1 Κοίταξα πάλι ψηλά και είδα ένα ξεδιπλωμένο βιβλίοξεδιπλωμένο βιβλίο. Βλ. υποσ. εις Ιερ 36:2. που πετούσε. 2 «Τι βλέπεις;» με ρώτησε ο άγγελος. Κι απάντησα: «Βλέπω ένα ξεδιπλωμένο βιβλίο που πετάει· το μήκος του είναι είκοσι πήχεις και το πλάτος του δέκα». 3 Τότε μου είπε: «Σ’ αυτό το βιβλίο είναι γραμμένη η κατάρα που θα πέσει πάνω σ’ όλη τη χώρα. Κάθε κλέφτης θα διωχθεί, σύμφωνα μ’ αυτό που είναι γραμμένο στη μία πλευρά του βιβλίου· και καθένας που ψευδορκεί στο όνομά μου θα διωχθεί, σύμφωνα μ’ αυτό που είναι γραμμένο στην άλλη πλευρά του. 4 Ο Κύριος του σύμπαντος λέει: "έχω εξαπολύσει την κατάρα· θα μπει μέσα στο σπίτι του κλέφτη κι εκείνου που ψευδορκεί στο όνομά μου. Θα παραμείνει μέσα στο σπίτι και θα το εξαφανίσει μαζί με τα ξύλα του και τα λιθάρια του"».
5 Ο άγγελος που μιλούσε μαζί μου, προχώρησε πάλι μπροστά και μου είπε: «Στρέψε το βλέμμα σου και κοίτα· τι βλέπεις να εμφανίζεται εκεί πέρα;» 6 Τότε ρώτησα: «Τι είναι;» Και μου απάντησε: «Είναι ένα κοφίνι. Μέσα του βρίσκεται κάτι που όλος ο λαός επιθυμεί ζωηρά». 7 Τότε το στρογγυλό μολυβένιο καπάκι σηκώθηκε και μια γυναίκα εμφανίστηκε μέσα από το κοφίνι. 8 Ο άγγελος είπε: «Αυτή είναι η ασέβεια». Την έσπρωξε πάλι μέσα στο κοφίνι και έκλεισε το καπάκι πάνω της.
9 Ύστερα σήκωσα το βλέμμα μου και είδα δύο γυναίκες που πετούσαν σπρωγμένες απ’ τον άνεμο κι αλήθεια είχανε φτερά, σαν τα φτερά του πελαργού. Οι γυναίκες αυτές πιάσανε το κοφίνι και το σήκωσαν ανάμεσα ουρανού και γης. 10 Τότε ρώτησα τον άγγελο, που μιλούσε μαζί μου: «Πού το πάνε το κοφίνι με τη γυναίκα;» 11 Κι εκείνος μου απάντησε: «Στη χώρα της ΣεναάρΣεναάρ. Άλλο όνομα για τη Βαβυλώνα. για να χτίσουν της γυναίκας ένα ναό, και να την τοποθετήσουν σε βάθρο».
1 Poi alzai di nuovo gli occhi, guardai, ed ecco un rotolo che volava. 2 L’angelo mi disse: "Che vedi?". Io risposi: "Vedo un rotolo che vola, la cui lunghezza è di venti cubiti e la larghezza di dieci cubiti". 3 Egli mi disse: "Questa è la maledizione che si spande sopra tutto il paese; poiché ogni ladro, secondo essa, sarà estirpato da questo luogo, e ogni spergiuro, secondo essa, sarà estirpato da questo luogo. 4 Io la faccio uscire", dice l’Eterno degli eserciti, "ed essa entrerà nella casa del ladro e nella casa di colui che giura il falso nel mio nome; si stabilirà in mezzo a quella casa e la consumerà con il legname e le pietre che contiene".
5 L’angelo che parlava con me uscì e mi disse: "Alza gli occhi e guarda che cosa esce là". 6 Io domandai: "Che cos’è?". Egli disse: "È l’efa che esce". Poi aggiunse: "In tutto il paese non hanno occhio che per quello". 7 Ed ecco, fu alzata una piastra di piombo, e in mezzo all’efa stava seduta una donna. 8 Egli disse: "Questa è Malvagità"; e la gettò in mezzo all’efa, poi gettò la piastra di piombo sulla bocca dell’efa. 9 Poi alzai gli occhi, guardai, ed ecco due donne che avanzavano; il vento soffiava nelle loro ali, e le ali che avevano erano come ali di cicogna; esse sollevarono l’efa fra terra e cielo. 10 Io chiesi all’angelo che parlava con me: "Dove portano l’efa?". 11 Egli mi rispose: "Nel paese di Scinear, per costruirle una casa; quando sarà pronta, esso sarà posto sopra al suo piedistallo".