Publicidade

Lamentações 4

IRB20
Τέλος της τιμωρίας της Σιών

1 Αλίμονο, πώς το χρυσάφι θάμπωσε,

πώς αλλοιώθηκε το καθαρό χρυσάφι!

Οι πέτρες οι ιερέςοι πέτρες οι ιερές. Ορισμένοι θεωρούν ότι πρόκειται για πολύτιμους λίθους, που αποτελούσαν μέρος των θησαυρών του ναού. Πάντως το χρυσάφι και οι «ιερές πέτρες» συμβολίζουν εδώ τη χαμένη δόξα της Ιερουσαλήμ. διασκορπίστηκαν

στου κάθε δρόμου τις γωνιές!

2 Οι νέοι της Σιών που ήταν πολύτιμοι

και μέτραγαν το βάρος τους σε καθαρό χρυσάφι

τώρα σαν σκεύη λογαριάζονται πήλινα

σαν κοινά έργα αγγειοπλάστη.

3 Και τα τσακάλια ακόμη στα μικρά τους

δίνουν το γάλα τους και τα φροντίζουνε.

Μα οι γυναίκες του λαού μου γίνανε σκληρές

κι αδιάφορες σαν στρουθοκάμηλοι στην έρημο.σαν στρουθοκάμηλοι στην έρημο. Οι στρουθοκάμηλοι θεωρούντο κακές μάνες, γιατί εγκατέλειπαν τ’ αυγά τους στην έρημο να επωασθούν από τον ήλιο.

4 Κολλάει η γλώσσα των βρεφών

στον ουρανίσκο από τη δίψα·

ψωμί ζητάνε τα παιδιά,

κι ούτένας δεν υπάρχει να τους δώσει.

5 Αυτοί που τρέφονταν με φαγητά εκλεκτά

στους δρόμους ξεψυχούν από την πείνα·

αυτοί που ανατράφηκαν με πολυτέλειες,

κείτονται τώρα στην κοπριά.

6 Η διαστροφή του λαού μου ήταν χειρότερη

ακόμη κι απτην αμαρτία των Σοδόμων,

που με μιας καταστράφηκαν,

χωρίς τη μεσολάβηση χεριών.

7 Οι άρχοντές μας έλαμπαν πιο καθαροί απτο χιόνι,

κι από το γάλα πιο λευκοί·

πιο ροδαλή κι απτο κοράλλι η όψη τους·

οι φλέβες τους σωστό ζαφείρι.

8 Τώρα έγινε η όψη τους πιο σκοτεινή κι απτην καπνιά·

μέσα στους δρόμους δεν μπορείς να τους αναγνωρίσεις.

Στα κόκαλά τους κόλλησε το δέρμα τους,

έγινε ξερό σαν ξύλο.

9 Πιο τυχεροί όσοι με ξίφος θανατώθηκαν,

παρά εκείνοι που πεθάναν απτην πείνα,

που υπέκυψαν εξαντλημένοι απτο λιμό.

10 Γυναίκες που είναι από τη φύση σπλαχνικές,

έψησαν με τα ίδια τους τα χέρια τα παιδιά τους,

για να τραφούν σεκείνη την πανωλεθρία του λαού μου.

11 Ο Κύριος εξάντλησε όλο του το θυμό!

Ξεχείλισε η φλόγα της οργής του

κι άναψε στη Σιών φωτιά·

η πόλη κατακάηκε μέχρι τα θέμελά της.

12 Κανείς δεν θα το πίστευε, ούτε της γης οι βασιλιάδες

ούτε κανείς στον κόσμο,

πως θα μπαινε κατακτητής ο εχθρός

στης Ιερουσαλήμ τις πύλες.

13 Αιτία για την καταστροφή της πόλης

είναι οι αμαρτίες των προφητών της,

των ιερέων της οι αμαρτίες,

που τους δικαίους καταδίκαζαν.

14 Σαν τους τυφλούς στους δρόμους τρίκλιζαν,

στο αίμα βουτηγμένοι,

έτσι που δεν μπορούσε πια κανείς

τα ρούχα τους ναγγίξει.

15 «Φύγετε, ακάθαρτοι!» τους φώναζαν.

«Φύγετε! Τίποτα μην αγγίζετε!»

Έτσι φεύγανε και περιπλανιούνταν·

Μα και τα έθνη έλεγαν:

«Δε μπορούν αυτοί μαζί μας πια να κατοικούν».

16 Ο ίδιος ο Κύριος τους διασκόρπισε,

δε θέλει πια να τους βοηθάει·

Σέβας πια δεν υπάρχει για τους ιερείς,

ούτευσπλαχνία για τους γέροντες.

17 Τα μάτια μας απόκαμαν να καρτερούν

μάταια μια βοήθεια που δε θα ρθει·

προσμέναμε αγναντεύοντας απτις σκοπιές μας

ένα έθνος, που δεν μπορεί να σώσει.

18 Παραμονεύουνε τα χνάρια μας οι εχθροί,

έτσι που δεν μπορούμε ούτε στο δρόμο μας να βγούμε.

Τελείωσαν οι μέρες μας, το τέλος μας πλησιάζει,

ήρθε, είνεδώ.

