Η πικρία της Άννας
1 Στη Ραμαθαΐμ, στην ορεινή περιοχή της φυλής Εφραΐμ, ζούσε κάποτε ένας που καταγόταν από τα μέρη της οικογένειας Σουφ. Το όνομά του ήταν Ελκανά· πατέρας του ήταν ο Ιεροχάμ, παππούς του ο Ελιού, και προπάππος του ο Τόχου, ο οποίος ανήκε στην οικογένεια Σουφ των Εφραϊμιτών. 2 Αυτός είχε δύο γυναίκες· το όνομα της μιας ήταν Άννα και της άλλης Φενίννα. Η Φενίννα είχε παιδιά, ενώ η Άννα δεν είχε.
3 Κάθε χρόνο ο άνθρωπος αυτός ανέβαινε από την πόλη του στο αγιαστήριο της Σιλώ για να προσκυνήσει και να προσφέρει θυσία στον Κύριο, το Θεό του Ισραήλ. Εκεί ιερείς του Κυρίου ήταν οι δυο γιοι του Ηλεί, ο Χοφνί και ο Φινεές.Για το αγιαστήριο της Σιλώ βλ. υποσ. εις Ιησ 18:1-10.4 Όταν ο Ελκανά θυσίαζε, έδινε μερίδες από τη θυσία στη γυναίκα του τη Φενίννα, στους γιους της και στις κόρες της. 5 Στην Άννα, όμως, αν και την αγαπούσε, έδινε μία μόνο μερίδα,αν και... μερίδα. Άλλη εκδοχή: επειδή την αγαπούσε, της έδινε διπλή μερίδα. επειδή ο Κύριος την είχε κάνει στείρα. 6 Τότε η Φενίννα, ως αντίζηλή της, ταπείνωνε την Άννα για να την εξοργίζει που ο Κύριος την είχε κάνει στείρα. 7 Αυτό γινόταν κάθε χρόνο. Κάθε φορά που ανέβαιναν στον οίκο του Κυρίου, η Φενίννα εξόργιζε την Άννα, κι εκείνη έκλαιγε και δεν έτρωγε. 8 Τότε της έλεγε ο Ελκανά, ο άντρας της: «Άννα, γιατί κλαις και δεν τρως, γιατί είν’ η καρδιά σου πικραμένη; Δεν αξίζω εγώ για σένα περισσότερο από δέκα γιους;»
9 Μια φορά, αφού είχαν φάει κι είχαν πιει στη Σιλώ, η Άννα σηκώθηκε. Ο ιερέας Ηλεί καθόταν στη θέση του, κοντά στην είσοδο του οίκου του Κυρίου. 10 Η Άννα ήταν πολύ πικραμένη, και προσευχόταν κλαίγοντας στον Κύριο. 11 Έκανε τάμα και είπε: «Κύριε, Θεέ του Ισραήλ, αν σκύψεις πάνω από την ταλαιπωρία της δούλης σου, αν δεν με ξεχάσεις και πράγματι μου δώσεις αρσενικό παιδί, τότε εγώ θα το αφιερώσω σ’ εσένα, Κύριε, για όλη του τη ζωή και ξυράφι δε θ’ αγγίξει το κεφάλι του.και ξυράφι... κεφάλι του. Για τους Ναζηραίους βλ. Αρ 6:1-21.
Ο Θεός ακούει την προσευχή της Άννας
12 Ενώ αυτή συνέχιζε να προσεύχεται ενώπιον του Κυρίου, ο Ηλεί παρατηρούσε το στόμα της. 13 Η Άννα μιλούσε από μέσα της· τα χείλη της μόνο κινιόνταν, αλλά η φωνή της δεν ακουγόταν. Έτσι ο Ηλεί την πέρασε για μεθυσμένη. 14 «Ως πότε θα είσαι μεθυσμένη;» της είπε. «Πήγαινε να ξεμεθύσεις».
