(37:1–45:28)
Ο Ιωσήφ και τα αδέρφια του
1 Ο Ιακώβ κατοικούσε στη Χαναάν, εκεί όπου είχε μείνει και ο πατέρας του ως ξένος. 2 Αυτές είναι οι διηγήσεις για την οικογένειά του:
Ο γιος του ο Ιωσήφ, όταν ήταν ακόμη παιδί δεκαεφτά ετών, έβοσκε τα πρόβατα μαζί με τους αδερφούς του, τους γιους της Βαλλάς και της Ζελφάς, γυναικών του πατέρα του. Κι ο Ιωσήφ ανέφερε στον πατέρα τους την κακή τους φήμη.
3 Ο Ισραήλ περισσότερο απ’ όλα τα παιδιά του αγαπούσε τον Ιωσήφ, γιατί τον είχε αποκτήσει στα γηρατειά του. Γι’ αυτό και του έκανε έναν πολύχρωμο χιτώνα. 4 Όταν είδαν οι αδερφοί του ότι ο πατέρας του τον αγαπούσε περισσότερο από όλους τους, άρχισαν να τον μισούν· δεν μπορούσαν πια να του φέρονται φιλικά.
5 Κάποτε ο Ιωσήφ είδε ένα όνειρο και το διηγήθηκε στους αδερφούς του, κι εκείνοι τότε τον μίσησαν ακόμη περισσότερο. 6 «Ακούστε ένα όνειρο που είδα!» τους είπε. 7 «Δέναμε, λέει, δεμάτια από άχυρα καταμεσίς στους αγρούς. Ξάφνου το δικό μου δεμάτι σηκώθηκε και στάθηκε όρθιο, και τα δικά σας δεμάτια περικύκλωσαν και προσκύνησαν το δικό μου». 8 Τότε τ’ αδέρφια του τού είπαν: «Σιγά μη βασιλέψεις κιόλας σ’ εμάς και μας γίνεις κι άρχοντας!» Και τον μισούσαν ακόμα περισσότερο για τα όνειρά του και για τα λόγια του.
9 Είδε ακόμη ένα όνειρο και το διηγήθηκε στους αδερφούς του: «Είδα κι άλλο όνειρο», τους είπε. «Ο ήλιος, λέει, και το φεγγάρι και έντεκα αστέρια με προσκυνούσαν». 10 Το όνειρο αυτό, εκτός από τους αδερφούς του, το διηγήθηκε και στον πατέρα του. Εκείνος τον μάλωσε και του είπε: «Τι σημαίνει αυτό το όνειρο που είδες; Μήπως τάχα θα έρθουμε εγώ, η μητέρα σου και τ’ αδέρφια σου να πέσουμε στη γη και να σε προσκυνήσουμε;» 11 Τ’ αδέρφια του λοιπόν τον φθόνησαν, ενώ ο πατέρας του συγκρατούσε στη μνήμη του αυτά τα όνειρα.
Ο Ιωσήφ πουλιέται στην Αίγυπτο
12 Μια μέρα, τα αδέρφια του Ιωσήφ είχαν πάει να βοσκήσουν τα πρόβατα του πατέρα τους στη Συχέμ. 13 Τότε είπε ο Ισραήλ στον Ιωσήφ: «Τ’ αδέρφια σου βόσκουν τα πρόβατα στη Συχέμ. Έλα να σε στείλω σ’ αυτούς». Κι εκείνος του απάντησε: «Είμαι πρόθυμος». 14 «Πήγαινε λοιπόν», του είπε, «δες αν είναι καλά τ’ αδέρφια σου και τα πρόβατα, και φέρε μου τα νέα».
Τον έστειλε, κι ο Ιωσήφ πήγε απ’ την Κοιλάδα της Χεβρών στη Συχέμ. 15 Καθώς περιπλανιόταν στα χωράφια, τον συνάντησε κάποιος και τον ρώτησε: «Τι ψάχνεις;» 16 Ο Ιωσήφ απάντησε: «Ψάχνω για τ’ αδέρφια μου. Μπορείς να μου πεις πού βόσκουν τα κοπάδια;» 17 Ο άνθρωπος του είπε: «Έφυγαν από ’δω, γιατί τους άκουσα να λένε: "πάμε προς τη Δωθάν"». Ο Ιωσήφ ακολούθησε τα ίχνη τους και τους βρήκε στη Δωθάν.
