Θάνατος του Σαμουήλ
1 Εκείνο τον καιρό πέθανε ο Σαμουήλ. Όλοι οι Ισραηλίτες συγκεντρώθηκαν κι έκαναν θρήνο γι’ αυτόν· τον έθαψαν στο σπίτι του, στη Ραμά. Μετά ο Δαβίδ κατέβηκε στην έρημο Φαράν.
Δαβίδ και Αβιγαία
2-4 Στη Μαών ζούσε κάποιος από τη συγγένεια του Χάλεβ, που είχε τα κτήματά του στη γειτονική πόλη Κάρμηλο. Το όνομά του ήταν Ναβάλ και ήταν πάρα πολύ πλούσιος, με τρεις χιλιάδες πρόβατα και χίλια γίδια. Η γυναίκα του, έξυπνη και με ωραία εμφάνιση, ονομαζόταν Αβιγαία. Ο ίδιος ήταν σκληρός και κακός άνθρωπος.
Στην έρημο που βρισκόταν ο Δαβίδ, έμαθε ότι ο Ναβάλ είχε πάει στον Κάρμηλο να κουρέψει τα πρόβατά του. 5 Έστειλε λοιπόν δέκα νέους και τους είπε: «Ανεβείτε στον Κάρμηλο, στο Ναβάλ και χαιρετήστε τον εκ μέρους μου, 6 μ’ αυτά τα λόγια: "να ’σαι πολύχρονος κι όλα να σου πηγαίνουν καλά στην οικογένειά σου και σ’ όλα σου τα υπάρχοντα! 7 Ο Δαβίδ άκουσε πως έχεις εκεί κουρευτές προβάτων. Αλλά να ξέρεις ότι τους βοσκούς σου που ήταν μαζί μας στον Κάρμηλο όλο αυτόν τον καιρό δεν τους πειράξαμε, και τίποτε απ’ όσα είχαν δε χάθηκε. 8 Ρώτησέ τους και θα σου το βεβαιώσουν. Ο Δαβίδ ζητάει να έχουμε την εύνοιά σου, σήμερα που είναι μέρα γιορτής και ήρθαμε σ’ εσένα. Δώσε μας, σε παρακαλούμε, ό,τι μπορείς στους δούλους σου και στο γιο σου το Δαβίδ"».
9 Ήρθαν, λοιπόν, οι νέοι του Δαβίδ και είπαν εκ μέρους του στο Ναβάλ όλα αυτά τα λόγια και περίμεναν την απάντησή του. 10 Αλλά ο Ναβάλ τους αποκρίθηκε: «Ποιος είν’ αυτός ο Δαβίδ, ο γιος του Ιεσσαί; Πολλοί δούλοι δραπετεύουν σήμερα από τ’ αφεντικά τους. 11 Είμαι υποχρεωμένος εγώ να πάρω το ψωμί μου και το κρασί μου και τα σφαχτά που ετοίμασα για τους κουρευτές μου και να τα δώσω σ’ ανθρώπους που δεν τους ξέρω από πού είναι;»
12 Οι νέοι πήραν πάλι το δρόμο της επιστροφής, κι ήρθαν και διαβίβασαν στο Δαβίδ όλα αυτά τα λόγια. 13 Τότε ο Δαβίδ είπε στους άντρες του: «Ζωστείτε τα σπαθιά σας». Τα ζώστηκαν. Ζώστηκε κι εκείνος το δικό του, και τον ακολούθησαν περίπου τετρακόσιοι άντρες, ενώ διακόσιοι έμειναν στις αποσκευές.
14 Ένας από τους δούλους του Ναβάλ ειδοποίησε την Αβιγαία, τη γυναίκα του αφεντικού του. «Ο Δαβίδ», της είπε, «έστειλε αγγελιοφόρους από την έρημο να χαιρετήσουν τον κύριό μας, αλλά εκείνος τους έβρισε. 15 Εμάς οι άνθρωποι μας φάνηκαν πολύ καλοί. Δε μας έβλαψαν κι ούτε χάσαμε τίποτε όλο τον καιρό που τους συναναστρεφόμασταν, όταν ήμασταν στα λιβάδια. 16 Αυτοί ήταν γύρω μας σαν τείχος νύχτα και μέρα, όλο τον καιρό που βόσκαμε μαζί τους τα πρόβατα. 17 Τώρα, λοιπόν, σκέψου κάτι και κοίτα τι θα κάνεις, γιατί σίγουρα έχει αποφασιστεί κάτι κακό εναντίον του κυρίου μας και της οικογένειάς του. Αλλά αυτός είναι τόσο κακός, που κανένας δεν μπορεί να του μιλήσει».
