Η βασιλεία του Άχαζ
1 Ο Άχαζ έγινε βασιλιάς σε ηλικία είκοσι ετών και βασίλεψε δεκαέξι χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Δεν έκανε όμως το σωστό ενώπιον του Κυρίου, όπως είχε κάνει ο Δαβίδ ο πρόγονός του. 2 Ακολούθησε το κακό παράδειγμα των βασιλιάδων του Ισραήλ. Κατασκεύασε είδωλα από χυτό μέταλλο για να λατρεύει τους θεούς των Χαναναίων 3 και θυμίασε στην κοιλάδα Εννόμ·κοιλάδα Εννόμ. Βλ. υποσ. εις Β΄ Βασ 23:10. επίσης πρόσφερε τους γιους του ολοκαύτωμα στα είδωλα σύμφωνα με τα βδελυρά έθιμα των εθνών εκείνων, που ο Κύριος τα είχε διώξει από τη χώρα τους για να κατοικήσουν οι Ισραηλίτες. 4 Επίσης πρόσφερε θυσίες και θυμιάματα στους ιερούς τόπους πάνω στους λόφους, κάτω από τις σκιές των δέντρων.
5 Γι’ αυτό κι ο Κύριος, ο Θεός του, τον παρέδωσε στην εξουσία των εχθρών του: Τον νίκησε ο βασιλιάς των Συρίων· οι Σύριοι πήραν πολλούς αιχμαλώτους και τους έφεραν στη Δαμασκό. Επίσης τον νίκησε ο βασιλιάς του Ισραήλ Φεκάχ, γιος του Ρεμαλία, ο οποίος με μεγάλη σφαγή 6 εξόντωσε σε μία μέρα εκατόν είκοσι χιλιάδες άντρες του Ιούδα, που ήταν όλοι γενναίοι πολεμιστές. Αυτό συνέβη επειδή ο λαός του Ιούδα εγκατέλειψαν τον Κύριο το Θεό των προγόνων τους. 7 Ο Ζιχρί, ένας Εφραϊμίτης ήρωας, σκότωσε το Μαασεΐα, γιο του βασιλιά,γιο του βασιλιά. Βλ. υποσ. εις Α΄ Βασ 22:26. τον Αζρικάμ, αρχηγό του παλατιού και τον Ελκανά, δεύτερον μετά το βασιλιά. 8 Ο στρατός του Ισραήλ συνέλαβε από το λαό του Ιούδα διακόσιες χιλιάδες αιχμαλώτους, γυναίκες και παιδιά· πήραν ακόμη πολλά λάφυρα και τα έφεραν όλα στη Σαμάρεια.
Η απόδοση των αιχμαλώτων
9 Στη Σαμάρεια ήταν ένας προφήτης του Κυρίου, που ονομαζόταν Ωδήδ. Αυτός συνάντησε το στράτευμα που κατευθυνόταν στην πόλη και τους είπε: «Ο Κύριος, ο Θεός των προγόνων σας, από το θυμό του εναντίον του Ιούδα, τους παρέδωσε όλους αυτούς στην εξουσία σας. Αλλά εσείς τους σφάξατε με μανία τέτοια, που ο απόηχός της έφτασε μέχρι τον ουρανό. 10 Και τώρα σκεφτόσαστε να υποτάξετε το λαό του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ για να τους έχετε δούλους σας. Εσείς δεν αμαρτάνετε ενάντια στον Κύριο το Θεό σας; 11 Τώρα, λοιπόν, ακούστε με και επιστρέψτε τους αιχμαλώτους που συλλάβατε από τους συμπατριώτες σας, γιατί ο φοβερός θυμός του Κυρίου έρχεται κατά πάνω σας».
12 Τότε, μερικοί από τους αρχηγούς των Εφραϊμιτών, ο Αζαρίας γιος του Ιωχανάν, ο Βαραχίας γιος του Μεσιλλεμώθ, ο Εζεκίας γιος του Σαλλούμ και ο Αμασά γιος του Χαλδαΐ, ξεσηκώθηκαν εναντίον αυτών που έρχονταν από την εκστρατεία: 13 «Δε θα φέρετε εδώ τους αιχμαλώτους!» τους είπαν. «Αρκετά μεγάλη είναι η αμαρτία μας ενώπιον του Κυρίου και ο θυμός του φοβερός εναντίον του Ισραήλ. Γιατί θέλετε να προσθέσουμε κι άλλες αμαρτίες σ’ αυτές που ήδη έχουμε διαπράξει;»
14 Έτσι, μπροστά στους άρχοντες και σ’ όλη τη συγκέντρωση οι πολεμιστές άφησαν ελεύθερους τους αιχμαλώτους κι επίσης εγκατέλειψαν τα λάφυρα. 15 Ορίστηκαν ονομαστικά άντρες, οι οποίοι ανέλαβαν τους αιχμαλώτους και έντυσαν με ρούχα από τα λάφυρα όσους ήταν γυμνοί. Τους έβαλαν υποδήματα, τους έδωσαν να φάνε και να πιουν και τους άλειψαν με λάδι. Όσους ήταν εξαντλημένοι τους ανέβασαν στα γαϊδούρια και τους μετέφεραν στους συγγενείς τους στην Ιεριχώ, την πόλη με τις φοινικιές. Έπειτα οι Ισραηλίτες επέστρεψαν στην Σαμάρεια.