18 Μόλις εκείνοι τον είδαν από μακριά και πριν ακόμα τους πλησιάσει, κατέστρωσαν σχέδιο να τον σκοτώσουν. 19 «Να, έρχεται αυτός που βλέπει τα όνειρα», είπαν μεταξύ τους. 20 «Μπρος λοιπόν να τον σκοτώσουμε και να τον ρίξουμε σ’ ένα ξεροπήγαδο. Μετά θα πούμε ότι τον κατασπάραξε ένα άγριο θηρίο. Και να δούμε τότε τι θ’ απογίνουν τα όνειρά του!»
21 Όταν το άκουσε αυτό ο Ρουβήν, προσπάθησε να τον γλιτώσει απ’ τα χέρια τους και τους είπε: «Ας μην του στερήσουμε τη ζωή». 22 Και πρόσθεσε: «Μη χύσετε αίμα. Ρίξτε τον σ’ αυτό το ξεροπήγαδο, εδώ στην έρημο, αλλά χέρι μη βάλετε πάνω του» –είχε σκοπό να τον ελευθερώσει και να τον πάει πίσω στον πατέρα του.
23 Όταν ο Ιωσήφ έφτασε κοντά στ’ αδέρφια του, του έβγαλαν τον πολύχρωμο χιτώνα που φορούσε, 24 και τον πήραν και τον έριξαν σ’ ένα πηγάδι. Αυτό το πηγάδι ήταν άδειο, δεν είχε νερό. 25 Ύστερα κάθισαν να φάνε. Καθώς κοίταζαν τριγύρω, είδαν καραβάνια Ισμαηλιτών να έρχονται από τη Γαλαάδ. Μετέφεραν με τις καμήλες τους αρώματα, μαστίχα και λάβδανο, και πήγαιναν να τα πουλήσουν στην Αίγυπτο. 26 Τότε είπε ο Ιούδας στους αδερφούς του: «Τι θα κερδίσουμε αν σκοτώσουμε τον αδερφό μας και αποκρύψουμε το θάνατό του; 27 Ας τον πουλήσουμε σ’ εκείνους τους Ισμαηλίτες κι ας μη βάλουμε χέρι πάνω του, γιατί είναι αδερφός μας και αίμα μας». Και τον άκουσαν οι αδερφοί του.
28 Καθώς, λοιπόν, περνούσαν οι Μαδιανίτες έμποροι, ανέβασαν τον Ιωσήφ απ’ το πηγάδι και τον πούλησαν για είκοσι σίκλους ασήμι στους Ισμαηλίτες· εκείνοι τον μετέφεραν στην Αίγυπτο.
29 Όταν γύρισε ο Ρουβήν πίσω στο πηγάδι κι ο Ιωσήφ δεν ήταν πια εκεί, έσκισε τα ρούχα του.έσκισε τα ρούχα του. Οι αρχαίοι Ισραηλίτες μ’ αυτή την πράξη εκδήλωναν μεγάλη θλίψη, πένθος, απόγνωση ή φρίκη.30 Πήγε στ’ αδέρφια του και τους είπε: «Το παιδί δεν είν’ εκεί! Τι θα κάνω τώρα, που είμαι υπεύθυνος γι’ αυτό;» 31 Εκείνοι πήραν το χιτώνα του Ιωσήφ, έσφαξαν ένα κατσίκι και τον έβαψαν με το αίμα. 32 Μετά έστειλαν τον πολύχρωμο χιτώνα και τον παρουσίασαν στον πατέρα τους, και του μήνυσαν: «Κοίτα τι βρήκαμε. Μπορείς ν’ αναγνωρίσεις αν αυτό είναι ο χιτώνας του γιου σου;»
33 Ο Ιακώβ τον αναγνώρισε και είπε: «Ο χιτώνας του παιδιού μου! Κάποιο άγριο θηρίο τον έφαγε. Πάει, κατασπαράχτηκε ο Ιωσήφ!» 34 Έσκισε τότε τα ρούχα του,Βλ. υποσ. εις στ. 29. φόρεσε στη μέση του ένα πένθιμο τρίχινο ρούχο και θρηνολογούσε το παιδί του για πολύν καιρό. 35 Ήρθαν κι όλα τα παιδιά του και οι θυγατέρες του να τον παρηγορήσουν. Αλλά αυτός ήταν απαρηγόρητος κι έλεγε: «Πενθώντας θα κατεβώ στο παιδί μου στον άδη» –και συνέχεια τον έκλαιγε.
36 Οι Μαδιανίτες πούλησαν τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο, στον Πετεφρή, τον αυλικό του Φαραώ, που ήταν και αρχηγός της σωματοφυλακής του.
