1 Pouco tempo depois, um ancião ateniense foi enviado pelo rei para forçar os judeus a abandonar os costumes dos antepassados, para banir as leis de Deus da cidade.
2 Mandou-o também profanar o templo de Jerusalém, dedicá-lo a Júpiter Olímpico e consagrar o do monte Garizim, segundo o caráter dos habitantes do lugar, a Júpiter Hospitaleiro.
3 Dura e penosa foi para todos essa avalanche de mal.
4 O templo encheu-se de lascívias e orgias dos gentios que se divertiam com meretrizes, unindo-se às mulheres nos átrios sagrados e introduzindo coisas proibidas.
5 O altar estava coberto de vítimas impuras, interditas pelas leis.
6 Não se permitia mais guardar os sábados, a celebração das antigas festas, nem mesmo confessar-se judeu.
7 Em cada mês, no dia natalício do rei, realizava-se um sacrifício. Os judeus eram odiosamente forçados a tomar parte no banquete ritual e, por ocasião das festas em honra de Dionísio, deviam forçosamente acompanhar o cortejo de Baco, coroados de hera.
8 Por instigação dos ptolomeus, foi publicado um decreto que obrigava as cidades helênicas dos arredores a tratar os judeus do mesmo modo e levá-los à participação nos banquetes rituais, com a ordem de matar os que se recusassem a adotar os costumes helênicos.
9 Podiam-se, pois, prever as aflições que os aguardavam.
10 Assim, duas mulheres foram acusadas de circuncidarem seus filhos. Foram arrastadas publicamente pela cidade, com seus filhos pendurados aos peitos e precipitadas do alto das muralhas.
11 Outros se haviam retirado às cavernas vizinhas para celebrar secretamente o dia de sábado. Denunciados a Filipe, foram todos queimados, pois não ousaram defender-se, pelo respeito à santidade do dia.
12 Suplico aos que lerem este livro, que não se deixem abater por esses tristes acontecimentos, mas que considerem que esses castigos tiveram em mira não a ruína, mas a correção de nossa raça.
13 É sinal de grande benevolência a seu respeito o fato de não suportar por muito tempo os maus e de, ao contrário, castigá-los imediatamente.
14 Quanto às outras nações, o Senhor espera pacientemente, antes de puni-las, que tenham enchido a medida de suas iniquidades. A nós, porém, ele prefere não nos tratar assim,
15 com receio de ter que nos punir mais tarde, quando tivermos pecado demasiadamente.
16 Assim, não nos retire ele jamais a sua misericórdia e não abandone seu povo, no momento em que o corrige pela adversidade!
17 Mas que tudo isso seja dito apenas a título de lembrança. Com estas palavras, voltemos à narração.
18 Havia um certo homem já de idade avançada e de bela aparência, Eleazar, que se sentava no primeiro lugar entre os doutores da Lei. Queriam coagi-lo a comer carne de porco, abrindo-lhe a boca à força.
19 Mas ele, cuspindo e preferindo morrer com honra a viver na infâmia,
20 caminhou voluntariamente para o instrumento de tortura, como devem caminhar os que têm a coragem de rejeitar o que não é permitido comer por amor à vida.
21 Os encarregados desse ímpio banquete ritual, já desde muito tempo possuíam relações de amizade com Eleazar. Tomaram-no à parte e rogaram-lhe que fizesse trazer as carnes permitidas, que ele mesmo tivesse preparado, para comê-las como se fossem carnes do sacrifício, conforme tinha ordenado o rei.
22 Desse modo, ele seria preservado da morte, e granjearia sua benevolência em vista da velha amizade.
23 Mas Eleazar, tomando uma nobre resolução, digna de sua idade, da autoridade que lhe conferia sua velhice, do prestígio que lhe outorgavam seus cabelos brancos, da vida íntegra conservada desde a infância e digna sobretudo das sagradas leis estabelecidas por Deus, preferiu ser conduzido à morte.
24 "Não é próprio da nossa idade – respondeu ele – usar de tal fingimento, para não acontecer que muitos jovens suspeitem de que Eleazar, aos noventa anos, tenha passado aos costumes estrangeiros.
