Η Ρουθ στο χωράφι του Βοόζ
1 Από τον άντρα της τον Ελιμέλεχ, η Νωεμίν είχε έναν συγγενή, άνθρωπο ισχυρό και πλούσιο, ο οποίος ονομαζόταν Βοόζ. 2 Μια μέρα η Ρουθ είπε στη Νωεμίν: «Άφησέ με να πάω σ’ ένα χωράφι να μαζέψω τα στάχυα που αφήνουν οι θεριστές. Κάποιον θα βρω που θα μ’ αφήσει να το κάνω». Η Νωεμίν της είπε: «Πήγαινε, κόρη μου». 3 Έτσι η Ρουθ έφυγε και πήγε και μάζευε στάχυα σ’ ένα χωράφι, πίσω από τους θεριστές. Συμπτωματικά, βρέθηκε το κομμάτι αυτό της γης ν’ ανήκει στο Βοόζ, το συγγενή του Ελιμέλεχ.
4 Μετά από λίγο ήρθε ο Βοόζ από τη Βηθλεέμ και χαιρέτισε τους θεριστές: «Ο Κύριος να ’ναι μαζί σας», τους είπε. «Ο Κύριος να σ’ ευλογεί», του απάντησαν εκείνοι. 5 Τότε ο Βοόζ ρώτησε τον υπηρέτη του, τον επιστάτη των θεριστών: «Ποιανού είναι αυτή η νέα;» 6 Αυτός του απάντησε: «Είναι η νεαρή Μωαβίτισσα, που συνόδεψε τη Νωεμίν στην επιστροφή της από τη Μωάβ. 7 Μας παρακάλεσε να την αφήσουμε να μαζεύει τα στάχυα που αφήνουν οι θεριστές να πέφτουν από τα δεμάτια. Ήρθε από το πρωί, κι ως τώρα δεν έχει καθόλου ξεκουραστεί».Ήρθε... ξεκουραστεί. Στο εβρ. κείμενο η φράση είναι αβέβαιη.
8 Τότε ο Βοόζ είπε στη Ρουθ: «Άκουσε, κόρη μου: μη φύγεις από ’δω για να μαζέψεις στάχυα σ’ άλλο χωράφι· μείνε με τις υπηρέτριές μου. 9 Κοίτα σε ποιο χωράφι θερίζουν και πήγαινε ξωπίσω τους. Έχω διατάξει τους υπηρέτες να μη σ’ αγγίξει κανείς. Κι όταν διψάς, να πηγαίνεις στις στάμνες που τις γεμίζουν οι υπηρέτες και να πίνεις νερό».
10 Τότε η Ρουθ έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσκύνησε. «Γιατί μου δείχνεις τόση καλοσύνη», του είπε, «κι ενδιαφέρεσαι τόσο για μένα, που είμαι μια ξένη;»
11 Ο Βοόζ της αποκρίθηκε: «Μου είπαν καταλεπτώς όλα όσα έκανες για την πεθερά σου μετά το θάνατο του άντρα σου, κι ότι άφησες τους γονείς σου και τη χώρα που γεννήθηκες, και ήρθες σ’ έναν λαό που δεν τον γνώριζες από πριν. 12 Ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, ν’ ανταμείψει την πράξη σου και να σου το ξεπληρώσει στο ακέραιο, που ήρθες κάτω απ’ τα φτερά του να σκεπαστείς».
13 Εκείνη απάντησε: «Ας έχω την εύνοιά σου, κύριέ μου! Μου ’δωσες θάρρος και μίλησες στην καρδιά της δούλης σου, αν κι εγώ δεν είμαι καν σαν μια από τις δούλες σου».
14 Την ώρα του φαγητού τής είπε ο Βοόζ: «Έλα κοντά και φάγε μαζί μας ψωμί και βούτηξε τη μπουκιά σου στο ζουμί με το ξύδι». Εκείνη κάθισε δίπλα στους θεριστές κι ο Βοόζ της πρόσφερε ψημένο στάρι κι έφαγε, χόρτασε και της περίσσεψε κιόλας. 15 Όταν σηκώθηκε να πάει να μαζέψει στάχυα, ο Βοόζ διέταξε τους υπηρέτες του: «Αφήνετέ την να παίρνει στάχυα ακόμη κι από τα δεμάτια· μην την αποπαίρνετε.Κανονικά κανείς δεν είχε δικαίωμα να σταχυολογεί πριν οι θεριστές τελειώσουν τη δουλειά τους και συναχθούν όλα τα δεμάτια.16 Να βγάζετε μάλιστα μόνοι σας μερικά στάχυα από τα δεμάτια γι’ αυτήν και να την αφήνετε να τα μαζεύει χωρίς να τη μαλώνετε».
Η πεθερά της Ρουθ διακρίνει το θέλημα του Θεού
17 Η Ρουθ σταχυολόγησε στο χωράφι του Βοόζ ως το βράδυ· έπειτα κοπάνισε τα στάχυα που είχε μαζέψει και έβγαλε περίπου ένα μεγάλο σακί κριθάρι. 18 Το σήκωσε και γύρισε στην πόλη· έδειξε στην πεθερά της ό,τι είχε μαζέψει κι έβγαλε και της έδωσε το περίσσευμα από το φαγητό που της είχαν προσφέρει. 19 Η πεθερά της τη ρώτησε: «Πού μάζεψες στάχυα σήμερα; σε ποιανού το χωράφι εργάστηκες; Ας είναι ευλογημένος αυτός που ενδιαφέρθηκε για σένα».
