Pular para o conteúdo
Publicidade

2 Maccabees 5

TGVD

1 Por essa ocasião, Antíoco organizou sua segunda expedição contra o Egito.

2 Aconteceu que em toda a cidade e por mais de quarenta dias, apareceram, correndo pelos ares, cavaleiros com vestes de ouro e armados com lanças, coortes armadas, espadas desembainhadas,

3 esquadrões alinhados para a batalha, perseguições e choques de um lado e de outro; movimentos de escudos, multidões de lanças, tiros de dardos, armaduras de ouro resplandecentes e couraças de todo o gênero.

4 Por isso, todos rezavam para que tais aparições produzissem acontecimentos favoráveis.

5 Espalhando-se a notícia, aliás falsa, da morte de Antíoco, Jasão tomou consigo ao menos mil homens e atacou subitamente a cidade. Travou-se o combate sobre os muros e a cidade estava tomada, quando Menelau fugiu para a Acrópole.

6 Jasão massacrou sem piedade seus próprios concidadãos, esquecendo-se de que uma vitória ganha sobre compatriotas é a maior das desgraças, e agiu como se levantasse troféus de inimigos e não de compatriotas!

7 Todavia, não lhe foi possível conquistar o poder, e recolhendo de sua maquinação a vergonha, fugiu de novo para a terra dos amonitas.

8 Pereceu, enfim, miseravelmente, porque, acusado junto de Aretas, chefe dos árabes, fugiu de cidade em cidade e, perseguido por todos, detestado como apóstata das leis, desprezado como carrasco de sua pátria e de seus conci­dadãos, foi levado para o Egito.

9 Aquele que tinha lançado fora de sua pátria tanta gente pereceu numa terra estrangeira, tendo ido para junto dos espartanos, com a esperança de ali encontrar refúgio, por causa de uma origem comum.

10 E, após ter lançado por terra tantos homens, sem sepultá-los, não foi chorado por ninguém, não recebeu as honras dos funerais e nem um lugar no túmulo de seus pais.

11 Quando a notícia desses acontecimentos chegou aos ouvidos do rei, ele concluiu que a Judeia queria desertar. Trazendo seu exército do Egito, com o ânimo enfurecido, conquistou a cidade pelas armas.

12 Ordenou aos soldados que matassem sem compaixão aqueles que caíssem em suas mãos e que degolassem os que se refugiassem nas casas.

13 Houve, pois, uma mortandade de jovens e de velhos, carnificina de homens, mulheres e crianças, um massacre de donzelas e de meninos.

14 Em três dias houve oitenta mil vítimas, das quais quarenta mil foram mortas e outras tantas vendidas como escravas.

15 Não satisfeito com isso, o rei ousou penetrar no templo, o mais santo de toda a terra, conduzido por Menelau, que foi infiel às leis e à pátria.

16 Tomou com as mãos profanas os vasos sagrados e com mãos impuras apoderou-se das oferendas feitas pelos reis anteriores, para proveito, honra e glória do templo.

17 Antíoco exaltava-se de orgulho, mas não percebia que o Senhor momentanea­mente se havia irritado por causa dos pecados dos habitantes da cidade, daí essa indiferença pelo templo.

18 Se os judeus não fossem por demais culpados, a exemplo de Heliodoro, enviado pelo rei Seleuco para inspecionar o tesouro, ele teria sido flagelado logo que chegou e dissuadido de sua audácia.

19 Na verdade, Deus não escolheu o povo por causa do templo, mas escolheu o templo por causa do povo.

20 É por isso que o templo, depois de ter participado dos males do povo, teve em seguida parte com ele nos favores divinos. Desamparado no tempo da cólera, foi restaurado com toda a sua glória por ocasião da reconciliação com o soberano Senhor.

21 Tendo Antíoco roubado ao templo mil e oitocentos talentos, voltou sem demora para Antioquia. Com o espírito exaltado, ele cria, em sua soberba, poder navegar sobre a terra e caminhar sobre o mar.

22 Contudo, por motivo de seu ódio para com os judeus, deixou atrás de si oficiais com a incumbência de molestar o povo. Em Jerusalém, Filipe, da Frígia, mais bárbaro ainda que seu senhor;

23 no monte Garizim, Andrônico e, adjunto a estes, Menelau, que se encarniçava contra seus concidadãos de modo mais terrível que os outros.

24 Enviou também o misarca Apolônio à frente de um poderoso exército de vinte e dois mil homens, com a ordem de matar todos os adultos e de vender as mulheres e as crianças.

25 Chegou pois este a Jerusalém, fingindo intenções pacíficas. Esperou até o dia santo de sábado e, apanhando os judeus desocupados, ordenou às suas tropas pegarem em armas.

