Ο πόλεμος εναντίον των Αμαληκιτών
1 Όταν μετά από τρεις μέρες ο Δαβίδ και οι άντρες του έφτασαν στη Σικλάγ, οι Αμαληκίτες είχαν επιτεθεί νότια της περιοχής του Ιούδα είχαν χτυπήσει τη Σικλάγ και την είχαν πυρπολήσει. 2 Αιχμαλώτισαν τις γυναίκες και όλους όσοι βρίσκονταν στην πόλη, μικρούς και μεγάλους. Δε σκότωσαν κανέναν, αλλά τους πήραν μαζί τους κι εξακολούθησαν τον δρόμο τους. 3 Όταν ήρθε ο Δαβίδ και οι άντρες του στην πόλη, τη βρήκαν πυρπολημένη και είδαν ότι οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους είχαν απαχθεί. 4 Τότε άρχισαν όλοι τους να κλαίνε με γοερές κραυγές, ώσπου εξαντλήθηκαν από το κλάμα. 5 Αιχμαλωτίστηκαν επίσης και οι δύο γυναίκες του Δαβίδ, η Αχινοάμ, που καταγόταν από την Ιζρεέλ και η Αβιγαία, πρώην γυναίκα του Ναβάλ από την πόλη Κάρμηλος.
6 Ο Δαβίδ έπεσε σε μεγάλη στενοχώρια, γιατί οι σύντροφοί του σκέφτονταν να τον λιθοβολήσουν. Ήταν όλοι τους πολύ πικραμένοι, καθένας τους για τους γιους τους και τις κόρες τους. Ο Δαβίδ όμως πήρε δύναμη από τον Κύριο, το Θεό του, 7 και είπε στον ιερέα Αβιάθαρ, γιο του Αχιμέλεχ: «Φέρε μου, σε παρακαλώ, το εφώδ». Ο Αβιάθαρ του έφερε το εφώδ 8 κι ο Δαβίδ ρώτησε τον Κύριο: «Να καταδιώξω τη συμμορία αυτή των ληστών; Θα την προφτάσω;» Και ο Κύριος του απάντησε: «Καταδίωξέ την· σίγουρα θα τους προφτάσεις και θα ελευθερώσεις τους αιχμαλώτους». 9,10 Έτσι ο Δαβίδ με τους εξακόσιους άντρες του έφυγαν και ήρθαν ως το χείμαρρο Βεσόρ, όπου και παρέμειναν αρκετοί απ’ αυτούς –διακόσιοι άντρες– γιατί ήταν κουρασμένοι και δεν μπορούσαν να περάσουν το ποτάμι. Ο Δαβίδ με τετρακόσιους άντρες εξακολούθησε την καταδίωξη.
11 Έξω στα χωράφια οι άντρες του Δαβίδ βρήκαν έναν νεαρό Αιγύπτιο και τον έφεραν στο Δαβίδ. Του έδωσαν ψωμί και έφαγε και νερό να πιει· 12 του έδωσαν ακόμη μια τσαπέλα ξερά σύκα και δυο τσαμπιά ξερές σταφίδες· έφαγε και συνήλθε, γιατί είχε να φάει και να πιει τρία μερόνυχτα. 13 Ο Δαβίδ τον ρώτησε: «Σε ποιον ανήκεις και από πού είσαι;»
Εκείνος απάντησε: «Είμαι Αιγύπτιος, δούλος κάποιου Αμαληκίτη· ο κύριός μου μ’ εγκατέλειψε, γιατί αρρώστησα πριν από τρεις μέρες. 14 Εμείς επιτεθήκαμε νότια της περιοχής των Κερεθιτών, στην περιοχή του Ιούδα και νότια της περιοχής των ΧαλεβιτώνΧαλεβιτών. Συγγένεια της φυλής Ιούδα. και πυρπολήσαμε τη Σικλάγ».