18 Τότε έτρεξε η Αβιγαία και πήρε διακόσια καρβέλια ψωμί, δυό ασκιά κρασί, πέντε πρόβατα έτοιμα σφαγμένα, πέντε γαβάθες ψημένο στάρι, εκατό τσαμπιά ξερή σταφίδα και διακόσιες αρμαθιές ξηρά σύκα και τα φόρτωσε στα γαϊδούρια. 19 «Προχωρήστε εσείς μπροστά από μένα», είπε στους δούλους της, «κι εγώ θα σας ακολουθώ». Αλλά στον άντρα της το Ναβάλ δεν είπε τίποτα.
20 Ενώ αυτή κατέβαινε καβάλα στο γαϊδούρι της, κρυμμένη πίσω από ένα ύψωμα, ο Δαβίδ και οι άντρες του έρχονταν προς το μέρος της και συναντήθηκαν. 21 Όλο αυτό το διάστημα ο Δαβίδ σκεφτόταν: «Πράγματι, μάταια φύλαγα τα υπάρχοντα αυτουνού στην έρημο, να μη χαθεί τίποτε. Αυτός τώρα μου ανταποδίδει κακό για το καλό που του ’κανα. 22 Ο Θεός να με τιμωρήσει, αν αφήσω εγώ απ’ όλα τα υπάρχοντά του ένα αρσενικό ζωντανό ως αύριο το πρωί!»
23 Η Αβιγαία μόλις είδε το Δαβίδ, κατέβηκε βιαστικά από το γαϊδούρι, έσκυψε το κεφάλι της μπροστά του και τον προσκύνησε ως το έδαφος. 24 Έπεσε στα πόδια του και του είπε: «Δικό μου, κύριέ μου, είναι το φταίξιμο. Άσε τη δούλη σου να σου μιλήσω κι άκουσέ με. 25 Μην πάρεις, κύριέ μου, στα σοβαρά τον κακό αυτό άνθρωπο, το Ναβάλ. Αυτός είναι ΝαβάλΝαβάλ. Στα εβρ. σημαίνει «ανόητος». –όνομα και πράγμα. Η ανοησία είναι το χαρακτηριστικό του. Εγώ όμως, η δούλη σου, δεν είδα τους νέους σου που μας έστειλες.
26 »Και τώρα, κύριέ μου, σε βεβαιώνω ότι, όπως είναι αλήθεια πως ο Κύριος υπάρχει και πως εσύ ζεις, έτσι είναι αλήθεια ότι ο Κύριος σε εμπόδισε να κάνεις φόνο και να πάρεις εκδίκηση εσύ ο ίδιος. Είθε να καταντήσουν σαν το Ναβάλ οι εχθροί σου κι αυτοί που θέλουν το κακό σου, κύριέ μου! 27 Το δώρο αυτό που σου ’φερα η δούλη σου, ας δοθεί στους άντρες που σε ακολουθούν, κύριέ μου. 28 Συγχώρησε, σε παρακαλώ, το παράπτωμα της δούλης σου! Ξέρω καλά, κύριέ μου, πως ο Κύριος θα δώσει οπωσδήποτε τη βασιλεία στους δικούς σου απογόνους για πάντα, γιατί πολεμάς γι’ αυτόν· και κακό δε θα σε βρει στη ζωή σου. 29 Κάποιος σε καταδιώκει και προσπαθεί να σε σκοτώσει, κύριέ μου, αλλά η ζωή σου είναι προστατευμένη κοντά στον Κύριο, το Θεό σου. Αυτός θα ξετινάξει τη ζωή των εχθρών σου σαν με σφεντόνα. 30 Όταν ο Κύριος πραγματοποιήσει όλες τις ευεργεσίες του που σου έχει υποσχεθεί και σε κάνει αρχηγό στον Ισραήλ, 31 τότε, κύριέ μου, δε θα υποφέρεις από τις τύψεις της συνείδησής σου, ότι σκότωσες χωρίς λόγο ή ότι πήρες εσύ ο ίδιος εκδίκηση για τον εαυτό σου. Ωστόσο, όταν ο Κύριος θα σ’ έχει ευεργετήσει, θυμήσου με κι εμένα, τη δούλη σου».