26 Todos os que saíram para ver o espetáculo foram massacrados e, percorrendo a cidade com seus soldados, matou um grande número de pessoas.

27 Judas Macabeu retirou-se com um grupo de outros homens para o deserto, vivendo com seus companheiros nas montanhas, como animais selvagens e alimentando-se de ervas, para não se contaminarem.

Σημείο εμφανίζεται στον ουρανό

1 Την εποχή εκείνη ο Αντίοχος ετοίμαζε τη δεύτερη εκστρατεία του εναντίον της Αιγύπτου. 2 Τότε συνέβηκε για σαράντα περίπου μέρες ο λαός να βλέπει ιππείς που έτρεχαν στον αέρα πάνω από την Ιερουσαλήμ. Φορούσαν χρυσές στολές, ήταν οπλισμένοι με λόγχες και διατεταγμένοι κατά διλοχίες 3 και ίλες ιππικού. Η μία ορμούσε εναντίον της άλλης, ασπίδες και πλήθος δόρατα σείονταν, τραβούσαν σπαθιά κι έριχναν βέλη, και λαμπύριζαν στον ήλιο οι θώρακές τους και τα χρυσά στολίδια των αλόγων. 4 Κι όλοι παρακαλούσαν τα οράματα αυτά να καταλήξουν σε καλό.

Ο Ιάσων προσπαθεί να ανακτήσει τις δυνάμεις του

5 Όταν διαδόθηκε η ψευδής φήμη πως ο Αντίοχος είχε πεθάνει, ο Ιάσονας συγκέντρωσε πάνω από χίλιους άντρες και επιτέθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον της Ιερουσαλήμ. Οι υπερασπιστές της πάνω στα τείχη απωθήθηκαν και η πόλη τελικά κυριεύτηκε. Τότε ο Μενέλαος κατέφυγε στην ακρόπολη. 6 Ο Ιάσονας έσφαζε αλύπητα τους ίδιους του τους συμπολίτες, με τη συναίσθηση ότι κατατρόπωνε εχθρούς και όχι συμπατριώτες του. Δεν καταλάβαινε ότι οποιαδήποτε επιτυχία του σε βάρος του λαού του θα ήταν η μεγαλύτερη δυστυχία γιαυτόν. 7 Παρόλα αυτά δεν κατάφερε να πάρει στα χέρια του την εξουσία, και το αποτέλεσμα της συνωμοσίας του ήταν να καταντροπιαστεί: Υποχρεώθηκε να καταφύγει πάλι εξόριστος στην περιοχή των Αμμωνιτών, όπου είχε κακό τέλος.

8 Τον κατηγόρησαν στον Αρέτα, βασιλιά των Αράβων κι αναγκάστηκε να φεύγει από πόλη σε πόλη. Όλοι τον κυνηγούσαν και τον μισούσαν, γιατί ήταν παραβάτης των νόμων, και τον περιφρονούσαν γιατί ήταν φονιάς των συμπατριωτών του. Τελικά κατέφυγε στην Αίγυπτο 9 κι ύστερα στους Λακεδαιμόνιους, πιστεύοντας πως θα έβρισκε καταφύγιο σαυτούς, που ήταν συγγενικός λαόςσυγγενικός λαός. Πρβλ. Α΄ Μακ 12:6–7:21. με τους Ιουδαίους. Έτσι, αυτός που είχε διώξει πολλούς από την πατρίδα του, πέθανε σε ξένη χώρα. 10 Αυτός που είχε φονεύσει πλήθος ανθρώπων και είχε παραπετάξει άθαφτα τα πτώματά τους, δεν είχε κανένα να τον κλάψει· καμιά νεκρώσιμη τελετή δεν του έκαναν, ούτε βρήκε τόπο να θαφτεί μαζί με τους προγόνους του.

Ο Αντίοχος Δ΄ τιμωρεί την Ιερουσαλήμ

11 Όταν ο βασιλιάς πληροφορήθηκε αυτά που είχαν συμβεί στην Ιερουσαλήμ, νόμισε πως επαναστάτησε ολόκληρη η Ιουδαία. Γεμάτος θυμό, λοιπόν, σαν άγριο θηρίο ξεκίνησε από την Αίγυπτο και κατέλαβε με έφοδο την Ιερουσαλήμ. 12 Διέταξε τους στρατιώτες του να χτυπούν αλύπητα όσους έβρισκαν μπροστά τους και να σφάζουν όσους ανέβαιναν στις στέγες των σπιτιών για να κρυφτούν. 13 Έτσι σκοτώθηκαν νέοι και γέροι, εξολοθρεύτηκαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, παραδόθηκαν στη σφαγή παρθένες και βρέφη. 14 Μέσα σε τρεις μέρες καταστράφηκαν ογδόντα χιλιάδες κόσμος· σαράντα χιλιάδες σφάχτηκαν κατά τη σύγκρουση κι ακόμα περισσότεροι πουλήθηκαν σκλάβοι.