19 Εκείνοι που μας καταδίωκαν

γίναν πιο γρήγοροι κι απτους αετούς·

μας κυνηγήσαν πάνω στα βουνά,

παραμονέψανε για μας στην έρημο.

20 Ο βασιλιάς μας, του Κυρίου ο εκλεκτός,

που απαυτόν κρεμόταν η ζωή μας,

έπεσε στις παγίδες τους·

αυτός, που λέγαμε πως

στη σκιά του θα ζήσουμε στα έθνη ανάμεσα.

21 Χαρείτε και πανηγυρίσετε, Εδωμίτες,

εσείς που κατοικείτε στη χώρα της Ουζ!χώρα της Ουζ. Όαση που δεν έχει εντοπισθεί ακριβώς. Πιθανότατα βρίσκεται στη ΒΑ περιοχή της αραβικής χερσονήσου ή στα βόρεια της ανατολικά του Ιορδάνη χώρας.

Μα και σεσάς θα φτάσει της κρίσης το ποτήρι

και θα μεθύσετε και θα ξεγυμνωθείτε.

22 Πόλη της Σιών, τελείωσε η τιμωρία σου!

Δε θα σε ξαναστείλει ο Κύριος στην αιχμαλωσία.

Όσο για σας όμως Εδωμίτες,

θα τιμωρήσει ο Κύριος την ανομία σας,

τις αμαρτίες σας θα τις αποκαλύψει.

Lamentazioni sulla sorte del popolo

1 Come mai si è oscurato l’oro, si è alterato l’oro più puro? Come mai le pietre del santuario si trovano sparse qua e agli angoli di tutte le strade?

2 Come mai i nobili figli di Sion, pregiati come l’oro fino, sono reputati quali vasi di terra, opera di mani di vasaio?

3 Perfino gli sciacalli porgono le mammelle e allattano i loro piccoli; la figlia del mio popolo è divenuta crudele, come gli struzzi del deserto.

4 La lingua del lattante gli si attacca al palato, per la sete; i bambini chiedono del pane, e non c’è chi gliene dia.

5 Quelli che si nutrivano di cibi delicati cadono denutriti per le strade; quelli che erano allevati nella porpora abbracciano il letamaio.

6 Il castigo dell’iniquità della figlia del mio popolo è maggiore di quello del peccato di Sodoma, che fu distrutta in un attimo, senza che mano d’uomo la colpisse.

7 I suoi prìncipi erano più splendenti della neve, più bianchi del latte; avevano il corpo più vermiglio del corallo, il loro volto era uno zaffiro.

8 Il loro aspetto è ora più cupo del nero; non si riconoscono più per le vie; la loro pelle è attaccata alle ossa, è secca, è diventata come un legno.

9 Gli uccisi di spada sono stati più felici di quelli che muoiono di fame, poiché questi deperiscono estenuati per mancanza dei prodotti dei campi.

10 Mani di donne, sebbene pietose, hanno fatto cuocere i propri bambini che sono serviti loro di cibo, nella rovina della figlia del mio popolo.

11 L’Eterno ha esaurito il suo furore, ha riversato la sua ira ardente, ha acceso in Sion un fuoco, che ne ha divorato le fondamenta.

12 i re della terra alcun abitante del mondo avrebbero mai creduto che l’avversario, il nemico, sarebbe entrato nelle porte di Gerusalemme.

13 Così è avvenuto a causa dei peccati dei suoi profeti, delle iniquità dei suoi sacerdoti, che hanno sparso in mezzo a lei il sangue dei giusti.

14 Essi vagavano come ciechi per le strade, sporchi di sangue, in modo che non si potevano toccare le loro vesti.

15 "Fatevi in ! Un impuro!", si gridava al loro apparire; "Fatevi in ! Fatevi in ! Non lo toccate!". Quando fuggivano, vagavano qua e , e si diceva fra le nazioni: "Non restino più qui!".

16 La faccia dell’Eterno li ha dispersi, egli non volge più verso di loro il suo sguardo; non si è portato rispetto ai sacerdoti si è avuta pietà dei vecchi.

17 A noi si consumavano ancora gli occhi in cerca di un soccorso, aspettato invano; dai nostri posti di vedetta scrutavamo la venuta di una nazione che non poteva salvarci.

18 Si spiavano i nostri passi, impedendoci di camminare per le nostre piazze. "La nostra fine è prossima", dicevamo: "I nostri giorni sono compiuti, la nostra fine è giunta!".

19 I nostri persecutori sono stati più leggeri delle aquile dei cieli; ci hanno dato la caccia su per le montagne, ci hanno teso agguati nel deserto.

20 Colui che ci fa respirare, l’unto dell’Eterno, è stato preso nelle loro fosse; egli, del quale dicevamo: "Alla sua ombra noi vivremo fra le nazioni".

21 Rallegrati, gioisci, o figlia di Edom, che abiti nel paese di Uz! Anche fino a te passerà la coppa; tu ti ubriacherai e ti denuderai.

22 Il castigo della tua iniquità è finito, o figlia di Sion! Egli non ti manderà più in esilio; egli punisce la tua iniquità, o figlia di Edom, mette allo scoperto i tuoi peccati.

Veja também

Lamentações
Ver todos os capítulos de Lamentações
Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-