1 Αλίμονο, πώς εξευτέλισε ο Κύριος πάνω στο θυμό του
την πόλη της Σιών!
Τη δόξα του Ισραήλ την έριξε από τον ουρανό στη γη·
τη μέρα της οργής του δεν λογάριασε
του θρόνου του το υποπόδιο –το ναό.
2 Ο Κύριος δίχως οίκτο κατέστρεψε όλα του Ιακώβ τα κτήματα·
γκρέμισε πάνω στο θυμό του τα οχυρά του λαού του Ιούδα·
έριξε κάτω στο έδαφος και ταπείνωσε
το βασιλιά τους και τους άρχοντές του.
3 Θυμό γεμάτος τσάκισε
όλη του Ισραήλ τη δύναμη·
το χέρι το δεξί του το αποτράβηξε,
όταν ήρθε ο εχθρός
και άναψε στον Ιακώβ φωτιά μεγάλη,
που όλα τριγύρω τα εξαφάνισε.
4 Τέντωσε σαν εχθρός το τόξο του,
το βέλος στέριωσε στο χέρι το δεξί του
και σαν αντίπαλος χτύπησε
καθετί που τα μάτια μας ευχαριστούσε·
σαν φωτιά το θυμό του ξέχυσε
στη σκηνή πάνω της πόλης της Σιών.
5 Ο Κύριος σαν εχθρός μας έγινε!
Κατέστρεψε τον Ισραήλ,
κατέστρεψε όλα του τ’ ανάκτορα,
γκρέμισε τα οχυρά του,
κι έφερε στο λαό του Ιούδα
θλίψεις και στεναγμούς.
6 Ξήλωσε το ναό του σαν να ήταν παράγκα σε κήπο,
διέλυσε τη γιορταστική σύναξή του.
Ο Κύριος έκανε το λαό της Σιών
να λησμονήσει και γιορτές και Σάββατα,
και στην έξαψη πάνω της οργής του
αποδοκίμασε και το βασιλιά και τους ιερείς.
7 Ο Κύριος κατεδάφισε το θυσιαστήριό του,
το ναό του τον περιφρόνησε,
σε χέρια εχθρικά παρέδωσε
της πόλης τα τείχη.
Φωνές εχθρών ακούστηκαν στον οίκο του Κυρίου,
όπως ηχούσαν τον καιρό της δικής μας γιορτής.
8 Ο Κύριος είχε σκεφτεί το τείχος να γκρεμίσει
της πόλης της Σιών·
τέντωσε γύρω της σχοινί με αποφασιστικότητα,
ώσπου να φέρει την καταστροφή.
Έκανε και το πρόχωμα και το τείχος να πενθήσουν·
έπεσαν και τα δυο μαζί.
9 Οι πύλες της Σιών σωριάστηκαν στη γη·
τους μοχλούς της τους κομμάτιασε.
Ο βασιλιάς κι οι άρχοντές της βρίσκονται
αιχμάλωτοι ανάμεσα στα έθνη·
οι ιερείς της πια το νόμο δεν διδάσκουν·
ούτε οι προφήτες της παίρνουν αποκαλύψεις
με οράματα απ’ τον Κύριο.
10 Οι πρεσβύτεροι της Σιών
κάθονται χάμω σιωπηλοί,
ρίχνουνε στάχτη πάνω στο κεφάλι τους,
φοράνε ρούχα πένθιμα.
Οι κόρες της Ιερουσαλήμ
με θλίψη γέρνουν το κεφάλι τους στη γη.
11 Τα μάτια μου μαράθηκαν από τα δάκρυα,
αναταράχτηκαν τα σπλάχνα μου,
δεν μπορώ να κρύψω την απελπισία μουδεν μπορώ... απελπισία μου. Ή: «ξεχύθηκε το συκώτι μου στη γη».
μπρος στου λαού μου την κατάρρευση,
ενώ πεθαίνουνε τα βρέφη και τα νήπια
στης πολιτείας τα σοκάκια.
12 Φωνάζουν στις μανάδες τους,
γιατί πεινάνε και διψούν·
σαν τους τραυματίες λιποθυμούν
στης πολιτείας τα σοκάκια,
και ξεψυχούν στην αγκαλιά της μάνας τους.
