Ο Ιωνάθαν βοηθάει πάλι το Δαβίδ
1 Ο Δαβίδ έφυγε από τη Ναϊώθ της Ραμά και πήγε και βρήκε τον Ιωνάθαν. «Τι έχω κάνει;» του είπε. «Ποια είναι η αδικία μου ή ποια η αμαρτία μου ενάντια στον πατέρα σου, και γυρεύει να με σκοτώσει;» 2 Ο Ιωνάθαν του απάντησε: «Όχι, δε θα σε σκοτώσει. Ο πατέρας μου δεν κάνει τίποτα χωρίς πρωτύτερα να μου το πει –ακόμα και την πιο ασήμαντη μικροδουλειά. Γιατί θα μου ’κρυβε κάτι τέτοιο; Δεν είναι δυνατό».
3 «Ξέρει καλά ο πατέρας σου», του λέειλέει, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «ορκίστηκε». ο Δαβίδ, «ότι έχω κερδίσει τη συμπάθειά σου, και θα σκέφτηκε να μη μάθεις εσύ τίποτε για να μη στενοχωρηθείς. Αλλά σε βεβαιώνω, μα τη ζωή του Κυρίου και μα τη ζωή σου, ότι ένα βήμα με χωρίζει από το θάνατο».
4 Ο Ιωνάθαν του είπε: «Εγώ ό,τι θέλεις θα το κάνω για χάρη σου». 5 Κι ο Δαβίδ απάντησε: «Λοιπόν, αύριο είναι νουμηνία κι εγώ κανονικά θα πρέπει να συμμετάσχω στο βασιλικό τραπέζι. Άφησέ με όμως να φύγω και να κρυφτώ στους αγρούς ως το βράδυ της τρίτης μέρας. 6 Αν ο πατέρας σου με αναζητήσει, θα του πεις: "ο Δαβίδ με παρακάλεσε θερμά να πάει εσπευσμένα στην πατρίδα του τη Βηθλεέμ, γιατί ολόκληρη η οικογένειά του προσφέρει ετήσια θυσία εκεί". 7 Αν ο βασιλιάς πει: "καλά", τότε ο δούλος σου δε διατρέχω κανέναν κίνδυνο. Αν όμως οργιστεί, τότε να ξέρεις ότι είναι αποφασισμένος να το κάνει το κακό. 8 Κάνε μου αυτήν τη χάρη, σε παρακαλώ, αφού έχουμε συνδεθεί με συμφωνία φιλίας στ’ όνομα του Κυρίου. Αν όμως σε κάτι αμάρτησα, σκότωσέ με εσύ καλύτερα, παρά να με παραδώσεις στον πατέρα σου». 9 Ο Ιωνάθαν απάντησε: «Ποτέ δε θα σου συμβεί κάτι τέτοιο! Εγώ, αν μάθω ότι ο πατέρας μου αποφάσισε πραγματικά να σου κάνει κακό, σε βεβαιώνω ότι θα σου το πω». 10 «Και ποιος θα μ’ ενημερώσει εμένα, αν ο πατέρας σου σού απαντήσει με σκληρότητα;» ρώτησε ο Δαβίδ.
11 Ο Ιωνάθαν του είπε: «Έλα, πάμε έξω». Και βγήκαν οι δυό τους έξω στα χωράφια. 12 «Ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ ας είναι μάρτυρας»,ας είναι μάρτυρας, κατά τους Ο΄ (οίδεν). Στο εβρ. η φρ. λείπει. είπε ο Ιωνάθαν, «πως αύριο τέτοια ώρα ή μεθαύριο θα βολιδοσκοπήσω τον πατέρα μου. Αν δω ότι σκέφτεται καλά για σένα, εγώ θα σου στείλω ανθρώπους και θα σου το φανερώσω. 13 Ο Κύριος να με τιμωρήσει, αν ο πατέρας μου θελήσει να σου κάνει κακό, κι εγώ δεν σου το φανερώσω και δεν σ’ αφήσω να φύγεις ασφαλής. Ο Κύριος να είναι μαζί σου όπως ήταν κάποτε και με τον πατέρα μου. 14 Όσο ακόμα ζω, θέλω να μου δείχνεις την αγάπη του Κυρίου. Αλλά και μετά το θάνατό μου 15 μη σταματήσεις ποτέ να δείχνεις την αγάπη σου στους απογόνους μου, ακόμη κι όταν ο Κύριος θα έχει εξαφανίσει όλους τους εχθρούς σου πάνω απ’ τη γη». 16 (Ο Ιωνάθαν είχε συνάψει συμφωνία φιλίας με την οικογένεια του Δαβίδ λέγοντας: «Ο Κύριος να εκδικηθεί τους εχθρούς του Δαβίδ»).Στο εβρ. οι στ. 15-16 είναι ασαφείς.17 Ο Ιωνάθαν ζήτησε ακόμη μια φορά από το Δαβίδ να του ορκιστεί στο όνομα της αγάπης του γι’ αυτόν, γιατί ο Ιωνάθαν αγαπούσε το Δαβίδ σαν τον εαυτό του.