32 Τότε ο Δαβίδ είπε στην Αβιγαία: «Ευλογημένος ας είναι ο Θεός του Ισραήλ, που σ’ έστειλε σήμερα να με συναντήσεις! 33 Ευλογημένη η φρόνησή σου και ευλογημένη εσύ, που μ’ εμπόδισες να κάνω φόνο σήμερα και να πάρω εκδίκηση εγώ για τον εαυτό μου! 34 Πράγματι είναι αληθινός ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, που με εμπόδισε να σου κάνω κακό! Αν δεν έτρεχες να ’ρθεις να με συναντήσεις, δε θα ’μενε στον Ναβάλ κανένα αρσενικό ως την αυγή». 35 Ο Δαβίδ δέχτηκε τα δώρα που του πρόσφερε η Αβιγαία και της είπε: «Γύρνα ξένοιαστη στο σπίτι σου. Βλέπεις, εγώ υποχώρησα στα λόγια σου και τίμησα το πρόσωπό σου». 36 Όταν η Αβιγαία γύρισε στον Ναβάλ, εκείνος είχε φαγοπότι στο σπίτι του σαν να ήταν συμπόσιο βασιλικό. Ο ίδιος είχε ’ρθεί στο κέφι και ήταν τύφλα στο μεθύσι. Γι’ αυτό δεν του είπε τίποτα ως την αυγή.
37 Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ο Ναβάλ είχε πια ξεμεθύσει, η γυναίκα του τού διηγήθηκε όλα όσα συνέβησαν. Τότε αυτός έπαθε συμφόρηση και παρέλυσε. 38 Μετά από δέκα περίπου μέρες, ο Κύριος έστειλε στον Ναβάλ καινούριο πλήγμα και πέθανε.
39 Όταν έμαθε ο Δαβίδ ότι ο Ναβάλ πέθανε, είπε: «Ευλογημένος ας είναι ο Κύριος, που εκδικήθηκε την προσβολή που μου έκανε ο Ναβάλ κι εμπόδισε το δούλο του να κάνω κάποιο κακό! Ο Κύριος έστρεψε την κακία του Ναβάλ στο ίδιο του το κεφάλι». Κι έστειλε ο Δαβίδ ανθρώπους να προτείνουν στην Αβιγαία να γίνει γυναίκα του. 40 Ήρθαν οι δούλοι του στην Αβιγαία στην πόλη Κάρμηλο και της είπαν: «Ο Δαβίδ μας έστειλε σ’ εσένα για να σε πάρει γυναίκα του». 41 Εκείνη σηκώθηκε κι έπεσε με το πρόσωπο καταγής. «Δούλη του είμαι», είπε, «που θα γίνω υπηρέτρια έτοιμη να πλύνει τα πόδια των δούλων του κυρίου μου».
42 Η Αβιγαία σηκώθηκε βιαστικά, ανέβηκε στο γαϊδούρι και ξεκίνησε με συνοδεία τις υπηρέτριές της. Ακολούθησε τους αγγελιοφόρους του Δαβίδ και έγινε γυναίκα του.
43 Ο Δαβίδ πήρε επίσης και την Αχινοάμ από την Ιζρεέλ, και ήταν και οι δύο τους γυναίκες του. 44 Στο μεταξύ ο Σαούλ την κόρη του τη Μιχάλ, γυναίκα του Δαβίδ, την έδωσε στον Φαλτί, γιο του Λαΐς από τη Γαλλίμ.
撒母耳逝世
1 撒母耳死了,以色列众人都聚集起来,为他哀哭,把他埋葬在拉玛他自己的家里。大卫起身,下到巴兰的旷野去。
大卫遣仆求拿八馈赠