15 Τότε ο Δαβίδ του είπε: «Θα μας οδηγήσεις κάτω σ’ αυτή τη συμμορία των ληστών;» Ο νεαρός απάντησε: «Ορκίσου μου στο Θεό ότι δε θα με σκοτώσεις και δε θα με παραδώσεις στον κύριό μου κι εγώ θα σε οδηγήσω σ’ αυτούς». 16 Έτσι ο νεαρός οδήγησε το Δαβίδ στους Αμαληκίτες. Είχαν σκορπιστεί σ’ όλη την περιοχή τρώγοντας και πίνοντας και πανηγυρίζοντας για τα άφθονα λάφυρα που είχαν πάρει από τη χώρα των Φιλισταίων κι από την περιοχή του Ιούδα.
17 Ο Δαβίδ τους πολέμησε μ’ επιτυχία από την αυγή της επόμενης μέρας ως το βράδυ· κανείς απ’ αυτούς δε σώθηκε, παρά μόνο τετρακόσιοι νέοι, που έφυγαν καβάλα στις καμήλες τους. 18 Ο Δαβίδ πήρε πίσω όλα όσα είχαν αρπάξει οι Αμαληκίτες, κι ελευθέρωσε τις δύο γυναίκες του. 19 Κανείς δε βρέθηκε να λείπει, μικρός ή μεγάλος, γιος ή θυγατέρα· επίσης τίποτα δεν έλειπε από τα λάφυρα που τους είχαν πάρει οι Αμαληκίτες. Τα πήρε πάλι όλα πίσω ο Δαβίδ. 20 Επίσης πήρε όλα τα πρόβατα και τα βόδια των Αμαληκιτών· τα οδηγούσαν μπροστά από τα άλλα ζώα και φώναζαν: «Αυτά είναι τα λάφυρα του Δαβίδ!»
21 Ο Δαβίδ ήρθε στο χείμαρρο Βεσόρ, όπου είχαν παραμείνει οι διακόσιοι άντρες που δεν τον ακολούθησαν γιατί ήταν κουρασμένοι. Αυτοί, όταν τον είδαν να πλησιάζει μαζί με τους άντρες που ήταν μαζί του, βγήκαν να τους προϋπαντήσουν. Ο Δαβίδ βγήκε μπροστά από τους άλλους, τους πλησίασε και τους χαιρέτησε. 22 Τότε, μερικοί κακόβουλοι και αχρείοι άνθρωποι από κείνους που είχαν πάει μαζί με τον Δαβίδ, έλεγαν: «Αυτοί δεν ήρθανε μαζί μας! Δε θα τους δώσουμε από τα λάφυρα που πήραμε πίσω. Να πάρουν ο καθένας τη γυναίκα τους και τα παιδιά τους και να φύγουν».
23 Αλλά ο Δαβίδ είπε: «Μην κάνετε έτσι, αδέρφια μου, μ’ αυτά που μας έδωσε ο Θεός. Αυτός μας φύλαξε κι έκανε να πέσει στα χέρια μας η συμμορία των ληστών που μας είχαν επιτεθεί. 24 Κανείς δε συμφωνεί μαζί σας στο θέμα αυτό. Το μερίδιο αυτού που βγαίνει και πολεμάει θα είναι το ίδιο μ’ εκείνου που μένει πίσω με τις αποσκευές. Εξ ίσου θα μοιράζονται όλα». 25 Από την ημέρα εκείνη και στο εξής, ο Δαβίδ το έκανε αυτό νόμο και έθιμο, που τηρείται στο λαό του Ισραήλ μέχρι σήμερα.
26 Όταν ήρθε ο Δαβίδ στη Σικλάγ, έστειλε μέρος από τα λάφυρα στους πρεσβυτέρους της φυλής Ιούδα, που ήταν φίλοι του. «Ορίστε ένα δώρο για σας», τους είπε, «από τα λάφυρα των εχθρών του Κυρίου».
27 Τέτοια λάφυρα έστειλε ο Δαβίδ και στους πρεσβυτέρους των πόλεων Βαιθήλ, Ραμώθ της Μεσημβρινής, Ιαθείρ, 28 Αροήρ, Σιφμώθ, Εστεμοά, 29 Ραχάλ· επίσης στους πρεσβυτέρους των πόλεων των Ιεραχμεελιτών και των Κεναίων, 30 καθώς και των πόλεων Χορμά, Βωρ-Ασάν, Αθάχ, 31 Χεβρών –σ’ όλα τα μέρη απ’ όπου είχε περάσει με τους άντρες του.