18 Ο Ιωνάθαν επανέλαβε: «Αύριο, λοιπόν, είναι νουμηνία και θα σε αναζητήσουν, γιατί η θέση σου θα είναι κενή. 19 Την τρίτη μέρα θ’ αρχίσουν να σε αναζητούν με μεγαλύτερη επιμονή. Τότε θα πας στον τόπο όπου είχες κρυφτεί την προηγούμενη φορά, και θα καθίσεις κοντά στο Βράχο Εζήλ. 20 Εγώ θα ρίξω τρία βέλη προς αυτή την κατεύθυνση, σαν να είχα βάλει εκεί ένα στόχο. 21 Μετά θα στείλω τον υπηρέτη μου να πάει να βρει τα βέλη. Αν του φωνάξω: "τα βέλη δεν είναι τόσο μακριά, έλα να τα μαζέψεις", τότε θα μπορείς να ’ρθεις, γιατί δε θα κινδυνεύεις. Το ορκίζομαι στον αληθινό Θεό πως δε θα υπάρχει λόγος ανησυχίας. 22 Αν όμως φωνάξω στον υπηρέτη: "τα βέλη είναι ακόμα πιο μακριά", τότε φεύγα, γιατί ο Κύριος σε στέλνει μακριά. 23 Για ό,τι είπαμε εγώ κι εσύ, ο Κύριος ας είναι μάρτυρας ανάμεσά μας για πάντα».
Ο Δαβίδ ειδοποιείται για την οργή του Σαούλ
24 Έτσι ο Δαβίδ πήγε και κρύφτηκε στα χωράφια. Την πρωτομηνιά, κάθισε ο βασιλιάς στο τραπέζι για να φάει. 25 Κάθισε, όπως συνήθιζε, στο κάθισμά του, κοντά στον τοίχο. Ο Ιωνάθαν κάθισε απέναντί του κι ο Αβενήρ πλάι στο Σαούλ, ενώ η θέση του Δαβίδ ήταν άδεια. 26 Ο Σαούλ δεν είπε τίποτα εκείνη την ημέρα, γιατί σκέφτηκε πως κάτι θα του συνέβη και δε θα πρόλαβε να εξαγνιστεί.Ένας θρησκευτικά ακάθαρτος δεν επιτρεπόταν να λάβει μέρος στο γεύμα που επακολουθούσε μετά τις θυσίες (Βλ. Λευ 7:21).
27 Την επόμενη μέρα της πρωτομηνιάς η θέση του Δαβίδ ήταν πάλι άδεια. Τότε είπε ο Σαούλ στο γιο του τον Ιωνάθαν: «Γιατί ο γιος του Ιεσσαί δεν ήρθε στο γεύμα ούτε χτες, ούτε σήμερα;» 28,29 Ο Ιωνάθαν του απάντησε: «Ο Δαβίδ με παρακάλεσε θερμά να τον αφήσω να πάει στη Βηθλεέμ, γιατί η οικογένειά του κάνει θυσία στην πόλη, και του παράγγειλε ο αδερφός του να πάει. "Αν έχω την εύνοιά σου", μου είπε, "επίτρεψέ μου να πάω να δω τ’ αδέρφια μου". Γι’ αυτό δεν ήρθε στο τραπέζι του βασιλιά».
30 Τότε οργίστηκε ο Σαούλ εναντίον του Ιωνάθαν και του είπε: «Γιε διεφθαρμένης κόρης! Το ’ξερα εγώ πως συνδέεσαι με το γιο του Ιεσσαί, ρεζιλεύοντας έτσι τον εαυτό σου και τη μάνα που σε γέννησε. 31 Όσο ζει ο γιος του Ιεσσαί πάνω στη γη, δε θα υπάρχει καμιά ελπίδα για σένα ν’ αναλάβεις τη βασιλεία. Τώρα, λοιπόν, στείλε να τον συλλάβουν και να μου τον φέρουν εδώ· πρέπει να πεθάνει».