约瑟和他的兄弟
1 雅各住在他父亲寄居的地方,就是迦南地。2 雅各的历史记在下面:约瑟十七岁的时候,与他的哥哥们一同牧羊。他是个孩童,与他父亲的妾,辟拉和悉帕的众子,常在一起。约瑟把他们的恶行报告给父亲。3 以色列爱约瑟过于爱其他的儿子,因为约瑟是他年老时生的。他给约瑟做了一件彩色长衣。4 约瑟的哥哥们见父亲爱约瑟过于爱他们,就恨约瑟,不能与他和和气气地说话。
约瑟的梦
5 约瑟作了一个梦,把梦告诉哥哥们,他们就越发恨他。6 约瑟对他们说:"请听我所作的这个梦:7 我们正在田间捆麦子,我的麦捆忽然站立起来,你们的麦捆都来围着我的下拜。"8 他的哥哥们对他说:"你真的要作我们的王吗?真的要管辖我们吗?"他们就为了约瑟的梦和他的话,越发恨他。9 后来约瑟又作了一个梦,也把梦向哥哥们述说了。他说:"我又作了一个梦,我梦见太阳、月亮和十一颗星向我下拜。"10 约瑟把梦向他父亲和哥哥们述说了,他父亲就斥责他,说:"你所作的这梦是甚么梦呢?我和你母亲,以及你的兄弟,真的要来俯伏在地向你下拜吗?"11 他哥哥们都嫉妒他,他父亲却把这事记在心里。
约瑟被卖到埃及
12 约瑟的哥哥们去了示剑,牧放他们父亲的羊群。13 以色列对约瑟说:"你的哥哥们不是在示剑牧放羊群吗?来吧,我要派你到他们那里去。"约瑟回答他:"我在这里。"14 以色列对他说:"你去看看你的哥哥们是不是平安,羊群是不是平安,就回来告诉我。"于是打发他离开希伯仑谷,他就到示剑去了。15 有人遇见约瑟在田间迷了路,就问他说:"你找甚么?"16 他回答:"我正在找我的哥哥们,请你告诉我他们在哪里牧放羊群。"17 那人说:"他们已经离开了这里;我听见他们说:‘我们要到多坍去。’"于是约瑟去追寻哥哥们,结果在多坍找到了他们。
18 他们远远就看见了他;趁他还没有走近,大家就谋害他,要把他杀死。19 他们彼此说:"看哪,那作梦的人来了。20 来吧,我们把他杀了,丢在一个枯井里,就说有猛兽把他吃了。我们要看看他的梦将来要怎么样。"21 流本听见了,要救约瑟脱离他们的手。他说:"我们不可取他的性命。"22 流本又对他们说:"不可流他的血,可以把他丢在这旷野的枯井里,不可下手害他。"流本的意思是要救他脱离他们的手,把他带回去给他的父亲。23 约瑟到了哥哥们那里,他们就脱去他的外衣,就是他穿在身上的那件彩衣。24 他们拿住约瑟,把他丢在枯井里。那井是空的,里面没有水。
25 他们坐下吃饭,举目观看,见有一群以实玛利人从基列来。他们的骆驼载着香料、乳香和没药,要带下埃及去。26 犹大对他的众兄弟说:"我们杀了我们的兄弟,把他的血隐藏起来,究竟有甚么益处呢?27 我们不如把他卖给以实玛利人,不要下手害他,因为他是我们的兄弟,我们的骨肉。"众兄弟就听从了他。28 有些米甸的商人经过那里,约瑟的哥哥们就把约瑟从枯井里拉上来,以二十块银子把他卖给以实玛利人。以实玛利人就把约瑟带到埃及去了。
29 流本回到枯井那里,见约瑟不在井里,就撕裂自己的衣服。30 他回到兄弟们那里去,说:"孩子不见了,我可到哪里去呢?"31 于是,他们宰了一只公山羊,把约瑟的长衣蘸在血里;32 然后打发人把彩衣送到他们父亲那里,说:"这是我们找到的。请你认一认,是你儿子的长衣不是?"33 他认出这件长衣,就说:"是我儿子的长衣,有猛兽把他吃了。约瑟真的被撕碎了。"34 雅各就撕裂自己的衣服,腰束麻布,为他儿子哀悼了很多日子。35 他所有的儿女都起来安慰他,他却不肯接受他们的安慰,说:"我要悲悲哀哀地下到阴间,到我的儿子那里去。"约瑟的父亲就为他哀哭。36 米甸人后来把约瑟卖到埃及去,卖给法老的一个臣宰,军长波提乏。