1 Ο Κύριος λέει: «Εκείνη την εποχή θα ανοιχτεί πηγή για να καθαρίζονται οι απόγονοι του Δαβίδ και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ από την αμαρτία τους και την ακαθαρσία τους. 2 Εγώ, ο Κύριος του σύμπαντος, θα εξαλείψω τα είδωλα από τη χώρα, ώστε να μη θυμούνται πια ούτε τα ονόματά τους.
Ακόμα θα εξαφανίσω από τη χώρα όλους τους προφήτες που κατευθύνονται από ακάθαρτο πνεύμα. 3 Κι αν κανείς παρ’ όλα αυτά παρουσιαστεί σαν προφήτης, τότε οι ίδιοι οι γονείς του θα του πουν: "δεν έχεις πια το δικαίωμα να ζεις, γιατί είπες ψέματα, όταν ισχυρίστηκες ότι ο Κύριος σε είχε προστάξει να κηρύξεις". Και πριν ακόμα τελειώσει τις προφητείες του, οι ίδιοι οι γονείς του θα τον θανατώσουν με ξίφος. 4 Εκείνη την εποχή δεν θα υπερηφανεύονται πια οι προφήτες για τα οράματά τους· θα φοβούνται να τα ανακοινώσουν δημόσια, και δε θα φορούν πια τον τρίχινο μανδύα των προφητών για να εξαπατούν τον κόσμο. 5 Όταν θα ρωτάνε κάποιον απ’ αυτούς, θα απαντάει: "εγώ δεν είμαι προφήτης, είμαι ένας που δουλεύει στο χωράφι· από μικρό παιδί έχω χωράφι". 6 Και αν θα τον ρωτούν: "τι είναι αυτές οι πληγές στο στήθος σου;"οι πληγές στο στήθος σου. Οι παλιοί προφήτες χάραζαν με μαχαίρια το σώμα τους (πρβλ. Α΄ Βασ 18:28). εκείνος θ’ απαντάει: "τις απέκτησα στο σπίτι των φίλων μου"».
7 Ο Κύριος του σύμπαντος λέει: «Σήκω ξίφος και χτύπα το βοσκό μου, που τον έκανα συνεργάτη μου. Θα χτυπήσω το βοσκό και τα πρόβατα θα σκορπιστούν· θα σηκώσω το χέρι μου και θα χτυπήσω ακόμα και τα μικρά αρνάκια. 8 Σ’ όλη τη χώρα τα δύο τρίτα των κατοίκων θα καταστραφούν και θα εξαφανιστούν, και μόνο το ένα τρίτο θα επιζήσει σ’ αυτήν. 9 Αυτό το ένα τρίτο θα το περάσω απ’ τη φωτιά και θα τους καθαρίσω όπως καθαρίζουν το ασήμι· θα τους δοκιμάσω όπως δοκιμάζουν το χρυσάφι. Τότε, αυτό το τρίτο του λαού θα με επικαλεσθεί κι εγώ θα τους απαντήσω: "εσείς είστε ο λαός μου". Κι αυτοί θα πουν: "εσύ, Κύριε, είσαι ο Θεός μας"».
1 "In quel giorno vi sarà una fonte aperta per la casa di Davide e per gli abitanti di Gerusalemme, per il peccato e per l’impurità. 2 In quel giorno avverrà", dice l’Eterno degli eserciti, "che io sterminerò dal paese i nomi degli idoli, e non saranno più nominati; farò anche sparire dal paese i profeti e gli spiriti immondi. 3 Avverrà che, se qualcuno farà ancora il profeta, suo padre e sua madre che lo hanno generato gli diranno: ‘Tu non vivrai, perché dici delle menzogne nel nome dell’Eterno’; e suo padre e sua madre che lo hanno generato lo trafiggeranno perché fa il profeta. 4 In quel giorno avverrà che i profeti avranno vergogna, ognuno della visione che proferiva quando profetizzava; non si metteranno più il mantello di pelo per mentire. 5 Ognuno di essi dirà: ‘Io non sono profeta; sono un coltivatore della terra; qualcuno mi comprò fin dalla mia giovinezza’. 6 Gli si domanderà: ‘Che sono quelle ferite che hai nelle mani?’, egli risponderà: ‘Sono le ferite che ho ricevuto nella casa dei miei amici’".
7 "Insorgi, o spada, contro il mio pastore, e contro l’uomo che mi è compagno!", dice l’Eterno degli eserciti. "Colpisci il pastore, e siano disperse le pecore! io volgerò la mia mano sui piccoli. 8 In tutto il paese avverrà", dice l’Eterno, "che i due terzi saranno sterminati, periranno, ma l’altro terzo sarà lasciato. 9 Metterò quel terzo nel fuoco e lo raffinerò come si raffina l’argento, lo proverò come si prova l’oro; essi invocheranno il mio nome e io li esaudirò; io dirò: ‘È il mio popolo!’, ed esso dirà: ‘L’Eterno è il mio Dio!’".