亚玛力人焚掠洗革拉
1 第三天,大卫和跟随他的人到了洗革拉。那时亚玛力人袭击了南地和洗革拉。他们攻破了洗革拉,又放火焚烧。2 他们把城里的妇女,无论大小都掳走了按照《七十士译本》,"城里的妇女,无论大小"作"妇女和城里所有的人,无论大小"。他们没有杀人,都带着他们从原路回去了。3 大卫和跟随他的人到了那城,看见城已经被火烧毁,他们的妻子、儿女都被掳走了,4 就放声大哭,直哭到没有力气再哭。5 大卫的两个妻子,耶斯列人亚希暖和作过拿八妻子的迦密人亚比该,也都被掳去了。6 大卫处境非常困难,因为众人都为自己的儿女心中苦恼,说要用石头打死大卫;但大卫靠着耶和华他的 神坚强起来。
大卫追杀亚玛力人
7 大卫对亚希米勒的儿子、亚比亚他祭司说:"请你把以弗得带到我这里来。"亚比亚他就把以弗得带到大卫那里去。8 大卫求问耶和华说:"我可以追赶这群匪徒吗?我可以追上他们吗?"耶和华回答他:"你可以追赶,你必定追上,也必定把一切救回来。"9 于是大卫和跟随他的六百人出发。他们到了比梭溪,有些跟不上的就留在那里。10 有二百人太疲乏,不能渡过比梭溪,就留在那里,大卫和四百人继续追赶。
11 他们在田野里遇见一个埃及人,就把他带到大卫那里。他们给他饭吃,又给他水喝。12 又给他一块无花果饼,两个葡萄饼。他吃了,精神就恢复过来,因为他已经三天三夜没有吃东西,没有喝水了。13 大卫问他:"你是属谁的?你从哪里来?"他回答:"我是个埃及的青年人,是亚玛力人的奴仆。因为我三天前病了,我的主人就把我丢弃了。14 我们侵袭了基利提的南方和属犹大地的南方,以及迦勒地的南方,又用火烧了洗革拉。"15 大卫对他说:"你愿意带我下到那一群匪徒那里吗?"他回答:"如果你指着 神向我起誓,不杀死我,也不把我交在我主人手里,我就带你下到那一群匪徒那里去。"
16 他带大卫下去。匪徒们都分散在各处,正在吃喝、跳舞,因为他们从非利士地和犹大地抢来的战利品很多。17 大卫击杀他们,从黄昏直到次日的晚上。除了四百个骑骆驼的年轻人逃跑了以外,他们当中一个人也没有逃脱。18 亚玛力人抢去的一切,大卫都救回来了,也救回了他的两个妻子。19 无论大小,不分男女,无论是他们抢来的,或是被人掳去的,大卫都夺回来,没有失落一样。20 大卫夺了所有的羊群和牛群,跟从大卫的人把牠们赶到原有的群畜面前,说:"这是大卫的战利品。"
定分掠物的条例
21 大卫来到那二百人那里,那些人因太疲乏不能跟随大卫去,而留在比梭溪旁;他们出来迎接大卫和跟随他的众人。大卫接近众人的时候,就向他们问安。22 与大卫一起去的那些人中,有些恶人和流氓说:"他们没有和我们一起去,我们就不把夺回来的战利品分给他们,只把他们各人的妻子和儿子还给他们,让他们领回去就是了。"23 大卫说:"兄弟们,耶和华赐给我们的,你们不可以这样作。他保护了我们,又把那些攻击我们的匪徒交在我们手里。24 这事谁要听从你们呢?下战场的得多少,留守武器的也得多少,应当大家平分。"25 从那天起,大卫定此为以色列的律例典章,直到今日。
送礼给犹大各城
26 大卫到了洗革拉,就从战利品中取一部分送给他的朋友、犹大的长老,说:"看哪,这是从耶和华的仇敌那里得来的战利品,送给你们作礼物。"27 他送礼物给在伯特利的、在南地拉末的、在雅提珥的、28 在亚罗珥的、在息末的、在以实提莫的、29 在拉哈勒的、在耶拉蔑各城的、在基尼各城的、30 在何珥玛的、在歌拉珊的、在亚挞的、31 在希伯仑的人,又送给一切大卫及其跟随者所到过之地的人。