Τότε η Ρουθ φανέρωσε στην πεθερά της σε ποιο χωράφι είχε δουλέψει: «Ο άνθρωπος στον οποίο δούλεψα σήμερα ονομάζεται Βοόζ», της είπε. 20 Η Νωεμίν είπε στη νύφη της: «Ο Κύριος δεν έπαψε να δείχνει την αγάπη του σ’ εμάς τους ζωντανούς, όπως την είχε δείξει στους νεκρούς μας. Ο Κύριος να ευλογεί αυτόν τον άνθρωπο». Και κατέληξε: «Αυτός είναι συγγενής μας κι από τους πιο κοντινούς μας».Ο πλησιέστερος συγγενής είχε δικαίωμα προτεραιότητος στην αγορά της γης του θανόντος συγγενούς του, ώστε αυτή να παραμένει στην οικογένεια (βλ. κεφ. 4:1-8· Ιερ 32:7-9). Σ’ αυτή την περίπτωση όφειλε παράλληλα να υπαχθεί στο νόμο περί λευιρατικού γάμου (βλ. υποσ. εις 1:11, και επίσης εις κεφ. 3:9 και 4:5 και 4:14).21 Τότε η Ρουθ πρόσθεσε: «Μου είπε ακόμη να μείνω με τους υπηρέτες του, ώσπου να τελειώσουν όλον το θερισμό». 22 Η Νωεμίν είπε στη νύφη της: «Είναι πολύ καλά, κόρη μου, να δουλεύεις με τις υπηρέτριες του Βοόζ! Σε οποιοδήποτε άλλο χωράφι θα μπορούσαν να σε κακομεταχειριστούν».
23 Έτσι η Ρουθ πήγαινε μαζί με τις υπηρέτριες του Βοόζ και μάζευε στάχυα, ώσπου θέρισαν όλο το κριθάρι και το στάρι· στο μεταξύ έμενε μαζί με την πεθερά της.
路得在波阿斯的田里捡拾麦穗
1 拿俄米的丈夫以利米勒有个同族的亲戚,名叫波阿斯,是个大财主。2 摩押女子路得对拿俄米说:"让我到田里去,我在谁的眼前蒙恩,我就跟在谁的背后捡麦穗。"拿俄米说:"女儿啊,你尽管去。"3 路得就去了,来到田里,在收割的人背后捡麦穗。她恰巧来到以利米勒同族的人波阿斯那块田。4 波阿斯刚好从伯利恒来,对收割的人说:"愿耶和华与你们同在。"他们回答:"愿耶和华赐福与你。"5 波阿斯问那监督收割的仆人:"那是谁家的姑娘呢?"6 监督收割的仆人回答:"她是跟拿俄米从摩押地回来的摩押女子。7 她说:‘请让我捡一点麦穗吧。让我跟在收割的人背后,在禾捆堆中捡些零碎的穗子。’于是她来了。除了在房子里休息了一会儿之外,从早晨到现在一直都留在这里。"
波阿斯厚待路得
8 波阿斯对路得说:"女儿啊,听我说,不要到别人田里去捡麦穗,也不要离开这里,要常常与我的女佣人在一起。9 你看他们在哪块田里收割,就跟着女佣人去。我不是已经吩咐仆人不可欺负你吗?假如你渴了,就到水缸那里去,喝仆人打来的水。"10 路得就俯伏在地叩拜,对他说:"我是个外族人,为甚么会在你眼前蒙恩,蒙你关照呢?"11 波阿斯回答她说:"自从你丈夫去世以后,你对婆婆所行的,和你怎样离开父母与出生之地,来到素来不认识的人中间,这一切我都知道得很清楚了。12 愿耶和华照你所作的报答你;你来投靠在耶和华以色列 神的翅膀下,愿他充充足足酬报你。"13 路得说:"主人啊,但愿我在你眼前蒙恩,虽然我连你的婢女都不是,你还是安慰我,对我这么好。"
14 到了吃饭的时候,波阿斯对路得说:"你过来,吃一点饼吧,拿饼块蘸在醋里。"路得就在收割的人旁边坐下来。波阿斯把一些烘好的麦穗递给她,她吃饱了,还有剩下的。15 她再起来去捡麦穗的时候,波阿斯吩咐仆人说:"就算她在禾捆堆中捡麦穗,也不可以辱骂她。16 甚至要故意为她从禾捆中抽些出来,留给她去捡,千万不可责备她。"
路得把一切经过告诉拿俄米
17 路得就这样在田里捡麦穗,直到傍晚。她把捡来的麦穗打了,约有二十二公升大麦,18 然后带回城里去。路得把捡来的麦子拿给婆婆看,把吃剩的给了婆婆。19 婆婆问她:"你今天在哪里捡麦穗?在哪里工作呢?愿那关照你的人蒙福。"路得就告诉婆婆她在谁那里工作,说:"我今天在一个名叫波阿斯的人那里工作。"20 拿俄米对媳妇说:"愿不断施慈爱给活人和死人的耶和华赐福给他。"拿俄米又对她说:"这个人是我们的亲人,有买赎权的一位近亲。"21 摩押女子路得说:"他还告诉我:‘紧跟着我的仆人捡麦穗,直到全部收割完毕。’"22 拿俄米对媳妇路得说:"我女儿啊,这样才好,要与他的女佣人一起去,免得在别人的田里遭受敌视。"23 她就紧跟着波阿斯的女佣人捡麦穗,直到大麦和小麦都收割好了。路得一直与婆婆住在一起。