Ο Άχαζ ζητάει τη βοήθεια της Ασσυρίας
16 Εκείνο τον καιρό ο βασιλιάς Άχαζ ζήτησε βοήθεια από το βασιλιά της Ασσυρίας, 17 γιατί οι Εδωμίτες ήρθαν πάλι και επιτεθήκαν στο λαό του Ιούδα και πήραν αιχμαλώτους. 18 Την ίδια εποχή οι Φιλισταίοι όρμησαν στις πόλεις της πεδινής και νότιας χώρας του Ιούδα και κυρίεψαν τη Βαιθ-Σεμές, την Αϊλών και τη Γεδηρώθ. Επίσης κατέλαβαν τις πόλεις Σοχώ, Τιμνά και Γιμζώ με τα περίχωρά τους και εγκαταστάθηκαν σ’ αυτές. 19 Ο Κύριος ταπείνωσε το λαό του Ιούδα εξαιτίας του βασιλιά του ΙούδαΤο εβρ. έχει «Ισραήλ». Βλ. υποσ. εις κεφ. 17:1. Άχαζ, ο οποίος τους έκανε ν’ αμαρτήσουν, αλλά κι ο ίδιος προσωπικά πρόσβαλε κατάφωρα τον Κύριο.
20 Ο Τιγλάθ-Πιλέσερ, βασιλιάς της Ασσυρίας, αντί να βοηθήσει τον Άχαζ, επιτέθηκε εναντίον του και τον έφερε σε απελπιστική θέση. 21 Τότε, ο Άχαζ αναγκάστηκε ν’ αφαιρέσει μέρος από τους θησαυρούς του ναού του Κυρίου, του βασιλικού ανακτόρου και των αρχόντων του και να τα δώσει στο βασιλιά της Ασσυρίας, ο οποίος όμως τελικά δεν τον βοήθησε.
22 Τον καιρό της απελπισίας του ο βασιλιάς Άχαζ ασέβησε ακόμα περισσότερο στον Κύριο: 23 Θυσίαζε στους θεούς της Δαμασκού, μολονότι αυτοί τον είχαν νικήσει. «Αυτοί οι θεοί», έλεγε, «των Συρίων βασιλιάδων, βοηθάνε τους λαούς τους. Θα θυσιάσω, λοιπόν, κι εγώ σ’ αυτούς, για να με βοηθήσουν». Αυτοί όμως έγιναν η καταστροφή του ίδιου και του λαού του. 24 Επιπλέον ο Άχαζ συγκέντρωσε τα ιερά σκεύη του ναού, τα κομμάτιασε και σφράγισε τις πόρτες του ναού του Κυρίου. Στη συνέχεια διέταξε και κατασκεύασαν θυσιαστήρια σε κάθε γωνιά στους δρόμους της Ιερουσαλήμ. 25 Σε κάθε πόλη του Ιούδα καθιέρωσε ιερούς τόπους για να θυμιάζει στους ξένους θεούς και εξόργισε έτσι τον Κύριο, το Θεό των προγόνων του.
26 Η υπόλοιπη ιστορία του Άχαζ, από την αρχή ως το τέλος, είναι καταχωρισμένη στο βιβλίο των βασιλιάδων του Ιούδα και του Ισραήλ. Εκεί αναφέρονται όλα τα έργα του. 27 Όταν πέθανε, τον έθαψαν στην πόλη της Ιερουσαλήμ· δεν τον έφεραν όμως στους τάφους των βασιλιάδων του Ισραήλ. Στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του ο Εζεκίας.
O reinado de Acaz, rei de Judá
1 Acaz tinha vinte anos de idade quando começou a reinar e reinou dezesseis anos em Jerusalém. Ao contrário do seu antepassado Davi, não fez o que é justo aos olhos do Senhor. 2 Andou nos caminhos dos reis de Israel e fez ídolos de metal a fim de adorar os baalins. 3 Queimou sacrifícios no vale de Ben-Hinom e chegou até a queimar os seus próprios filhos em sacrifício, imitando as práticas detestáveis das nações que o Senhor havia expulsado de diante dos israelitas. 4 Também ofereceu sacrifícios e queimou incenso nos santuários locais, no alto das colinas e debaixo de toda árvore frondosa.