15 «Όχι, κύριέ μου», του αποκρίθηκε η Άννα, «είμαι μια γυναίκα καταστενοχωρημένη. Δεν ήπια κρασί ούτε άλλα δυνατά ποτά· απλώς άνοιξα την καρδιά μου ενώπιον του Κυρίου. 16 Μη θεωρήσεις τη δούλη σου καμιά τιποτένια· αν προσευχήθηκα ως τώρα, ήταν απ’ τον πολύ μου πόνο και τη θλίψη».
17 Ο Ηλεί της αποκρίθηκε: «Πήγαινε στο καλό, κι ο Θεός του Ισραήλ ας σου δώσει αυτό που του ζήτησες». 18 Κι εκείνη απάντησε: «Ας έχω η δούλη σου την εύνοιά σου». Τότε η Άννα πήγε κι έφαγε και το πρόσωπό της δεν ήταν πια μελαγχολικό.
19 Την άλλη μέρα το πρωί ο Ελκανά και η οικογένειά του σηκώθηκαν νωρίς, προσκύνησαν ενώπιον του Κυρίου, και γύρισαν στο σπίτι τους, στη Ραμαθά. Ο Ελκανά συνευρέθηκε με τη γυναίκα του την Άννα, κι ο Κύριος θυμήθηκε την προσευχή της. 20 Εκείνη έμεινε έγκυος κι όταν συμπληρώθηκε ο καιρός, γέννησε γιο. Τότε είπε: «Τον ζήτησα από τον Κύριο» και τον ονόμασε «Σαμουήλ».Σαμουήλ. Στα εβρ. σημαίνει «Όνομα Θεού». Εδώ σχετίζεται με το εβρ. ρήμα «ζητώ».
Το παιδί αφιερώνεται στον Κύριο
21 Τον επόμενο χρόνο, ο Ελκανά ανέβηκε μαζί μ’ όλη του την οικογένεια να προσφέρει στον Κύριο την ετήσια θυσία και ένα τάμα που είχε κάνει. 22 Η Άννα όμως δεν ανέβηκε. «Θα περιμένω ώσπου ν’ απογαλακτιστεί το παιδί», είπε στον άντρα της, «κι έπειτα θα το φέρω να παρουσιαστεί ενώπιον του Κυρίου και να μείνει εκεί για πάντα». 23 Ο Ελκανά τής απάντησε: «Κάνε ό,τι νομίζεις σωστό. Μείνε ώσπου να το απογαλακτίσεις. Μακάρι ο Κύριος να εκπληρώσει την επιθυμία σου». Έτσι κάθισε η γυναίκα και θήλαζε το γιο της, ώσπου τον απόκοψε.
24 Όταν τον απόκοψε, κι ενώ ήταν ακόμα πολύ μικρός, τον πήρε μαζί της, πήρε κι ένα βόδι τριών χρονών, ένα εφά αλεύρι κι ένα ασκί κρασί και ήρθε στον οίκο του Θεού, στη Σιλώ. 25 Εκεί έσφαξαν το βόδι κι έφεραν το παιδί στον Ηλεί. 26 Τότε η Άννα του είπε: «Κύριέ μου, εγώ είμαι η γυναίκα που στάθηκε εδώ κοντά σου για να προσευχηθεί στον Κύριο. Είναι αλήθεια, όπως με βλέπεις και σε βλέπω. 27 Για το παιδί αυτό προσευχήθηκα· κι ο Κύριος μου έδωσε αυτό που του ζήτησα. 28 Έτσι κι εγώ το αφιερώνω τώρα στον Κύριο. Για όλη του τη ζωή θα είναι αφιερωμένο σ’ αυτόν». Κι όλη η οικογένεια προσκύνησαν εκεί τον Κύριο.
