Ο Ιούδας και η Ταμάρ
1 Εκείνον τον καιρό ο Ιούδας έφυγε από τ’ αδέρφια του και εγκαταστάθηκε κοντά σ’ έναν Οδολλαμίτη, που λεγόταν Ιράς. 2 Εκεί ο Ιούδας είδε την κόρη κάποιου Χαναναίου, που τον έλεγαν Σουά, την πήρε γυναίκα του και πλάγιασε μαζί της. 3 Εκείνη έμεινε έγκυος και γέννησε γιο που τον ονόμασε Ηρ. 4 Έμεινε και πάλι έγκυος και γέννησε γιο που τον ονόμασε Αυνάν. 5 Και ξαναγέννησε γιο και τον ονόμασε Σηλά. Ο Ιούδας βρισκόταν στη Χαζβί όταν γεννήθηκε ο Σηλά.
6 Για τον πρωτότοκο γιο του τον Ηρ ο Ιούδας τού πήρε σύζυγο μια γυναίκα, που ονομαζόταν Ταμάρ. 7 Ο Ηρ όμως δυσαρέστησε τον Κύριο, και ο Κύριος τον θανάτωσε. 8 Τότε ο Ιούδας είπε στον Αυνάν: «Πήγαινε στη γυναίκα του αδερφού σου και εκπλήρωσε το καθήκον σου ως αδερφός του άντρα της, να δώσεις απόγονο στον αδερφό σου».Για τον λεγόμενο «ανδραδελφικό γάμο» βλ. Δτ 25:5-6.9 Ο Αυνάν, επειδή ήξερε ότι ο απόγονος δε θα ανήκε σ’ αυτόν, κάθε φορά που πλάγιαζε με τη γυναίκα του αδερφού του, έριχνε το σπέρμα στη γη, για να μη δώσει απόγονο στον αδερφό του. 10 Αυτό που έκανε όμως δυσαρέστησε τον Κύριο, γι’ αυτό τον θανάτωσε κι αυτόν. 11 Τότε ο Ιούδας είπε στην Ταμάρ τη νύφη του: «Μείνε χήρα στο σπίτι του πατέρα σου, ώσπου να μεγαλώσει ο γιος μου ο Σηλά»Αυτός ήταν ο κανονισμός για τις άτεκνες χήρες. –γιατί φοβήθηκε μήπως θανατωθεί κι αυτός όπως τ’ αδέρφια του. Έτσι, η Ταμάρ πήγε κι έμεινε στο σπίτι του πατέρα της.
12 Μετά από καιρό, πέθανε η γυναίκα του Ιούδα, κόρη του Σουά. Όταν τελείωσε το πένθος, ο Ιούδας πήγε μαζί με το φίλο του τον Ιρά τον Οδολλαμίτη στην Τιμνά, να δει αυτούς που κούρευαν τα κοπάδια του. 13 Ειδοποίησαν λοιπόν την Ταμάρ ότι ο πεθερός της ανέβαινε στην Τιμνά για το κούρεμα των κοπαδιών. 14 Τότε εκείνη έβγαλε τα φορέματα της χηρείας της, σκεπάστηκε με πέπλο, καλλωπίστηκε και κάθισε στο σημείο όπου ο δρόμος που οδηγεί στην Τιμνά διασταυρώνεται με το δρόμο προς την Αιναΐμ· γιατί έβλεπε ότι ο Σηλά είχε μεγαλώσει αλλά δεν του την είχαν δώσει για γυναίκα.
15 Ο Ιούδας όταν την είδε τη νόμισε για πόρνη, γιατί είχε σκεπασμένο το πρόσωπό της. 16 Πήγε λοιπόν προς το μέρος της και της είπε: «Άσε με να πλαγιάσω μαζί σου». Δεν την αναγνώριζε βέβαια ότι ήταν νύφη του. Εκείνη όμως του είπε: «Τι θα μου δώσεις για να πλαγιάσεις μαζί μου;» 17 Αυτός απάντησε: «Θα σου στείλω ένα κατσίκι από το κοπάδι μου». «Σύμφωνοι», του λέει εκείνη, «αλλά θα μου αφήσεις ένα ενέχυρο ώσπου να μου στείλεις το κατσίκι». 18 Εκείνος τη ρώτησε: «Τι ενέχυρο να σου δώσω;» Και του απάντησε: «Το δαχτυλίδι σου με το σφραγιδόλιθο, το περιλαίμιό σου και το ραβδί που κρατάς στο χέρι σου». Της τα έδωσε και πήγε μαζί της, κι εκείνη έμεινε έγκυος απ’ αυτόν. 19 Έπειτα σηκώθηκε κι έφυγε· έβγαλε το πέπλο από πάνω της, και ξαναφόρεσε τα φορέματα της χηρείας της.
20 Ο Ιούδας έστειλε το κατσίκι με το φίλο του τον Οδολλαμίτη για να πάρει πίσω τα ενέχυρα από τη γυναίκα, αλλά εκείνος δεν τη βρήκε. 21 Ρώτησε τους ανθρώπους του τόπου εκεί: «Πού είν’ εκείνη η πόρνη που καθόταν στην Αιναΐμ, πλάι στο δρόμο;» Αλλά αυτοί του απάντησαν: «Δεν ήταν εδώ καμιά πόρνη». 22 Τότε γύρισε πίσω στον Ιούδα και του είπε: «Δεν τη βρήκα· κι οι άνθρωποι του τόπου εκείνου μου είπαν ότι δεν ήταν εκεί καμιά πόρνη». 23 Ο Ιούδας είπε: «Ας τα κρατήσει· μόνο να μη γελοιοποιηθούμε. Εγώ το κατσίκι το ’στειλα αλλά εσύ δεν τη βρήκες».
