσβάλουν εσένα, τον αληθινό Θεό. 17 Αλήθεια, Κύριε, οι βασιλιάδες της Ασσυρίας εξαφάνισαν τα άλλα έθνη κι ερήμωσαν τις χώρες τους. 18 Έριξαν τους θεούς τους στη φωτιά, γιατί εκείνοι δεν ήτανε θεοί, αλλά ανθρώπινα κατασκευάσματα από ξύλα και πέτρες, και γι’ αυτό μπόρεσαν και τους κατέστρεψαν. 19 Αλλά εσύ, Κύριε Θεέ μας, σώσε μας τώρα απ’ τα νύχια του Σενναχηρίμ, για να μάθουν όλα τα βασίλεια της γης ότι εσύ, Κύριε, είσαι ο μόνος Θεός».
Ο Θεός περιπαίζει το βασιλιά της Ασσυρίας
20 Τότε ο Ησαΐας, γιος του Αμώς, έστειλε αυτό το μήνυμα στον Εζεκία: «Ορίστε τι λέει ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ: Άκουσα την προσευχή σου σ’ εμένα σχετικά με το Σενναχηρίμ, βασιλιά της Ασσυρίας. 21 Άκου τώρα τι λέω εγώ, ο Κύριος, εναντίον του:
Σε καταφρονάει,
σε χλευάζει η παρθένα,
η πόλη της Σιών!
Σε περιγελάει κουνώντας το κεφάλι της
η πόλη της Ιερουσαλήμ!
22 Ποιον έβρισες και ποιον βλασφήμησες;
Σε ποιον ενάντια τη φωνή σου ύψωσες,
και τον κοίταξες υπεροπτικά;
Ενάντια στον Άγιο Θεό του Ισραήλ!
23 Τους δούλους σου έστειλες για να προσβάλεις,
εμένα, τον Κύριο, και είπες:
"Εγώ με τις πολλές μου άμαξες
σκάλωσα στις βουνοκορφές,
στις άκριες του Λιβάνου.
Έκοψα τα ψηλά τα κέδρα του,
τα πιο όμορφά του κυπαρίσσια,
κι έφτασα στην ψηλότερη κορφή του,
στο δάσος του το πιο πυκνό.
24 Πηγάδια έσκαψα
κι άλλων λαών ήπια νερό·
και με τα ίχνη των ποδιών μου
ξέρανα τα ποτάμια όλα της Αιγύπου".
25 Δεν έχεις όμως ακουστά, Σενναχηρίμ,
ότι εγώ όλα αυτά τα προετοίμασα
εδώ και πολλά χρόνια
και τα σχεδίασα απ’ τον παλιό καιρό;
Τώρα, λοιπόν, τα εκτελώ,
για να μπορείς εσύ να κάνεις τις πόλεις τις οχυρωμένες
σωρούς ερείπια.
26 Τρομάξανε οι κάτοικοί τους
κι από το φόβο τους παρέλυσαν·
με το χορτάρι μοιάσανε του αγρού
και με την τρυφερή τη χλόη,
με το χορτάρι που φυτρώνει στη σκεπή
και πριν αναπτυχθεί ξεραίνεται.
27 Ξέρω για σε τα πάντα:
Τι κάνεις και πού πας,
και τη μανία που σε πιάνει εναντίον μου.
28 Μάνιασες εναντίον μου
κι άκουσα τα προσβλητικά σου λόγια.
Γι’ αυτό θα σε δαμάσω
βάζοντας κρίκο στα ρουθούνια σου
και μες στο στόμα σου το χαλινάρι μου·
και θα σε κάνω να γυρίσεις στην πατρίδα σου
από τον ίδιο δρόμο που είχες πάρει για να ’ρθείς.