以利加拿携二妻到示罗献祭
1 在以法莲山地的拉玛.琐非,有一个以法莲人名叫以利加拿,是耶罗罕的儿子、以利户的孙子、托户的曾孙、苏弗的玄孙。2 他有两个妻子,一个名叫哈拿,另一个名叫毘尼拿。毘尼拿有孩子,哈拿却没有孩子。3 这人每年都从他的本城上示罗去敬拜,献祭给万军之耶和华。在示罗有以利的两个儿子,何弗尼和非尼哈,作耶和华的祭司。4 以利加拿在献祭的那天,就把祭肉分给妻子毘尼拿和她所有的儿女。5 但他只分给哈拿一分;他虽然爱哈拿《马索拉文本》意思不明确,"但他只分给哈拿一分;他虽然爱哈拿"或译:"但他分给哈拿双分,因为他爱哈拿",耶和华却使哈拿不能怀孕。6 因为耶和华使哈拿不能怀孕,她的对头就尽力刺激她,使她苦恼。7 年年都是这样;每逢她上耶和华殿的时候,毘尼拿总是刺激哈拿,使她哭泣,吃不下饭。8 她的丈夫以利加拿对她说:"哈拿,你为甚么哭泣?为甚么不吃饭,为甚么心里难过呢?你有我不是比有十个儿子更好吗?"
哈拿求子
9 哈拿在示罗吃喝完了,就起来。那时以利祭司在耶和华殿的门柱旁边,坐在椅子上。10 她心里愁苦,就向耶和华祷告,流泪痛哭,11 并且许愿,说:"万军之耶和华啊,你若是看顾使女的困苦,记念我,不忘记你的使女,赐给使女一个儿子,我就必把他一生献给耶和华,不剃他的头。"
12 哈拿向耶和华祷告了很久,以利一直在注视她的嘴。13 原来哈拿是在心中诉说,只见她的嘴唇在动,却听不见她的声音,因此以利以为她是个喝醉了的女人。14 以利就对她说:"你要醉到几时呢?快快醒过来吧!"15 哈拿回答:"我主啊,不是的。我是个心灵愁苦的妇人,淡酒烈酒都没有喝,只不过在耶和华面前倾吐我的心意。16 不要把你的使女看作不检点的女子,我因为极度愁苦和激动,才一直倾诉到现在。"17 以利回答:"平平安安回去吧!愿以色列的 神把你向他所求的赐给你。"18 哈拿说:"愿你的婢女在你眼前蒙恩!"于是这妇人回去,并且吃饭,脸上再没有愁容。
撒母耳出生
19 第二天,他们清早起来,在耶和华面前敬拜,然后回到他们的家乡拉玛,回到自己的家里去。以利加拿和妻子哈拿同房;耶和华顾念哈拿,20 她就怀孕;时候到了,就生了一个儿子,哈拿给他起名叫撒母耳,因为她说:"他是我从耶和华那里求来的。"
撒母耳被献
21 以利加拿和他全家都上示罗去,向耶和华献年祭和还所许的愿;22 哈拿却没有上去,因为她对丈夫说:"等孩子断了奶,我才带他去朝见耶和华。他要永远住在那里。"23 她丈夫以利加拿对她说:"你看怎样好,就怎样作吧。你可以留在这里,等到你给孩子断了奶,但愿耶和华实现他的话。"于是哈拿留在家里乳养孩子,直到给他断了奶。24 她给孩子断了奶之后,就带他一同上去,又带了一头三岁的公牛按照《马索拉文本》,"一头三岁的公牛"应作"三头公牛";现参照《七十士译本》翻译、十公斤面和一皮袋酒。她把孩子带到示罗耶和华的殿那里;那时孩子还很小。25 他们宰了公牛以后,就带孩子到以利那里,26 妇人说:"我主啊,我敢指着我主的性命起誓,我就是从前在这里站在你旁边,向耶和华祷告的那个妇人。27 那时我祈求为要得这孩子,耶和华已经把我向他所求的赐给我了,28 所以我现在把他献给耶和华,他的一生是属于耶和华的。"于是他就在那里敬拜耶和华。