13 Αγαπημένη Ιερουσαλήμ, με τι να σε συγκρίνω;
με τι να πω πως είσαι όμοια;
και με τι να σε παραβάλω
και πώς να σε παρηγορήσω, πόλη της Σιών;
Η συμφορά σου είναι μεγάλη σαν τη θάλασσα·
ποιος θα μπορούσε απ’ αυτήν να σε γιατρέψει;
14 Όσα οι προφήτες σου είδανε για σένα
ήταν οράσεις ψεύτικες κι απατηλές.
Δε σου φανέρωσαν την ανομία σου,
για ν’ αποτρέψουν έτσι την αιχμαλωσία σου,
αλλά σου δώσαν ψεύτικους χρησμούς, παραπλανητικούς.
15 Όλοι όσοι περνούν στο δρόμο κατά ’δω
χτυπούν χαιρέκακα τα χέρια τους,
κουνάνε το κεφάλι για τα ερείπια της Ιερουσαλήμ
σιγανά τραγουδώντας:
«Αυτή είναι η πόλη που την ονομάζανε
της ομορφιάς αποκορύφωμα,
χαρά όλης της γης;»
16 Όλοι οι εχθροί σου σε κακολογούν·
σφυρίζουν, τρίζουνε τα δόντια
και φωνάζουν:
«Την καταστρέψαμε! Αυτή είναι η ημέρα
που περιμέναμε·
ήρθε, την είδαμε!»
17 Ο Κύριος έκανε ό,τι είχε αποφασίσει,
ξεπλήρωσε τις απειλές
που είχε εξαγγείλει από καιρό·
ανελέητος όλα τα κατέστρεψε,
έκανε τον εχθρό σου να χαρεί για σένα,
τους αντιπάλους σου τους έκανε να θριαμβεύσουν.
18 Πόλη της Σιών, τα τείχη σου ας φωνάξουνε
στον Κύριο να σ’ ελεήσει!ας... ελεήσει, η πιθανή απόδοση. Το εβρ. έχει: «Οι καρδιές τους φωνάζουν στον Κύριο, τείχος της Ιερουσαλήμ.
Άσε να τρέξουνε σαν χείμαρρος
μέρα και νύχτα ακούραστα τα δάκρυά σου,
τα μάτια σου χωρίς σταματημό.
19 Σήκω πάλι και πάλι μες στη νύχταΣήκω... νύχτα. Κατά λ. «Σήκω όταν αρχίζει η κάθε βάρδια τη νύχτα». Οι Εβραίοι χώριζαν τη νύχτα σε τρεις «βάρδιες».
και πες τον πόνο σου στον Κύριο.
Ξέχυσε την καρδιά σου σαν νερό μπροστά του,
ύψωσε προς αυτόν δεητικά τα χέρια σου,
και παρακάλεσε για των παιδιών σου τη ζωή,
για τα παιδιά που από την πείνα ξεψυχούν
στις άκριες των δρόμων.
20 Κοίταξε, Κύριε, και δες σε ποιον τα έκανες αυτά!
Ήταν σωστό να τρώνε οι γυναίκες τα παιδιά τους
που τα γεννήσαν και τα περιποιήθηκαν;
να θανατώνονται οι ιερείς και οι προφήτες
και μάλιστα μες στο αγιαστήριό σου;
21 Παιδιά και γέροντες είναι στο χώμα ξαπλωμένοι·
το ξίφος θέρισε τα παλικάρια και τις κοπελιές μου·
τη μέρα της οργής σου τους θανάτωσες,
χωρίς συμπόνια τους σφαγίασες.
22 Σαν να ’τανε μέρα γιορτής
από παντού τους φοβερούς εχθρούς μου
μάζεψες,
κι ούτ’ ένας δεν διασώθηκε ούτε ξέφυγε,
τη μέρα, Κύριε, της οργής σου.
Όλα μου τα παιδιά που τα μεγάλωσα και τα περιποιήθηκα
ο εχθρός μού τα εξολόθρεψε.
1 Come mai il Signore, nella sua ira, ha coperto di una nube oscura la figlia di Sion? Egli ha gettato dal cielo in terra la gloria d’Israele e non si è ricordato dello sgabello dei suoi piedi, nel giorno della sua ira!
2 Il Signore ha distrutto senza pietà tutte le dimore di Giacobbe; nella sua ira, ha rovesciato, ha abbattuto le fortezze della figlia di Giuda, ne ha profanato il regno e i capi.
3 Nella sua ira ardente, ha infranto tutta la potenza d’Israele; ha ritirato la propria destra in presenza del nemico; ha consumato Giacobbe come un fuoco fiammeggiante che divora tutto intorno.