32 Ο Ιωνάθαν απάντησε στον πατέρα του: «Γιατί να πεθάνει; Τι έκανε;» 33 Τότε ο Σαούλ έριξε το ακόντιο εναντίον του για να τον σκοτώσει. Και κατάλαβε ο Ιωνάθαν ότι ο πατέρας του το ’χε αποφασίσει να σκοτώσει το Δαβίδ. 34 Σηκώθηκε, λοιπόν, από το τραπέζι πολύ οργισμένος, και δεν έφαγε τίποτα τη δεύτερη μέρα του μήνα. Ήταν πολύ λυπημένος για το Δαβίδ και γιατί ο πατέρας του τον είχε προσβάλει.
35 Την άλλη μέρα βγήκε ο Ιωνάθαν στα χωράφια, όπως είχε συμφωνήσει με το Δαβίδ, και είχε μαζί του έναν νεαρό υπηρέτη. 36 «Τρέχα», του είπε, «να μαζεύεις τα βέλη που θα ρίχνω». Ο νέος έτρεξε, και ο Ιωνάθαν έριξε το βέλος πέρα από αυτόν. 37 Όταν ο νέος έτρεξε στον τόπο όπου είχε ρίξει ο Ιωνάθαν το βέλος, αυτός του φώναξε: «Το βέλος είναι ακόμα πιο πέρα από ’κει που βρίσκεσαι!» 38 Και συνέχεια του φώναζε: «Τρέξε, κάνε γρήγορα, μη στέκεσαι». Ο υπηρέτης μάζεψε τα βέλη του Ιωνάθαν και τα έφερε στον κύριό του. 39 Ο νέος δεν ήξερε τίποτα. Μόνο ο Ιωνάθαν κι ο Δαβίδ ήξεραν την υπόθεση.
40 Μετά ο Ιωνάθαν έδωσε τα πράγματά του στον υπηρέτη του. «Τρέξε», του είπε, «και πήγαινέ τα στην πόλη». 41 Μόλις έφυγε ο υπηρέτης, σηκώθηκε ο Δαβίδ πίσω από το βράχο κι έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσκύνησε τρεις φορές. Φίλησε ο ένας τον άλλον κι έκλαιγαν κι οι δυο τους γοερά. 42 Έπειτα είπε ο Ιωνάθαν στο Δαβίδ: «Άντε, πήγαινε στο καλό· και να θυμάσαι τον όρκο φιλίας που έχουμε δώσει ο ένας στον άλλο, στ’ όνομα του Κυρίου· είναι δεσμευτικός και για τους απογόνους μας για πάντα. Ο Κύριος είναι μάρτυράς μας».
约拿单暗助大卫
1 大卫从拉玛的拿约逃走,来见约拿单,说:"我作了甚么?我有甚么罪孽?我在你父亲面前犯了甚么罪,他竟寻索我的性命呢?"2 约拿单对他说:"绝对没有这事,你必不会死。我父亲作事,无论大小,没有不让我知道的,为甚么这事他偏要隐瞒我呢?不会这样的。"3 大卫再起誓说:"你父亲一定知道我在你眼中蒙恩,就心里想:‘不要让约拿单知道这事,免得他伤心。’可是,我指着永活的耶和华,又指着你的性命起誓,我离死只差一步。"4 约拿单对大卫说:"你心里想要甚么,我必为你作成。"5 大卫就对约拿单说:"你看,明天是初一,我本该与王一同坐席。但是,求你容我去藏在田里,直到后天晚上。6 如果你父亲不见我在座,你就说:‘大卫恳求我让他赶回他的本城伯利恒去,因为他全家在那里有献年祭的事。’7 如果你父亲这样说:‘好!’那么仆人就平安无事了;如果他大大发怒,你就知道,他决意要害我了。8 求你以慈爱待仆人,因为你曾与仆人在耶和华面前立盟约。如果我有罪孽,你就亲手把我杀死,为甚么要把我交给你父亲呢?"9 约拿单说:"绝对没有这事,如果我知道我父亲决意要害你,我会不告诉你吗?"10 大卫对约拿单说:"如果你父亲严厉地回答你,谁来告诉我呢?"11 约拿单对大卫说:"你来,我们出到田里去吧!"他们二人就出到田里去了。