29 »Και σ’ εσένα, Εζεκία, δίνω αυτό το σημείο: Αυτό το χρόνο και τον επόμενο θα φάτε ό,τι φυτρώνει από μόνο του. Τον τρίτο όμως χρόνο θα σπείρετε και θα θερίσετε, θα φυτέψετε αμπέλια και θα φάτε τον καρπό τους. 30 Όσο για το υπόλοιπο που θα μείνει από τους απογόνους του Ιούδα, θα ριζοβολήσει βαθιά μέσα στη γη και τα κλαδιά του θα γεμίσουν καρπό. 31 Από την Ιερουσαλήμ θα βγει ένας λαός επιζώντων, από το όρος Σιών θ’ ανορθωθούν αυτοί που θα ’χουν διασωθεί. Αυτό θα το ’χω κάνει εγώ, ο Κύριος του σύμπαντος, με τη φλογερή αγάπη μου». 32 Και τώρα, να τι αναγγέλλει ο Κύριος για το βασιλιά της Ασσυρίας: «Σ’ αυτή την πόλη δεν θα μπει ούτε σ’ αυτήν θα ρίξει βέλος. Δε θα της επιτεθεί προβάλλοντας ασπίδες εναντίον της ούτ’ εναντίον της πρόχωμα θα σηκώσει. 33 Από τον ίδιο δρόμο που ήρθε, θα γυρίσει πίσω. Αλλά σ’ αυτή την πόλη δε θα μπει. Εγώ, ο Κύριος, το λέω. 34 Θα υπερασπιστώ την Ιερουσαλήμ και θα τη σώσω, για να τιμήσω τ’ όνομά μου και την υπόσχεση που έχω δώσει στο Δαβίδ, το δούλο μου».
35 Τη νύχτα εκείνη βγήκε στο στρατόπεδο των Ασσυρίων ο άγγελος του Κυρίου και θανάτωσε εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες άντρες. Κι όταν σηκώθηκαν νωρίς το πρωί όσοι είχαν μείνει ζωντανοί, αντίκρυσαν γύρω τους πτώματα. 36 Αμέσως τότε ο βασιλιάς Σενναχηρίμ έλυσε την πολιορκία και γύρισε στη πρωτεύουσά του, τη Νινευή. 37 Μια μέρα, εκεί που προσκυνούσε στο ναό του Νισρώκ, του θεού του, δύο από τους γιους του, ο Αδραμμέλεκ και ο Σαρεσέρ, τον δολοφόνησαν με ξίφος κι ύστερα κατέφυγαν στη χώρα Αραράτ. Στο θρόνο τον διαδέχτηκε ένας άλλος γιος του, ο Εσαρχαδδών.
希西家向以赛亚求救(赛37:1~5)
1 希西家王听见了,就把自己的衣服撕裂,披上麻布,来到耶和华的殿。2 王又派王宫总管以利亚敬、书记舍伯那和祭司中的长老披上麻布,到亚摩斯的儿子以赛亚先知那里。3 他们对他说:"希西家这样说:‘今天是痛苦、责罚和侮辱的日子,好象婴儿的产期到了,却没有力量生产。4 或者耶和华你的 神听到拉伯沙基所说的话他就是他的主亚述王派来辱骂永活的 神的人,就因着耶和华你的 神所听见的话责罚他。所以请为这里余剩的人献上祷告。’"5 希西家王的臣仆就来到以赛亚那里。
以赛亚安慰的话(赛37:6~7)
6 以赛亚对他们说:"你们要这样告诉你们的主人:‘耶和华这样说:不要因你所听见亚述王的随从亵渎我的话而惊怕。7 看哪,我要使他的心惊颤"使他的心惊颤"原文作"放一个灵在他里面",他将听见消息,就退回自己的地方去;我要使他在自己的国土倒在刀下。’"
亚述王恐吓的话(赛37:8~13)
8 拉伯沙基回去,发觉亚述王正在攻打立拿,因为他曾听说亚述王已拔营离开拉吉。9 亚述王听见有关古实王特哈加的消息说:"看哪,他出来要和你交战。"于是亚述王再派使者去见希西家说:10 "你们要对犹大王希西家说:‘不要让你所信靠的 神欺骗你说:耶路撒冷不会交在亚述王的手中。11 看哪,你听过亚述列王怎样对付列国,把它们完全毁灭,你会得着解救吗?12 我祖先所消灭的民族,就是歌散人、哈兰人、利色人和在提.拉撒的伊甸人,他们的神可曾解救他们吗?13 哈马王、亚珥拔王、西法瓦音城的王、希拿王和以瓦王在哪里呢?’"