4 Ha teso il suo arco come il nemico, ha alzato la destra come un avversario, ha trucidato tutti quelli che erano più cari a vedersi; ha riversato il suo furore come un fuoco sulla tenda della figlia di Sion.
5 Il Signore è diventato come un nemico; ha divorato Israele; ha divorato tutti i suoi palazzi, ha distrutto le sue fortezze, ha moltiplicato alla figlia di Giuda i lamenti e i gemiti.
6 Ha devastato la sua tenda come un giardino, ha distrutto il luogo del suo convegno. L’Eterno ha fatto dimenticare in Sion le feste solenni e i sabati e, nell’indignazione della sua ira, ha rigettato re e sacerdoti.
7 Il Signore ha provato disgusto per il suo altare, ha aborrito il suo santuario, ha dato i muri dei palazzi di Sion in mano ai nemici, i quali hanno alzato grida nella casa dell’Eterno come in un giorno di festa.
8 L’Eterno ha deciso di distruggere le mura della figlia di Sion; ha steso la corda, non ha ritirato la mano, prima di averli distrutti; ha coperto di lutto bastioni e mura; gli uni e le altre sono distrutti.
9 Le sue porte sono affondate in terra; egli ha distrutto, spezzato le sue sbarre; il suo re e i suoi capi sono fra le nazioni; non c’è più legge, e anche i suoi profeti non ricevono più visioni dall’Eterno.
10 Gli anziani della figlia di Sion siedono per terra in silenzio; si sono gettati della polvere sul capo, si sono vestiti di sacchi; le vergini di Gerusalemme curvano il capo al suolo.
11 I miei occhi si consumano per le lacrime, le mie viscere si commuovono, il mio fegato si spande in terra per il disastro della figlia del mio popolo, al pensiero dei bambini e dei lattanti che venivano meno per le piazze della città.
12 Essi chiedevano alle loro madri: "Dov’è il pane, dov’è il vino?", e intanto venivano meno come dei feriti a morte nelle piazze della città ed esalavano l’ultimo respiro sul seno delle loro madri.
13 Che ti dirò? A che ti paragonerò, o figlia di Gerusalemme? Chi troverò di simile a te per consolarti, o vergine figlia di Gerusalemme? Poiché la tua ferita è larga quanto il mare; chi ti potrà guarire?
14 I tuoi profeti hanno avuto per te visioni vane e illusorie; non hanno messo a nudo la tua iniquità, per allontanare da te la deportazione; le profezie che hanno fatto a tuo riguardo non erano che oracoli vani e seduttori.
15 Tutti i passanti battono le mani al vederti; fischiano e scuotono il capo al vedere la figlia di Gerusalemme: "È questa la città che la gente chiamava una bellezza perfetta, la gioia di tutta la terra?".
16 Tutti i tuoi nemici spalancano la bocca contro di te, fischiano, digrignano i denti, dicono: "L’abbiamo inghiottita! Sì, questo è il giorno che aspettavamo; ci siamo giunti, lo vediamo!".
17 L’Eterno ha fatto quello che si era proposto; ha adempiuto la parola che aveva pronunciata fin dai giorni antichi: ha distrutto senza pietà, ha fatto di te la gioia del nemico, ha esaltato la potenza dei tuoi avversari.
18 Il loro cuore grida al Signore: "O mura della figlia di Sion, spandete lacrime come un torrente, giorno e notte! Non datevi pace, non abbiano riposo le pupille dei vostri occhi!
19 Alzatevi, gridate di notte, al principio di ogni veglia! Spandete come acqua il vostro cuore davanti alla faccia del Signore! Alzate le mani verso di lui per la vita dei vostri bambini, che vengono meno per la fame agli angoli di tutte le strade!
20 Guarda, o Eterno, considera! Chi hai mai trattato così? Delle donne hanno divorato il frutto delle loro viscere, i bambini che accarezzavano! Sacerdoti e profeti sono stati massacrati nel santuario del Signore!
21 Fanciulli e vecchi giacciono a terra nelle strade; le mie vergini e i miei giovani sono caduti per la spada; tu li hai uccisi nel giorno della tua ira, li hai massacrati senza pietà.
22 Tu hai convocato, come in un giorno di festa solenne, i miei terrori da tutte le parti; e nel giorno dell’ira dell’Eterno non c’è stato né superstite né fuggiasco; quelli che io avevo accarezzato e allevato, il mio nemico li ha consumati!".