12 约拿单对大卫说:"愿耶和华以色列的 神作证,明天或后天约在这个时候,我探出了我父亲的意思,如果他对你有好感,那时我会不派人来告诉你吗?13 假如我父亲有意要害你,我若是不告诉你,不让你走,不使你平平安安地离去,愿耶和华加倍惩罚我。愿耶和华与你同在,好象从前与我父亲同在一样。14 我活着的时候,求你以耶和华的慈爱待我,使我不致于死。15 我死了以后,耶和华从地上一一剪除大卫的仇敌的时候,你也不可向我的家永远断绝你的慈爱。"16 于是约拿单与大卫家立盟约,说:"愿耶和华藉大卫仇敌的手追讨违背盟约的罪。"17 约拿单由于爱大卫,就使大卫再起誓;他爱大卫如同爱自己的命。
18 约拿单对大卫说:"明天是初一,因为你的座位空着,人必注意到你不在。19 到后天,你要赶快下去,到你以前出事那天藏身的地方,在以色盘石旁边等候。20 我要向盘石旁边射三支箭,好象射箭靶一样。21 然后,我要派一个仆人去,说:‘你去把箭找回来。’如果我对那仆人说:‘看哪!箭在你的后面,把箭拿回来。’你就可以回来,因为我指着永活的耶和华起誓,你必平安无事。22 如果我对仆人说:‘看哪!箭在你的前面。’你就要离去,因为是耶和华打发你去的。23 至于你我之间所说的这事,有耶和华永远在你我之间作证。"
扫罗怒责约拿单
24 于是大卫在田里藏起来。到了初一,王坐席吃饭。25 王照常坐在他的座位上,就是靠墙的座位,约拿单坐在对面按照《马索拉文本》,"坐在对面"作"站起来";现参照《七十士译本》翻译,押尼珥坐在扫罗旁边,大卫的座位却空着。26 那天扫罗没有说甚么,因为他心里想:"这是恰巧的事,或许大卫沾染了不洁,还没有得到洁净。"27 次日,就是初二,大卫的座位仍是空着。于是扫罗问他的儿子约拿单:"为甚么耶西的儿子昨天今天都没有来吃饭呢?"28 约拿单回答扫罗:"大卫恳切地求我让他回伯利恒去。29 他说:‘求你让我去,因为我们的家在城里有献祭的事,我哥哥吩咐我去。所以,我若是在你眼前蒙恩,求你让我离开,看看我的哥哥们。’因此,大卫没有来赴王的筵席。"
30 于是扫罗向约拿单发怒,对他说:"你这邪僻悖逆妇人所生的,我岂不知道你喜悦耶西的儿子,自取羞辱,也羞辱生你的母亲吗?31 因为只要耶西的儿子还活在这世上,你和你的国就不能稳固。现在,你要派人去把他抓到我这里来,因为他是该死的。"32 约拿单回答他父亲扫罗说:"为甚么要把他处死呢?他作了甚么事呢?"33 扫罗向着约拿单把枪掷过去,要刺杀他。约拿单就知道,他父亲已经决意要杀死大卫。34 约拿单怒气冲冲地从席间退去,初二这天,他没有吃饭;因为他父亲羞辱了大卫,他就为大卫担忧。
大卫与约拿单泣别
35 到了早晨,约拿单照着与大卫约定的时候,出到田里去,有一个小童与他在一起。36 他对那童仆说:"你跑去,把我所射的箭找回来。"那童仆跑去的时候,约拿单就把箭射到他前面。37 那童仆到了约拿单的箭射到的地方,约拿单就在那童仆的背后喊叫:"箭不是在你的前面吗?"38 约拿单又在那童仆的背后喊叫:"赶快跑去!不要停留!"那童仆就把箭拾起来,回到他主人那里去。39 那童仆一点也不知道这是甚么意思,只有约拿单和大卫知道。40 约拿单把自己的武器交给他的童仆,对他说:"你带回城里去吧!"41 那童仆一离去,大卫就从石堆的南边起来,脸伏于地,叩拜了三次。二人互相亲吻,相对哭泣,大卫哭得更悲痛。42 约拿单对大卫说:"你平平安安走吧!我们二人曾指着耶和华的名起誓说:‘愿耶和华在你我之间,也在我的后裔和你的后裔之间作证,直到永远。’"大卫就起身离开,约拿单也回城里去了"大卫就起身离开,约拿单也回城里去了。"在《马索拉文本》为21:1。