希西家向 神祷告(赛37:14~20)
14 希西家从使者手中接过信件,念完了,就上耶和华的殿。希西家把信件在耶和华面前展开。15 希西家在耶和华面前祷告,说:"耶和华以色列的 神,坐在二基路伯中间的啊,只有你是地上万国的 神,天地是你创造的。16 耶和华啊!求你侧耳聆听;耶和华啊!求你睁眼垂顾;听那派使者来侮辱永活的 神的西拿基立的话。17 耶和华啊!亚述列王真的曾毁坏列国和它们的领土,18 把它们的神丢进火里,但他们并不是神,不过是人手用木头、石头做成的,因此他们可以把他们除掉。19 现在,耶和华我们的 神啊,求你从他的手中把我们拯救出来,地上万国就可以知道只有你耶和华才是 神。"
以赛亚预言亚述必败(赛37:21~35)
20 于是亚摩斯的儿子以赛亚派人去见希西家,说:"耶和华以色列的 神这样说:‘你向我祷告有关亚述王西拿基立的事,我已经听见了。’21 下面是耶和华所说关于他的话:
‘锡安的居民"居民"原文作"处女"藐视你,嗤笑你;
耶路撒冷的居民在你背后摇头。
22 你辱骂了谁,亵渎了谁?
你扬声攻击谁呢?
你高举眼目是向谁傲慢呢?
就是攻击以色列的圣者。
23 你借着你的使者侮辱了我的主,
你说——
我要用大批的战车,
攀登众山的高峰,
到达黎巴嫩山的顶端,
砍伐高大的香柏树,佳美的松木;
我要进入极远的峰峦,最茂密的森林。
24 我掘井饮外地的水,
我用脚掌踏干埃及所有的河道。
25 你没有听过吗?
在远古我已决定,
在古时我已筹划,
现在我要实现,
就是你使设防城变成乱堆。
26 他们的居民没有能力,
惊惶、羞惭。
他们好象田野的嫩草,
青绿的蔬菜,
和房顶上的草,
还未长成就枯萎了。
27 你坐下,你出去,你进来,
以及你对我所发的烈怒,
我都知道。
28 因为你向我发了烈怒,
你狂傲的话进入我的耳中,
我要把我的钩子钩在你的鼻子上,
把嚼环套在你的嘴上,
使你在你来的路上转回去。
29 ‘这要给你作一个征兆:这一年要吃自然生长的,第二年也要吃自己长出来的,第三年要撒种、收割,栽种葡萄园,吃它们的果子。30 犹大家逃脱的余民,必再往下扎根,往上结果;31 因为将有剩余的人从耶路撒冷出来,将有逃脱的人从锡安山而来,耶和华的热心必成全这事。32 因此,耶和华论到亚述王这样说:他不会来到这城,不会在那里射箭,也不会拿着盾牌向城进攻,不会筑起土堆围攻它。33 他必循他来的路回去,他必不能来到这城,这是耶和华的宣告。34 为了我和我仆人大卫的缘故,我必保护这城,拯救这城。’"
神惩罚亚述王(代下32:20~21;赛37:36~38)
35 那天晚上,耶和华的使者出去,在亚述军营杀了十八万五千人。早上,他们起来的时候,看哪,到处都是死尸。36 于是亚述王西拿基立拔营离开,回去住在尼尼微。37 一日,他正在他的神亚斯洛的庙中叩拜的时候,亚得米勒和沙利色用刀刺杀了他,然后逃到亚拉腊地。他的儿子以撒哈顿接续他作王。