15 Ο Αντίοχος όμως δεν αρκέστηκε μόνο σαυτά. Τόλμησε να μπει στον αγιότατο ναό όλης της γης, και με οδηγό το Μενέλαο, που είχε προδώσει τη θρησκεία του και την πατρίδα του, 16 με τα βέβηλα χέρια του άρπαξε τα ιερά σκεύη και τα αφιερώματα που άλλοι βασιλιάδες τα είχαν προσφέρει για πλουτισμό, δόξα και τιμή του ναού.

17 Μπορούσε να περηφανεύεται, γιατί δεν καταλάβαινε ότι για λίγο μόνο διάστημα ο Κύριος είχε οργιστεί και είχε πάψει να επιβλέπει το ναό, κι αυτό εξαιτίας των αμαρτιών των κατοίκων της Ιερουσαλήμ. 18 Αν ο λαός δεν είχε συσσωρεύσει πάνω του τόσες αμαρτίες, τότε ο άνθρωπος αυτός, αμέσως μόλις θα έφτανε στο ναό, θα μαστιγωνόταν και θα έχανε όλο του το θράσος. Θα πάθαινε τα ίδια με τον Ηλιόδωρο, όταν τον είχε στείλει ο βασιλιάς Σέλευκος να ελέγξει το θησαυροφυλάκιο. 19 Αλλά ο Κύριος δεν είχε διαλέξει το λαό του για χάρη του ναού, αλλά τον ναό για χάρη του λαού του. 20 Γιαυτό ακριβώς ο ναός υπέφερε κι αυτός μαζί με το λαό όταν τους έβρισκαν δεινά, και απολάμβανε μαζί τους τις ευεργεσίες του Κυρίου. Όταν ο Κύριος εγκατέλειπε το λαό, εγκαταλειπόταν και ο ναός. Κι όταν ο Κύριος συμφιλιωνόταν με το λαό του, ο ναός αποκαθίστατο με κάθε τιμή.

Η χώρα υπό ελληνική κυριαρχία

21 Ο Αντίοχος λοιπόν πήρε από το ναό οκτακόσια τάλαντα και έφυγε βιαστικά για την Αντιόχεια. Ήταν τόσο εγωιστής, που νόμιζε ότι μπορούσε να διασχίσει εύκολα τη στεριά με καράβι και τη θάλασσα με τα πόδια. 22 Επιπλέον διόρισε κυβερνήτες για να προξενούν συμφορές στο γένος μας: Στα Ιεροσόλυμα διόρισε κάποιον Φίλιππο, που καταγόταν από τη Φρυγία και ήταν στη συμπεριφορά του πιο βάρβαρος κι από κείνον που τον διόρισε· 23 στο Γαριζίν διόρισε τον Ανδρόνικο· κι εκτός απαυτούς διόρισε το Μενέλαο, ο οποίος καυχιόταν ότι μεταχειριζόταν τους πολίτες χειρότερα από τους άλλους κυβερνήτες. Τόσο πολύ μισούσε τους συμπατριώτες του Ιουδαίους.

24 Επίσης ο Αντίοχος έστειλε τον Απολλώνιο, διοικητή των μισθοφόρων από τη Μυσία, με είκοσι χιλιάδες στρατό και με διαταγή να κατασφάξει όλους τους ενήλικες και να πουλήσει τις γυναίκες και τους νέους για σκλάβους. 25 Ο ίδιος πήγε στα Ιεροσόλυμα προσποιούμενος ότι είχε ειρηνικό σκοπό, και περίμενε μέχρι την άγια ημέρα του Σαββάτου, που οι Ιουδαίοι την τηρούσαν ως αργία. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι οι Ιουδαίοι βρίσκονταν σε αποχή από κάθε εργασία, διέταξε τους άντρες του να κάνουν παρέλαση έξω από την πόλη. 26 Κι όσους βγήκαν να παρακολουθήσουν την παρέλαση τους σκότωσε όλους. Κατόπιν έτρεξε μέσα στην πόλη με τα όπλα και κατέσφαξε κι εκεί πάρα πολλούς.

27 Ο Ιούδας ο Μακκαβαίος,ο Μακκαβαίος. Βλ. υποσ. εις Α΄ Μακ 2:4. όμως, μαζί με άλλους εννέα άντρες περίπου κατέφυγε στην έρημο και ζούσαν στα βουνά σαν τα θηρία, όπου συντηρούνταν συνεχώς με χόρτα για να μη μιανθούν.

Veja também