1 Ο Δαβίδ σηκώθηκε κι έφυγε, ενώ ο Ιωνάθαν γύρισε στην πόλη.Σε ορισμένες μετ. ο στ. 1 αποτελεί τμήμα του στ. 20:42· οπότε οι στ. 21:2-16 αριθμούνται σ’ αυτές ως 21:1-15.
Ο Δαβίδ δραπετεύει από το Σαούλ
2 Ο Δαβίδ έφτασε στη Νωβ, στον ιερέα Αχιμέλεχ. Ο Αχιμέλεχ φοβισμένος πήγε να τον προϋπαντήσει. «Γιατί ήρθες μόνος σου, χωρίς συνοδεία;» τον ρώτησε.
3 Ο Δαβίδ του απάντησε: «Με στέλνει ο βασιλιάς. Μου ανέθεσε μια υπόθεση και με διέταξε να μη μάθει κανείς τίποτε γι’ αυτήν. Γι’ αυτό κι εγώ διέταξα τους άντρες μου να με περιμένουν σ’ ένα ορισμένο σημείο. 4 Τώρα, λοιπόν, από τρόφιμα τι έχεις; Δώσε μου πέντε καρβέλια ή ό,τι άλλο σου βρίσκεται».
5 «Δεν έχω κοινό ψωμί», του απάντησε ο ιερέας, «αλλά ψωμί αγιασμένο,ψωμί αγιασμένο. Βλ. σχετικά εις Λευ 24:5-9. αρκεί οι άντρες να έχουν φυλαχτεί καθαροί, τουλάχιστον από γυναίκα».
6 Ο Δαβίδ του απάντησε: «Και βέβαια! Ήταν αδύνατο να πλησιάσουμε γυναίκα από τότε που ξεκινήσαμε, εδώ και τρεις μέρες. Τα σώματα των αντρών μου είναι πάντα καθαρά, έστω κι αν πηγαίνουμε σε μια συνηθισμένη αποστολή. Πολύ περισσότερο σήμερα που έχουμε ειδική αποστολή».
7 Έτσι του έδωσε ο ιερέας το αγιασμένο ψωμί. Δεν υπήρχε εκεί άλλο, εκτός από τους άρτους της προθέσεως, οι οποίοι μόλις είχαν αντικατασταθεί, και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί φρέσκα ψωμιά ενώπιον του Κυρίου. 8 Εκείνη τη μέρα βρισκόταν εκεί στο αγιαστήριο ένας δούλος του Σαούλ, που ονομαζόταν Δωέγ· ήταν Εδωμίτης και αρχηγός των βοσκών του Σαούλ.
9 Ο Δαβίδ είπε στον Αχιμέλεχ: «Μήπως σου βρίσκεται εδώ κανένα ακόντιο ή ξίφος; Δεν πήρα μαζί μου ούτε το ξίφος μου ούτε τα όπλα μου, γιατί η υπόθεση του βασιλιά ήταν κατεπείγουσα».
10 «Είναι το ξίφος του Γολιάθ, του Φιλισταίου», του απάντησε ο ιερέας, «που τον σκότωσες στην Κοιλάδα Ηλά. Το ’χω εδώ τυλιγμένο σ’ έναν μανδύα, πίσω από το εφώδ. Αν θέλεις πάρ’ το. Δεν υπάρχει άλλο εκτός απ’ αυτό».
«Δώσ’ μου το», είπε ο Δαβίδ. «Δεν υπάρχει καλύτερο απ’ αυτό».
Ο Δαβίδ καταφεύγει στο βασιλιά των Φιλισταίων
11 Την ίδια εκείνη μέρα ο Δαβίδ συνέχισε τη φυγή του από το Σαούλ, ώσπου έφτασε στον Αχίς, βασιλιά της Γαθ. 12 Οι αξιωματούχοι του Αχίς είπαν στο βασιλιά τους: «Αυτός δεν είναι ο Δαβίδ, ο βασιλιάς της χώρας του Ισραήλ; Δεν είναι γι’ αυτόν που οι γυναίκες καθώς χόρευαν έλεγαν:
Ο Σαούλ σκότωσε χιλιάδες
μα ο Δαβίδ μυριάδες;»
13 Ο Δαβίδ κατάλαβε τη βαρύτητα που είχαν αυτά τα λόγια, κι άρχισε να φοβάται πάρα πολύ τον Αχίς. 14 Έκανε, λοιπόν, τον τρελό μπροστά τους, συμπεριφερόταν σαν ανόητος όταν τον πιάνανε, χάραζε σχήματα πάνω στις πόρτες κι άφηνε το σάλιο του να τρέχει πάνω στα γένεια του.
15 Είπε λοιπόν ο Αχίς στους αξιωματούχους του: «Δε βλέπετε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι τρελός; Τι μου τον φέρατε; 16 Μήπως έχω ανάγκη από τέτοιους και τον φέρατε για να κάνει τις τρέλες του μπροστά μου; Ήταν ανάγκη να ’ρθεί στο ανάκτορό μου;»
大卫在挪伯获亚希米勒帮助
1 大卫到了挪伯祭司亚希米勒那里,亚希米勒战战兢兢地迎接大卫,对他说:"你为甚么独自一人,没有人跟随你呢?"本节在《马索拉文本》为21:22 大卫对亚希米勒祭司说:"王吩咐我作一件事,对我说:‘我差派你,吩咐你去办的这事,你不要让任何人知道,我已经指示我的仆人在某地会面。’3 现在你手中有甚么?求你给我五个饼,或是别的食物。"4 祭司回答大卫:"我手中没有普通的饼,只有圣饼。只有那些没有亲近过女人的年轻人,才可以吃的。"5 大卫回答祭司说:"像以往我出征的时候一样,这次我们出征前,确实没有亲近女人。虽然这是一次普通的任务,众仆人的器皿还是清洁的,何况今天这些器皿更加是清洁的。"6 于是祭司把圣饼给他,因为在那里没有别的饼,只有陈设饼,就是那些刚从耶和华面前拿下来,为要换上热的。
7 那天有一个扫罗的臣仆在那里,留在耶和华面前。他名叫多益,是以东人,是扫罗牧羊人中的领袖。
8 大卫问亚希米勒:"你手下有枪有刀没有?因为王的事很急迫,所以我手里连刀剑或其他武器都没有带来。"9 祭司回答:"有一把刀,是你从前在以拉谷击杀的那非利士人歌利亚的刀。这刀用布包着,放在以弗得后面,你若是要拿去自用,就拿去吧,因为这里除了这刀以外,再没有别的武器了。"大卫说:"没有比这更好的刀了,请你给我吧!"
大卫在迦特装疯
10 那一天大卫起来,从扫罗面前逃走,到了迦特王亚吉那里。11 亚吉的臣仆对亚吉说:"这不是那地的王大卫吗?那里的妇女不是指着他跳舞歌唱说:
‘扫罗杀死千千,
大卫杀死万万’吗?"
12 大卫把这些话记在心里,他非常怕迦特王亚吉,13 就在众人面前假装神智不健全,在他们手下装疯,在城门的门扇上胡乱涂写,又让唾沫流到胡须上。14 亚吉就对他的臣仆说:"你们看,这个人疯了,你们为甚么把他带到我这里来呢?15 难道我缺少疯子吗?你们竟把这人带来我面前发疯。这人怎可以进我的家呢?"