25 Eles mesmos, após o meu gesto hipócrita, e por um pouco de vida, se deixariam arrastar por causa de mim, e isso seria para a minha velhice a desonra e a vergonha.
26 E mesmo se eu me livrasse agora dos castigos dos homens, não poderia escapar, nem vivo nem morto, das mãos do Todo-poderoso.
27 Sendo assim, se eu morrer agora, corajosamente, vou mostrar-me digno de minha velhice e terei deixado aos jovens um nobre exemplo de zelo generoso, segundo o qual é preciso dar a vida pelas santas e veneráveis leis."
28 Ditas essas palavras, dirigiu-se diretamente ao suplício.
29 Aqueles que o levavam transformaram em dureza a benevolência manifestada pouco antes, julgando insensatas suas palavras.
30 E quando ele estava prestes a morrer sob os golpes, exclamou entre suspiros: "O Senhor, que possui a ciência santa, vê perfeitamente que, podendo eu livrar-me da morte, sofro em meu corpo os tormentos cruéis dos açoites, mas os suporto com alma alegre porque é a ele que temo".
31 Dessa maneira passou à outra vida, deixando com sua morte não somente aos jovens, mas também a toda a sua gente, um exemplo de coragem e um memorial de virtude.
Ο βασιλιάς υποχρεώνει τους Ιουδαίους σε ειδωλολατρία
1 Μετά από λίγον καιρό, ο βασιλιάς Αντίοχος έστειλε στην Ιερουσαλήμ έναν Αθηναίο γέρονταΑθηναίο γέροντα. Η μετ. είναι με επιφύλαξη. Πιθανόν να πρόκειται για κύριο όνομα ("Γέρων") ή για κάποιον πράγματι γέροντα. για ν’ αναγκάσει τους Ιουδαίους να εγκαταλείψουν τους νόμους του Θεού και τα πατροπαράδοτα έθιμά τους. 2 Επίσης είχε σκοπό να βεβηλώσει και το ναό στα Ιεροσόλυμα και να τον μετονομάσει σε ναό του Ολυμπίου Διός· επίσης το ναό στο όρος Γαριζίν ήθελε να τον μετονομάσει σε ναό του Διός, προστάτη των ξένων, όπως επιθυμούσαν οι κάτοικοι του τόπου.
3 Η καταπίεση αυτή ήταν μεγάλη κι αβάσταχτη για το λαό. 4 Ο ναός είχε γεμίσει αλλόθρησκους, που επιδίδονταν σε ασωτείες και μεθύσια. Περνούσαν τον καιρό τους με πόρνες στις ιερές αυλές και μετέφεραν μέσα στο ναό απαγορευμένα πράγματα. 5 Επίσης στο θυσιαστήριο προσφέρονταν μιαρά σφάγια, που απαγορεύονταν από τους νόμους μας. 6 Κανείς δεν επιτρεπόταν να τηρεί την αργία του Σαββάτου ή τις πατροπαράδοτες γιορτές ούτε καν να ομολογεί πως είναι Ιουδαίος. 7 Κάθε μήνα που γιορταζόταν η ημέρα των γενεθλίων του βασιλιά έρχονταν αναγκαστικά οι Ιουδαίοι και γεμάτοι πίκρα έτρωγαν από τις θυσίες. Κι όταν γιορτάζονταν τα Διονύσια, συμμετείχαν υποχρεωτικά στην πομπή προς τιμήν του Διονύσου κρατώντας κισσούς στα χέρια.
8 Επίσης με σύσταση του Πτολεμαίουτου Πτολεμαίου. Τα συριακά χειρ. έχουν «των κατοίκων της Πτολεμαΐδας». διατάχθηκαν οι γειτονικές ελληνικές πόλεις να υποχρεώνουν τους Ιουδαίους να τηρούν τα έθιμα των εθνικών και να τρώνε από τις θυσίες τους. 9 Επίσης διατάχθηκαν να σκοτώνουν όσους Ιουδαίους δε θα ήταν πρόθυμοι να υιοθετήσουν τα ελληνικά έθιμα.