2 在玛云有一个人,他的产业在迦密。他是一个很富有的人,有绵羊三千只,山羊一千只,那时他正在迦密剪羊毛。3 那人名叫拿八,他的妻子名叫亚比该。这女人既聪明,又美丽。但那男人为人粗暴,又行事凶恶。他是个迦勒族的人。4 大卫在旷野听说拿八正在剪羊毛,5 就差派十个仆人,对他们说:"你们上迦密去见拿八,以我的名义向他问安。6 你们要这样说:‘愿你长寿!愿你平安!愿你的家平安!愿你所有的一切都平安!7 现在我听说有人为你剪羊毛。你的牧人与我们在一起的时候,我们都没有侮辱他们;他们在迦密的日子,也从没有遗失过甚么。8 你可以问问你的仆人,他们必会告诉你。愿我派来的这些仆人在你眼前蒙恩,因为我们是在好日子来的,请你把手中所有的,随便赏赐一点给你的仆人和你的儿子大卫。’"
9 大卫的仆人到了,就以大卫的名义,把这些话都对拿八说了,然后等候答复。
拿八辱骂仆人
10 拿八回答大卫的仆人说:"大卫是谁?耶西的儿子是谁?现在离开主人逃走的仆人太多了。11 我怎能把我的饼、我的水,和我为剪羊毛的人宰杀的肉,给那些我不知道从哪里来的人呢?"12 于是大卫的仆人转回原路,回去了。他们到了以后,就把这一切话都告诉大卫。13 大卫对跟随他的人说:"你们各人都佩上刀。"他们各人就佩上自己的刀,大卫也佩上自己的刀。跟随大卫上去的约有四百人,有二百人留下来看守器具。
14 拿八的一个仆人告诉拿八的妻子亚比该说:"大卫从旷野派遣使者来向我们的主人问候,主人却辱骂了他们。15 但是,那些人对我们很好。我们在田野与他们往来的时候,他们都没有侮辱我们,我们也从没有遗失过甚么。16 我们与他们在一起牧羊的日子,他们日夜都作保护我们的墙。17 现在,你要想一想,看看你该怎么办,因为灾祸必定临到我们的主人和他的全家。他是一个性情凶恶的人,没有人敢对他说话。"
18 亚比该急忙拿了两百个饼、两皮袋酒、五只预备好了的羊、十七公斤烘好了的穗子、一百个葡萄饼、两百个无花果饼,都驮在驴背上,19 然后对她的仆人说:"你们先去,我随着你们来。"这事她却没有告诉她的丈夫拿八。20 亚比该骑着驴,正从山坡下来,忽见大卫和跟随他的人也正从对面迎着她走下来,亚比该就与他相遇了。21 大卫曾经说过:"我在旷野看守这人一切所有的,使他一切所有的一样也没有失落,实在是白费心机了。他竟然对我以恶报善。22 如果我让这人一切所有的,就是一个男丁,留到明天早晨, 神怎样惩罚大卫的仇敌,愿他也怎样加倍惩罚我。"
亚比该求大卫饶恕
23 亚比该见了大卫,就急忙从驴背下来,俯伏在大卫面前,脸伏于地,向他叩拜。24 她又俯伏在大卫的脚前,说:"我主啊,愿这罪孽归我。求你容婢女向你讲话,求你听婢女所说的话。25 请我主不要把这个性情凶恶的人拿八放在心上。因为他的名字怎样,他的为人也怎样。他名叫拿八,他也真是愚笨。我主派来的仆人,你的婢女并没有看见。26 我主啊,现在我指着永活的耶和华,又在你面前起誓,耶和华既然阻止了你流人的血,又阻止了你亲手报仇,愿你的仇敌和那些谋害我主的人,都像拿八一样。27 现在,请把你婢女给我主带来的这礼物,赐给跟随我主的仆人。28 求你饶恕你婢女的过犯。耶和华必为我主建立一个坚固的家,因为我主为耶和华争战;在你一生的日子里,在你身上也找不到甚么过错。29 虽然有人起来追赶你,寻索你的命,我主的性命必得保全在耶和华你的 神生命的囊中。至于你仇敌的命,耶和华却要甩去,像从甩石机甩出去一样。30 将来耶和华照着他应许的一切善待了你,立了你作以色列的领袖的时候,31 我主就不致因为无缘无故流人的血或亲自报仇而良心不安,心里有愧了。耶和华恩待了我主以后,求你记念你的婢女。"
大卫息怒
32 大卫对亚比该说:"耶和华以色列的 神是应当称颂的!他今天差派你来迎接我。33 你的智慧和你的为人也是应当称赞的,因为你今天阻止了我流人的血,又阻止了我亲手报仇。34 我指着那拦阻了我加害你的永活的耶和华以色列的 神起誓,如果你不及时来迎见我,到明天早晨,拿八所有的男丁必不留一个。"35 大卫从亚比该手中接受了她带来给他的东西,就对她说:"你平平安安回家去吧!你看,我已经听了你的话,也答应了你的请求。"
拿八之死
36 亚比该到了拿八那里,他正在家中摆设筵席,好象帝王的筵席一样。拿八心里畅快,喝得烂醉如泥,所以无论大事小事亚比该都没有告诉他,直到第二天早晨。37 到了早晨,拿八酒醒了,他的妻子才把这些事告诉他,他就吓得魂不附体,立刻中风瘫痪了。38 大约过了十天,耶和华击打拿八,他就死了。
大卫娶亚比该为妻
39 大卫听见拿八死了,就说:"耶和华是应当称颂的,因为他为我伸了拿八羞辱我的冤,又阻止了仆人行恶,也使拿八的恶归到他自己的头上。"于是大卫派人去对亚比该说要娶她作他的妻子。40 大卫的仆人到了迦密去见亚比该,对她说:"大卫差派我们到你这里来,要娶你作他的妻子。"41 亚比该就起来,面伏于地叩拜,说:"婢女愿意作女仆,洗我主人的脚!"42 亚比该急忙起来,骑上驴,带着五个跟随她的女仆,跟从大卫的使者去了,就作了大卫的妻子。
43 大卫先娶了耶斯列人亚希暖,她们二人都作了他的妻子。
44 扫罗已经把他的女儿米甲,就是大卫的妻子,赐给了迦琳人拉亿的儿子帕提作妻子。