5 Por isso, o Senhor, o seu Deus, entregou-o nas mãos do rei de Arã. Os arameus o derrotaram, fizeram muitos prisioneiros no meio do seu povo e os levaram para Damasco.
Israel também lhe infligiu grande derrota. 6 Em um único dia, Peca, filho de Remalias, matou cento e vinte mil soldados corajosos de Judá, pois Judá havia abandonado o Senhor, o Deus dos seus antepassados. 7 Zicri, guerreiro efraimita, matou Maaseias, filho do rei, Azricão, oficial encarregado do palácio, e Elcana, o braço direito do rei. 8 Os israelitas levaram para Samaria duzentos mil prisioneiros entre os seus parentes, incluindo mulheres, meninos e meninas. Também levaram muitos despojos.
9 Um profeta do Senhor, chamado Odede, estava em Samaria e saiu ao encontro do exército. Ele lhes disse:
— Estando irado contra Judá, o Senhor, o Deus dos seus antepassados, entregou-os nas mãos de vocês, mas a fúria com que vocês os mataram chegou aos céus. 10 Agora ainda pretendem escravizar homens e mulheres de Judá e de Jerusalém! Vocês também não são culpados de pecados contra o Senhor, o seu Deus? 11 Agora, ouçam-me! Mandem de volta os irmãos que vocês fizeram prisioneiros, pois o fogo da ira do Senhor está sobre vocês.
12 Então, Azarias, filho de Joanã, Berequias, filho de Mesilemote, Jeizquias, filho de Salum, e Amasa, filho de Hadlai, que eram alguns dos chefes de Efraim, questionaram os que estavam chegando da guerra, dizendo:
13 — Não tragam os prisioneiros para cá. Caso contrário, seremos culpados diante do Senhor. Vocês querem aumentar ainda mais o nosso pecado e a nossa culpa? Já é grande a nossa culpa, e o fogo da sua ira está sobre Israel.
14 Então, os soldados libertaram os prisioneiros e puseram os despojos na presença dos líderes e de toda a assembleia. 15 Aqueles homens citados nominalmente apanharam os prisioneiros e, com as roupas e as sandálias dos despojos, vestiram todos os que estavam nus. Deram-lhes comida, bebida e bálsamo medicinal. Puseram sobre jumentos todos aqueles que estavam fracos. Assim, eles os levaram de volta aos seus patrícios residentes em Jericó, a Cidade das Palmeiras, e voltaram para Samaria.
16 Nessa época, o rei Acaz enviou mensageiros ao rei28.16 Conforme um manuscrito do Texto Massorético, a Septuaginta e a Vulgata. Veja 2Rs 16.7; a maioria dos manuscritos do Texto Massorético traz aos reis. da Assíria para pedir-lhe ajuda. 17 Os edomitas tinham voltado a atacar Judá fazendo prisioneiros, 18 e os filisteus atacaram cidades na Sefelá28.18 Pequena faixa de terra de relevo variável entre a planície costeira e as montanhas. e no sul de Judá. Conquistaram e ocuparam Bete-Semes, Aijalom e Gederote, bem como Socó, Timna e Ginzo, com os seus povoados. 19 O Senhor humilhou Judá por causa de Acaz, rei de Israel,28.19 Isto é, Judá, como ocorre frequentemente em 2Crônicas. porque este tinha permitido que Judá se degradasse e tinha sido profundamente infiel ao Senhor. 20 Quando Tiglate-Pileser, rei da Assíria, chegou, causou problemas a Acaz, em vez de ajudá-lo. 21 Acaz apanhou alguns objetos do templo do Senhor, do palácio real e dos líderes e ofereceu-os ao rei da Assíria, mas isso não adiantou.
22 Mesmo nessa época em que passou por tantas dificuldades, o rei Acaz tornou-se ainda mais infiel ao Senhor. 23 Ele ofereceu sacrifícios aos deuses de Damasco, que o haviam derrotado, pois pensava: "Já que os deuses dos reis de Arã os têm ajudado, oferecerei sacrifícios a eles para que me ajudem também". Eles, porém, foram a causa da sua ruína e da ruína de todo o Israel.
24 Acaz juntou os utensílios do templo de Deus e os retirou de lá.28.24 Ou e os despedaçou. Trancou as portas do templo do Senhor e ergueu altares em todas as esquinas de Jerusalém. 25 Em todas as cidades de Judá, construiu santuários locais para queimar sacrifícios a outros deuses e provocou a ira do Senhor, o Deus dos seus antepassados.
26 Os demais acontecimentos do seu reinado e todas as suas realizações, do início ao fim, constam nos registros históricos dos reis de Judá e de Israel. 27 Acaz descansou com os seus antepassados e foi sepultado na cidade de Jerusalém, mas não nos túmulos dos reis de Israel, e Ezequias, o seu filho, sucedeu-o como rei.