Η σφαγή των ιερέων της Νωβ
1 Ο Δαβίδ έφυγε κι από ’κει και βρήκε καταφύγιο στο σπήλαιο Αδουλλάμ. Όταν το ’μαθαν οι αδερφοί του και όλοι οι συγγενείς του πατέρα του, πήγαν και τον βρήκαν εκεί. 2 Επίσης συγκεντρώθηκαν κοντά του όλοι οι καταπιεσμένοι, όλοι όσοι χρωστούσαν χρήματα, όλοι οι δυσαρεστημένοι· κι έγινε αρχηγός τους. Ήταν μαζί του περίπου τετρακόσιοι άντρες.
3 Από ’κει ο Δαβίδ έφυγε για τη Μισπά της Μωάβ και είπε στο βασιλιά της χώρας: «Σε παρακαλώ, ας μείνουν οι γονείς μου κοντά σας, ώσπου να δω τι θα κάνει για μένα ο Θεός». 4 Έτσι τους έφερε στο βασιλιά της Μωάβ και έμειναν εκεί όσον καιρό ο Δαβίδ ζούσε στη σπηλιά.
5 Μια μέρα ο προφήτης Γαδ είπε στο Δαβίδ: «Μη μείνεις άλλο στη σπηλιά. Φύγε και πήγαινε στην περιοχή του Ιούδα». Έτσι έφυγε ο Δαβίδ κι έφτασε στο δάσος Αρέθ.
6 Εκείνο τον καιρό ο Σαούλ βρισκόταν στη Γιβεά. Μια μέρα καθόταν κάτω από μια αρμυρίκη στο λόφο, κρατώντας το ακόντιο στο χέρι του, κι όλοι οι αξιωματούχοι του στέκονταν γύρω του. Εκεί έμαθε πως ανακαλύφθηκε ο Δαβίδ, καθώς και όλοι οι άντρες που τον ακολουθούσαν. 7 Είπε τότε ο Σαούλ στους δικούς του: «Ακούστε με, Βενιαμινίτες. Μήπως ο γιος του Ιεσσαί θα σας δώσει χωράφια και αμπέλια ή θα σας κάνει χιλίαρχους κι εκατόνταρχους; 8 Γιατί, λοιπόν, όλοι σας συνωμοτήσατε εναντίον μου; Δε βρέθηκε κανένας να μου φανερώσει ότι ο γιος μου είχε συνδεθεί με το γιο του Ιεσσαί; Κανένας σας δε βρέθηκε να με συμπαθεί και να με ειδοποιήσει, ότι ο γιος μου ξεσήκωσε το δούλο μου εναντίον μου; Να, λοιπόν, που σήμερα αυτός παραμονεύει να με σκοτώσει!»
9 Ο Δωέγ, ο Εδωμίτης, αρχηγός των δούλων του Σαούλ, του απάντησε: «Εγώ είδα το γιο του Ιεσσαί όταν ήρθε στη Νωβ, στον Αχιμέλεχ, το γιο του Αχιτούβ. 10 Ο Αχιμέλεχ συμβουλεύτηκε τον Κύριο γι’ αυτόν και του έδωσε τρόφιμα και το ξίφος του Γολιάθ, του Φιλισταίου».
11 Τότε έστειλε ο βασιλιάς να καλέσουν τον ιερέα Αχιμέλεχ κι όλη την οικογένεια του πατέρα του, που ήταν ιερείς στη Νωβ. Ήρθαν όλοι τους και παρουσιάστηκαν στο βασιλιά. 12 Ο Σαούλ είπε: «Άκουσε, λοιπόν, γιε του Αχιτούβ». Εκείνος απάντησε: «Ορίστε, κύριέ μου». 13 «Γιατί συνωμοτήσατε εναντίον μου», του είπε ο βασιλιάς, «εσύ κι ο γιος του Ιεσσαί, και του έδωσες ψωμί και ξίφος, και συμβουλεύτηκες το Θεό γι’ αυτόν, ώστε να ξεσηκωθεί εναντίον μου και σήμερα να παραμονεύει να με σκοτώσει;»
14 Ο Αχιμέλεχ του απάντησε: «Ποιος απ’ όλους τους δούλους σου σού είναι πιστός σαν το Δαβίδ; Είναι γαμπρός του βασιλιά, αρχηγός της σωματοφυλακής σου κι απολαμβάνει μεγάλης τιμής στο ανάκτορό σου. 15 Μήπως ήταν η πρώτη φορά που συμβουλεύτηκα το Θεό γι’ αυτόν; Όχι βέβαια! Μην καταλογίζεις, λοιπόν βασιλιά μου, ευθύνες στο δούλο σου ούτε σε κανέναν από την οικογένεια του πατέρα μου. Ο δούλος σου δεν ήξερα τίποτε για όλη αυτή την υπόθεση».
16 Ο βασιλιάς όμως απάντησε: «Εξάπαντος θα πεθάνεις, Αχιμέλεχ, εσύ και όλη η οικογένεια του πατέρα σου». 17 Μετά είπε στους σωματοφύλακες που στέκονταν γύρω του: «Πηγαίνετε και σκοτώστε τους ιερείς του Κυρίου, γιατί βοήθησαν το Δαβίδ! Ήξεραν ότι αυτός προσπαθούσε να δραπετεύσει και δε μου το φανέρωσαν».
