Η κλήση του Μωυσή
1 Ο Μωυσής έβοσκε τα πρόβατα του Ιοθόρ,Βλ. υποσ. εις κεφ. 2:18. του πεθερού του, ιερέα της Μαδιάμ. Κάποτε, οδηγώντας τα πρόβατα πέρα από την έρημο, έφτασε στο βουνό του Θεού, το Χωρήβ. 2 Τότε του φανερώθηκε ο άγγελος του Κυρίου μέσα σε πύρινη φλόγα που έβγαινε από μια βάτο. Ο Μωυσής είδε πως ενώ η βάτος είχε πάρει φωτιά κι ήταν μέσα στις φλόγες, δεν καιγόταν να γίνει στάχτη. 3 Είπε, λοιπόν: «Ας πάω, να δω αυτό το παράδοξο θέαμα: γιατί δεν καίγεται η βάτος;»
4 Όταν ο Κύριος είδε ότι ο Μωυσής πλησίαζε για να παρατηρήσει, του φώναξε μέσα από τη βάτο: «Μωυσή, Μωυσή».
Αυτός απάντησε: «Ορίστε».
5 «Μην πλησιάσεις εδώ», είπε ο Κύριος. «Βγάλε τα σανδάλια σου από τα πόδια σου, γιατί ο τόπος όπου στέκεσαι είναι τόπος άγιος. 6 Εγώ», του λέει, «είμαι ο Θεός των προγόνων σου, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ». Τότε ο Μωυσής σκέπασε το πρόσωπό του, γιατί φοβόταν να κοιτάξει το Θεό.
7 Ο Κύριος συνέχισε: «Είδα τη δυστυχία του λαού μου στην Αίγυπτο, και άκουσα την κραυγή τους εξαιτίας των καταπιεστών τους. Ξέρω τα βάσανά τους. 8 Γι’ αυτό κατέβηκα να τους γλιτώσω από τους Αιγύπτιους και να τους φέρω από αυτή τη χώρα, σε μια χώρα μεγάλη και εύφορη, στη χώρα όπου ρέει γάλα και μέλι, εκεί που τώρα κατοικούν οι Χαναναίοι, οι Χετταίοι, οι Αμορραίοι, οι Φερεζαίοι, οι Ευαίοι και οι Ιεβουσαίοι. 9 Και τώρα που η κραυγή των Ισραηλιτών έφτασε ως εμένα, και είδα πώς τους καταπιέζουν οι Αιγύπτιοι, 10 τώρα εγώ σε στέλνω στο Φαραώ, να βγάλεις το λαό μου, τους Ισραηλίτες, από την Αίγυπτο».
11 Ο Μωυσής είπε στο Θεό: «Ποιος είμαι εγώ, για να πάω στο Φαραώ και να βγάλω τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο;»
12 «Εγώ θα είμαι μαζί σου», του απάντησε ο Θεός. «Και να ποιο θα είναι το σημείο ότι εγώ σε έστειλα: Όταν θα βγάλεις το λαό από την Αίγυπτο, θα λατρεύσετε το Θεό σ’ αυτό εδώ το βουνό».
13 Αλλά ο Μωυσής είπε πάλι: «Καλά, εγώ θα πάω στους Ισραηλίτες και θα τους πω, "ο Θεός των προγόνων σας με έστειλε σ’ εσάς". Αυτοί όμως θα με ρωτήσουν "ποιο είναι το όνομά του;" Τι θα τους πω;»
14 Τότε ο Θεός απάντησε στο Μωυσή: «Εγώ είμαι εκείνος που είμαι.Εγώ... είμαι. Κατά τους Ο΄: ο Ων. Μ’ αυτή τη φρ. ο Θεός αρνείται να κάνει γνωστό το όνομά του, όπως άλλωστε και εις Κρ 13:18. Άλλη απόδοση: «Εγώ είμαι εκείνος που είναι», σε αντίθεση με τους άλλους θεούς οι οποίοι «δεν είναι» (πρβλ. Ησ 43:10). Έτσι», του λέει, «θα μιλήσεις στους Ισραηλίτες: "Εκείνος που είναι μ’ έστειλε σ’ εσάς"». 15 Είπε ακόμα ο Θεός στο Μωυσή: «Θα πεις στους Ισραηλίτες: "Ο Κύριος, ο Θεός των προγόνων σας, ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, αυτός με έστειλε σ’ εσάς". Αυτό είναι το όνομά μου στον αιώνα, και με αυτό θα με επικαλούνται όλες οι γενιές. 16 Πήγαινε, λοιπόν, συγκέντρωσε τους πρεσβυτέρους των Ισραηλιτών και πες τους ότι σου παρουσιάστηκε ο Κύριος, ο Θεός των προγόνων τους, ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, και είπε: "σας παρακολουθώ προσεκτικά και είδα τι σας κάνουν στην Αίγυπτο. 17 Έτσι, αποφάσισα να σας βγάλω από τη δυστυχία της Αιγύπτου και να σας φέρω στη χώρα των Χαναναίων,των Χαναναίων. Κατά τους Ο΄: των Χετταίων. των Αμορραίων, των Φερεζαίων, των Ευαίων και των Ιεβουσαίων, σε μια χώρα όπου ρέει γάλα και μέλι".
