Η Νωεμίν βρίσκει σύζυγο για τη Ρουθ
1 Μια μέρα η Νωεμίν είπε στη Ρουθ: «Κόρη μου, πρέπει να σου βρω έναν σύζυγο, που να σε κάνει ευτυχισμένη. 2 Πρόσεξε τώρα: Ο Βοόζ, που δούλευες με τις υπηρέτριές του, είναι συγγενής μας· κι απόψε θα πάει στο αλώνι του να λιχνίσει το κριθάρι. 3 Λούσου, λοιπόν, κι αλείψου με αρώματα, βάλε τα γιορτινά σου και κατέβα στο αλώνι· αλλά μην του φανερωθείς ωσότου τελειώσει το φαγητό και το πιοτό του. 4 Όταν πάει να πλαγιάσει, φρόντισε να δεις πού θα κοιμηθεί. Πλησίασε, σήκωσε τα σκεπάσματα των ποδιών του και πλάγιασε εκεί.Κίνηση που δηλώνει απαίτηση εκ μέρους της Ρουθ για προστασία. Μετά αυτός θα σου πει τι να κάνεις».
5 Η Ρουθ της απάντησε: «Θα κάνω όλα όσα μου είπες». 6 Κατέβηκε, λοιπόν, στο αλώνι κι έκανε όλα όσα της είχε υποδείξει η πεθερά της. 7 Ο Βοόζ αφού έφαγε και ήπιε κι ήταν σε εξαιρετική διάθεση, πήγε και πλάγιασε στην άκρη του σωρού του κριθαριού.Προφανώς για να φυλάει ο ίδιος τη σοδειά του τη νύχτα. Τότε η Ρουθ ήρθε ήσυχα ήσυχα, σήκωσε τα σκεπάσματα των ποδιών του και πλάγιασε εκεί. 8 Γύρω στα μεσάνυχτα, ο Βοόζ ξύπνησε απότομα, ανασηκώθηκε και είδε μια γυναίκα να κοιμάται στα πόδια του. 9 «Ποια είσ’ εσύ;» τη ρώτησε. Κι αυτή απάντησε: «Εγώ είμαι η Ρουθ, η δούλη σου. Πάρε με στην προστασία σου, γιατί εσύ είσαι ο κοντινότερος συγγενής μου».
10 Τότε ο Βοόζ είπε: «Ο Κύριος να σ’ ευλογεί, κόρη μου! Αυτό που κάνεις τώρα δείχνει την πιστότητά σου στην οικογένεια της πεθεράς σου, περισσότερο απ’ ό,τι το δείχνει η προηγούμενη πράξη σου. Πράγματι, δεν αναζήτησες για άντρα σου κάποιον νεαρό, φτωχό ή πλούσιο. 11 Τώρα, λοιπόν, κόρη μου, μη φοβάσαι. Εγώ θα κάνω για σένα ό,τι μου ζητήσεις, γιατί όλη η πόλη ξέρει ότι είσαι ενάρετη γυναίκα. 12 Είν’ αλήθεια ότι εγώ είμαι ο πλησιέστερος συγγενής σου, αλλά υπάρχει κι άλλος ένας, πιο κοντινός συγγενής από μένα. 13 Μείνε απόψε εδώ, και το πρωί, αν θέλει να σε παντρευτεί εκείνος, έχει καλώς, ας σε παντρευτεί. Αν όμως δε θελήσει, τότε θα σε παντρευτώ εγώ· σου το υπόσχομαι ενώπιον του αληθινού Θεού. Κοιμήσου ως το πρωί».
14 Έτσι η Ρουθ ξάπλωσε εκεί στα πόδια του Βοόζ ως το πρωί. Αλλά σηκώθηκε στο σύθαμπο, πριν ακόμη φωτίσει και μπορέσει κανείς να τη δει. Εκείνος της είπε: «Ας μη γίνει γνωστό ότι ήρθε γυναίκα στο αλώνι». 15 Μετά της είπε: «Φέρε την κάπα που έχεις στους ώμους σου και άπλωσέ την». Εκείνη την άπλωσε κι ο Βοόζ μέτρησε και της άδειασε μέσα έξι γαβάθες κριθάρι· τη βοήθησε να το φορτωθεί και η Ρουθ ήρθε στην πόλη.
16 Όταν γύρισε στην πεθερά της, εκείνη τη ρώτησε: Πώς τα πήγες κόρη μου; Κι εκείνη της διηγήθηκε όλα όσα έκανε γι’ αυτήν ο Βοόζ. 17 «Μου έδωσε κι αυτές τις έξι γαβάθες το κριθάρι», πρόσθεσε, «και μου είπε πως δε θα πρέπει να πάω μ’ άδεια χέρια στην πεθερά μου». 18 Τότε η Νωεμίν απάντησε: «Περίμενε, κόρη μου, ώσπου να δεις πώς θα πάει το πράγμα, γιατί αυτός ο άνθρωπος δεν θα ησυχάσει αν δεν τελειώσει αυτή την υπόθεση σήμερα».
拿俄米劝路得改嫁
1 路得的婆婆拿俄米对她说:"女儿啊,我不是应当为你找个归宿,使你得到幸福吗?2 你常常和他的女佣人在一起的波阿斯不是我们的亲戚吗?他今天晚上要在禾场上簸大麦。3 你洗个澡,抹上香膏,穿上斗篷,就下到禾场去。不过,那个人还没有吃喝完毕,别让他认出你来。4 等到他躺下来,你要弄清楚他所躺的地方,进去掀露他的脚,然后躺下去。他就会告诉你该作甚么。"5 路得对她说:"你吩咐的,我就去作。"
路得独往禾场夜访波阿斯
6 于是,她下到禾场去,照着婆婆吩咐的一切去作。7 波阿斯吃喝完了,心里舒畅,就去躺在麦堆的旁边。路得悄悄地来,掀露他的脚,躺卧下去。8 到了夜半,波阿斯惊醒过来,一翻身就看到一个女子躺在他的脚边,9 就说:"你是谁?"她回答:"我是你的婢女路得,请用你的衣襟遮盖你的婢女,因为你是我一个有买赎权的近亲。"10 波阿斯说:"我女儿,愿你蒙耶和华赐福。你末后表现的爱心比起初更大,因为年轻人无论贫富,你都没有跟从。11 我女儿,现在你不要怕,你所说的,我一定去作。本城的人都知道你是个贤慧的女人。12 不错,我是你那有买赎权的近亲,可惜还有一个有买赎权的近亲比我更亲。13 今晚你就在这里过夜,明早如果他肯尽买赎你的本分,好,就由他来履行;假如他不愿意这样作,我指着永活的耶和华起誓,我一定尽买赎你的本分。你只管躺到天亮吧。"
14 路得躺在波阿斯脚边直到早晨。因为波阿斯说过不可以让人知道有女人来过禾场,路得就趁天色未明,人们彼此无法辨认的时候就起来。15 他又说:"拿你所披的外衣来,把它打开。"她打开了,他就量了六簸箕大麦,放在她的肩上。路得就进城去。
路得将一切事情告诉拿俄米
16 到她婆婆那里,婆婆就问:"我女儿,怎样了?"路得就把那人对她所作的一切都告诉了婆婆,17 又说:"他给我这六簸箕大麦,对我说:‘不要空手去见你婆婆。’"18 拿俄米说:"我女儿,你尽管安静等候,直到你知道事情怎样了结,因为那人今天不把事情办妥,绝不歇息。"