Αλλά οι σωματοφύλακες του Σαούλ δε θέλησαν ν’ απλώσουν χέρι στους ιερείς του Κυρίου και να τους σκοτώσουν. 18 Τότε είπε ο βασιλιάς στο Δωέγ τον Εδωμίτη: «Πήγαινε εσύ και σκότωσε τους ιερείς». Έτσι πήγε ο Δωέγ και τους σκότωσε. Εκείνη την ημέρα ο Σαούλ θανάτωσε ογδόντα πέντε άντρες, που φορούσαν το λινό εφώδ. 19 Επίσης ο Σαούλ παρέδωσε στη σφαγή όλους τους κατοίκους της Νωβ, της πόλης των ιερέων· θανάτωσε άντρες, γυναίκες, παιδιά και νήπια, βόδια, γαϊδούρια και πρόβατα.
20 Γλίτωσε όμως ο Αβιάθαρ, ένας από τους γιους του Αχιμέλεχ και εγγονός του Αχιτούβ. Αυτός πήγε στο Δαβίδ 21 και του ανάγγειλε ότι ο Σαούλ σκότωσε τους ιερείς του Κυρίου. 22 Τότε ο Δαβίδ είπε στον Αβιάθαρ: «Το κατάλαβα εγώ εκείνη την ημέρα, όταν είδα το Δωέγ, τον Εδωμίτη, να είναι εκεί, ότι αυτός οπωσδήποτε θα με πρόδιδε στο Σαούλ. Εγώ είμαι υπεύθυνος για όλους τους ανθρώπους της οικογένειας του πατέρα σου. 23 Μείνε κοντά μου και μη φοβάσαι. Αυτός που γυρεύει να σκοτώσει εσένα θέλει να σκοτώσει κι εμένα. Κοντά μου όμως θα είσαι ασφαλής».
大卫藏于亚杜兰洞
1 大卫离开那里,逃到亚杜兰洞。他哥哥们和他父亲的全家听到了,就都下到他那里去。2 凡是受窘迫的、负债的、心里不满的,都聚集到大卫那里,他就成了他们的领袖。那时,跟从他的约有四百人。
3 大卫从那里到摩押的米斯巴去,对摩押王说:"求你容许我父母来住在你们这里,直到我知道 神要为我作甚么。"4 于是大卫把他们留在摩押王那里。大卫住在山寨的日子有多久,他父母也与摩押王同住多久。5 迦得先知对大卫说:"你不要留在山寨,要到犹大地去。"大卫就离开那里,往哈列的森林去了。
扫罗责备不忠之臣
6 扫罗听见发现了大卫和跟从他的人的行踪。那时扫罗在基比亚坐在山上一棵垂柳树下,手中拿着枪,众臣仆侍立在他周围。7 扫罗就对侍立在他周围的臣仆说:"便雅悯人哪,你们要听!耶西的儿子能把田地和葡萄园赐给你们各人吗?他能立你们各人作千夫长、作百夫长吗?8 你们竟都同谋陷害我。我的儿子与耶西的儿子立盟约的时候,没有人告诉我;我的儿子挑唆我的臣仆陷害我,就像今天一样,你们中间也没有人关心我,告诉我。"9 那时以东人多益与扫罗的臣仆侍立在那里,他回答说:"我曾看见耶西的儿子到了挪伯亚希突的儿子亚希米勒那里。10 亚希米勒为他求问耶和华,给他粮食,又把非利士人歌利亚的刀给他。"
多益杀害挪伯众祭司
11 扫罗就派人去把亚希突的儿子,亚希米勒祭司和他父亲的全家,就是在挪伯的众祭司,都召了来;他们众人都来见王。12 扫罗说:"亚希突的儿子啊!你要听。"他回答:"我主啊!我在这里。"13 扫罗对他说:"你为甚么与耶西的儿子合谋陷害我?把食物和刀给他,又为他求问 神,使他起来陷害我,就像今天一样呢?"14 亚希米勒回答王说:"在你所有的臣仆中,有谁像大卫那样忠心呢?他是王的女婿,又是你的卫队的队长按照《马索拉文本》,"又是你的卫队的队长"作"又是转离去听从你";现参照《七十士译本》和《他尔根》翻译,并且在你朝中是受敬重的。15 我岂是今天才开始为他求问 神的呢?绝对不是。请王不要归罪于我和我父的全家,因为这整件事无论大小,我都不知道。"16 王说:"亚希米勒啊!你和你父的全家都是该死的。"17 王就对侍立在他周围的卫兵说:"你们转过去,把耶和华的祭司杀死,因为他们与大卫携手,又因为他们知道大卫逃跑,也不告诉我。"但王的臣仆不愿下手杀害耶和华的祭司。18 于是王对多益说:"你转过去把祭司击杀。"以东人多益就转过去把祭司击杀了。那一天,他杀了八十五个穿细麻布以弗得的人,19 又用刀击杀了祭司城挪伯,无论男女,孩童或吃奶的婴儿,牛驴或羊,都用刀杀尽。
亚比亚他投奔大卫
20 亚希突的儿子亚希米勒有一个儿子,名叫亚比亚他,逃过了大难,就逃去跟随大卫。21 亚比亚他把扫罗杀害耶和华祭司的事告诉了大卫,22 大卫就对亚比亚他说:"那一天我见以东人多益在那里,就知道他必定会告诉扫罗。你父全家每个人的死,我都有责任。23 你可以住在我这里。不要惧怕,因为那寻索你命的,正在寻索我的命,你与我在一起就可保安全。"