18 »Αυτοί θα σε υπακούσουν. Κι έτσι θα πας, εσύ και οι πρεσβύτεροι των Ισραηλιτών, στο βασιλιά της Αιγύπτου και θα του πεις: "Μας φανερώθηκε ο Κύριος, ο Θεός των Εβραίων. Τώρα λοιπόν θέλουμε να πάμε τρεις μέρες πορεία στην έρημο, για να θυσιάσουμε στον Κύριο το Θεό μας". 19 Εγώ ξέρω ότι ο βασιλιάς της Αιγύπτου δε θα σας αφήσει να φύγετε, παρά μόνο αν εξαναγκαστεί με τη βία. 20 Θα απλώσω, λοιπόν, το χέρι μου και θα τιμωρήσω τους Αιγύπτιους με κάθε λογής τρομερά έργα που θα κάνω στη χώρα τους· ύστερα από αυτά θα σας αφήσει να φύγετε. 21 Θα διαθέσω, μάλιστα, ευνοϊκά τους Αιγύπτιους προς το λαό, ώστε όταν θα έρθει η ώρα να φύγετε, να μη φύγετε με άδεια χέρια. 22 Κάθε Ισραηλίτισσα θα ζητήσει από την Αιγύπτια γειτόνισσά της και από την Αιγύπτια συγκάτοικό της, ασημένια και χρυσά αντικείμενα και ρούχα, και θα τα φορέσετε στα αγόρια και στα κορίτσια σας· κι έτσι θα τους γδύσετε τους Αιγύπτιους».
神向摩西显现
1 那时,摩西正在牧放他岳父米甸祭司叶忒罗的羊群。有一次,他把羊群领到旷野的尽头去,到了 神的山,就是何烈山。2 耶和华的使者从荆棘丛里的火焰中向摩西显现。摩西观看,看见荆棘被火烧着,却没有烧毁。3 摩西说:"我要到那边去,看看这大异象,这荆棘为甚么烧不掉?"4 耶和华见摩西要到那边去观看, 神就从荆棘丛里呼叫他,说:"摩西,摩西。"摩西说:"我在这里。"5 耶和华说:"不可过到这里来;要把你脚上的鞋脱掉,因为你所站的地方是圣地。"6 又说:"我是你父亲的 神、亚伯拉罕的 神、以撒的 神、雅各的 神。"摩西因为怕见 神,就把自己的脸蒙住了。
摩西的使命
7 耶和华说:"我的子民在埃及所受的痛苦,我实在看见了;他们因受督工的辖制所发的呼声,我也听见了;他们的痛苦,我是知道的。8 所以我下来,要救他们脱离埃及人的手,领他们脱离那地,到美好宽阔之地,到流奶与蜜之地,就是到迦南人、赫人、亚摩利人、比利洗人、希未人和耶布斯人的地方。9 现在以色列人的呼声已经达到我的面前,我也看见了埃及人对他们所施的压迫。10 所以现在你来,我要派你到法老那里去,使你可以把我的人民以色列人从埃及领出来。"11 摩西对 神说:"我是谁,竟能到法老那里去,把以色列人从埃及领出来呢?"12 神回答:"我必与你同在;你把人民从埃及领出来的时候,你们要在这山上事奉 神;这就是我派你去的凭据。"
13 摩西对 神说:"我到以色列人那里,对他们说:‘你们祖宗的 神差遣我到你们这里来’,他们必问我:‘他叫甚么名字?’我要对他们说甚么呢?"14 神回答摩西:"我是‘自有永有者’。"又说:"你要对以色列人这样说:‘那自有者派我到你们这里来。’"15 神又对摩西说:"你要对以色列人这样说:‘耶和华你们祖宗的 神,就是亚伯拉罕的 神、以撒的 神、雅各的 神,差遣我到你们这里来;这就是我永久的名字,也是世世代代中我被记念的名字。’16 你去召集以色列的长老,对他们说:‘耶和华你们祖宗的 神,就是亚伯拉罕的 神、以撒的 神、雅各的 神,向我显现,说:"我实在眷顾了你们,和鉴察了你们在埃及所遭遇的。"17 我也曾说:"我要把你们从埃及的痛苦中领出来,到迦南人、赫人、亚摩利人、比利洗人、希未人、耶布斯人之地去,就是到流奶与蜜之地去。"’18 他们必听你的话;你和以色列的长老要到埃及王那里去,对他说:‘耶和华希伯来人的 神遇见了我们。现在求你让我们走三天的路程到旷野去,好献祭给耶和华我们的 神。’19 我也知道,如果不施行大能的手"如果不施行大能的手"或译:"虽然施行大能的手",埃及王决不会让你们走的。20 因此,我要伸手,用我在埃及快要施行的一切异能,击打埃及;然后他才会让你们离去。21 我必叫这民在埃及人的眼前蒙恩。因此你们离去的时候,就不至于空手而去。22 但每个妇女要向她邻居的妇女,和寄居在她家中的妇女索取银器、金器和衣服,要给你们的儿女穿戴;这样,你们就把埃及人的财物掠夺了。"