24 Μετά από τρεις περίπου μήνες, ήρθαν και είπαν στον Ιούδα: «Η νύφη σου η Ταμάρ πόρνεψε, και μάλιστα έμεινε έγκυος από την πορνεία της». Τότε ο Ιούδας είπε: «Βγάλτε την έξω από την πόλη για να καεί». 25 Την ώρα που την οδηγούσαν έξω, έστειλε να πουν στον πεθερό της: «Από τον άντρα που του ανήκουν αυτά τα πράγματα, απ’ αυτόν είμαι έγκυος. Αναγνώρισε, λοιπόν», του λέει, «ποιανού είναι αυτό το περιλαίμιο, το ραβδί και το δαχτυλίδι με το σφραγιδόλιθο;» 26 Ο Ιούδας τα αναγνώρισε και είπε: «Αυτή είναι πιο δίκαιη από μένα, γιατί δεν την έδωσα στο Σηλά το γιο μου για γυναίκα». Και δεν ξαναπλάγιασε μαζί της.
27 Όταν ήρθε ο καιρός να γεννήσει η Ταμάρ, βρέθηκαν δίδυμα στην κοιλιά της. 28 Την ώρα της γέννας, το ένα παιδί έβγαλε έξω το χέρι του. Η μαμή το έπιασε και του έδεσε ένα κόκκινο νήμα, και είπε: «Αυτός βγήκε πρώτος». 29 Εκείνος όμως τράβηξε το χέρι του κι αμέσως βγήκε ο αδερφός του. Τότε η μαμή είπε: «Τι σκίσιμο έκανες!» Γι’ αυτό τον ονόμασαν Φαρές.Φαρές. Στα εβρ. σημαίνει «σκίσιμο».30 Έπειτα βγήκε ο αδερφός του, που είχε στο χέρι του το κόκκινο νήμα και τον ονόμασαν Ζαράχ.
犹大和他玛
1 那时,犹大离开他的众兄弟下去,到一个亚杜兰人的家里居住,那人名叫希拉。2 犹大在那里看见迦南人书亚的女儿,就娶了她,与她亲近。3 她就怀了孕,生了一个儿子,犹大给他起名叫珥。4 她又怀孕,生了一个儿子,给他起名叫俄南。5 她再怀孕,又生了一个儿子,就给他起名叫示拉。她生示拉的时候,犹大正在基悉。
6 犹大为自己的长子珥娶妻,名叫他玛。7 犹大的长子珥,在耶和华眼中是个恶人,所以耶和华取去他的性命。8 于是犹大对俄南说:"你去与你哥哥的妻子亲近,向她尽你作弟弟的本分,替你的哥哥立后。"9 俄南知道生下来的孩子不会归自己,所以每次与哥哥的妻子亲近的时候,都遗精在地上,免得替自己的哥哥立后。10 俄南所作的,在耶和华眼中是件恶事,所以耶和华也取去他的性命。11 于是,犹大对他的媳妇他玛说:"你回到你父亲家里去守寡,等我的儿子示拉长大。"因为他心里想:"恐怕示拉也像他两个哥哥一样死去。"他玛就回去,住在她父亲的家里。
12 过了很多日子,犹大的妻子,书亚的女儿死了。守丧的时间过了以后,犹大就和他的朋友亚杜兰人希拉上亭拿去,到替他羊群剪毛的人那里。13 有人告诉他玛说:"你的公公现在上亭拿去剪羊毛。"14 他玛见示拉已经长大了,还没有娶她为妻,就脱去守寡的衣服,用帕子蒙脸,遮蔽自己,坐在亭拿路上,伊拿印的城门口。15 犹大看见她,以为她是个妓女,因为她蒙着脸。16 犹大就过到她那边去,说:"来吧,让我与你亲近。"原来他不知道她就是自己的媳妇。他玛说:"你与我亲近要给我甚么呢?"17 犹大说:"我从羊群中拿一只小山羊送给你。"他玛说:"在你没有送来以前,你可以留些东西作为保证吗?"18 犹大问:"你要我给你甚么作保证呢?"他玛回答:"你的印戒,连同印的带子,以及你手里的杖。"犹大就给了她,与她亲近,她就从犹大怀了孕。19 他玛起来走了,脱去帕子,再穿上守寡的衣服。
20 犹大托自己的朋友亚杜兰人,把一只小山羊送去,要从那女人手中取回保证物,却找不着她。21 希拉问那地方的人说:"伊拿印路旁的妓女在哪里呢?"他们回答:"这里是没有妓女的。"22 那人回去见犹大,说:"我找不着她,并且那地的人都说:‘这里是没有妓女的。’"23 犹大说:"那些东西任她拿去吧,免得我们被人嗤笑。我已经把这小山羊送了去,可是你找不着她。"
他玛生双生子
24 大约过了三个月,有人告诉犹大说:"你的媳妇他玛作了妓女,并且因此怀了孕。"犹大说:"把她拉出来,烧死她。"25 他玛被拉出来的时候,派人去见她的公公说:"这些东西是谁的,我就是从谁怀了孕。"她又说:"请你认一认,这印戒、印的带子和手杖是谁的?"26 犹大认出那些东西,就说:"她比我更有理,因为我没有把她给我的儿子示拉为妻。"从此犹大就不再与她亲近了。
27 到了他玛将要生产的时候,腹中竟是一对双胎。28 她正在生产的时候,一个孩子伸出一只手来。接生婆拿了一根朱红线,系在他的手上,说:"这一个是先出生的。"29 他把手收回去的时候,他的哥哥就出来了。接生婆说:"你为甚么抢着出来呢?"因此,给他起名叫法勒斯。30 接着,手上系着一根朱红线的弟弟也出来了。因此,给他起名叫谢拉。