Εύκολα λοιπόν μπορούσε κανείς να δει τη συμφορά που τους περίμενε. 10 Δυο γυναίκες που ανακαλύφθηκαν να έχουν κάνει περιτομή στα παιδιά τους, διαπομπεύθηκαν στην πόλη με τα βρέφη κρεμασμένα στα στήθη τους και τέλος τις γκρέμισαν από το τείχος. 11 Κάποιους άλλους, που είχαν καταφύγει ομαδικά στις γύρω σπηλιές για να γιορτάσουν κρυφά το Σάββατο, τους κατήγγειλαν στο Φίλιππο και τους έκαψαν όλους μαζί. Αυτοί, προκειμένου να τιμήσουν την ιερότερη μέρα, αυτήν του Σαββάτου, δεν έκαναν τίποτε για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους.
Η εύνοια του Θεού προς το λαό του
12 Τώρα, λοιπόν, παρακαλώ όσους θα διαβάσουν αυτό το βιβλίο να μην αποθαρρυνθούν απ’ αυτές τις συμφορές. Πρέπει να ξέρουν ότι αυτές δεν είναι για την καταστροφή αλλά για τη διαπαιδαγώγηση του λαού μας. 13 Κι απόδειξη της μεγάλης ευεργεσίας που γίνεται στο λαό μας είναι ότι αυτοί που του κάνουν κακό δεν αφήνονται για πολύ χρόνο, αλλά τιμωρούνται αμέσως. 14 Δε συμβαίνει όπως με τα άλλα έθνη. Εκείνα ο Κύριος τα περιμένει υπομονετικά να φτάσουν στον υπέρτατο βαθμό αμαρτίας για να τα τιμωρήσει. Για μας όμως δεν αποφάσισε έτσι. 15 Εμάς μας τιμωρεί πριν φτάσουμε στο αποκορύφωμα της αμαρτίας μας. 16 Έτσι ο Κύριος ποτέ δεν αποσύρει την ευσπλαχνία του από μας. Κι όταν ακόμα μας τιμωρεί με συμφορές, δεν εγκαταλείπει τελείως το λαό του. 17 Όλα αυτά τα είπα σαν μια υπενθύμιση για μας. Και τώρα επανερχόμαστε στις διηγήσεις μας συνοπτικά.
Η δοκιμασία ενός γέροντα
18 Ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας και πάρα πολύ εμφανίσιμος, από τους πρώτους γραμματείς, που ονομαζόταν Ελεάζαρος. Αυτόν τον υποχρέωσαν να φάει χοιρινό κρέας κρατώντας του βίαια το στόμα ανοιχτό. 19,20 Προτίμησε όμως να πεθάνει έντιμος παρά να ζει ντροπιασμένος. Έφτυσε λοιπόν το κρέας και προχώρησε με τη θέλησή του προς τα βασανιστήρια. Έτσι πρέπει να πηγαίνουν στα βασανιστήρια αυτοί που έχουν αποφασίσει να απέχουν από τις τροφές που απαγορεύει ο νόμος, όσο κι αν αγαπούν τη ζωή.
21 Αυτοί που είχαν διοριστεί να επιβάλουν τη συμμετοχή των Ιουδαίων στις θυσίες των εθνικών, πράγμα ενάντιο στο νόμο μας, ήταν παλιοί φίλοι του Ελεάζαρου και γι’ αυτό τον πήραν κατά μέρος και τον παρακαλούσαν να πάει να φέρει κρέατα που επιτρεπόταν να φάει και που θα τα είχε μαγειρέψει ο ίδιος και να προσποιηθεί δημόσια ότι τρώει τα κρέατα των θυσιών, που τον διέταζε ο βασιλιάς. 22 Μ’ αυτόν τον τρόπο και ο ίδιος θα γλίτωνε από το θάνατο και λόγω της παλιάς φιλίας μαζί τους θα τύγχανε καλής μεταχειρίσεως.
23 Αυτός όμως σκέφτηκε σοβαρά και όπως ταίριαζε στην ηλικία του. Τ’ άσπρα του μαλλιά τα είχε αποκτήσει ζώντας έντιμα, και είχε από μικρός άριστη ανατροφή. Έλαβε υπόψη του τον ιερό νόμο του Θεού, κι απάντησε ζητώντας να τον στείλουν αμέσως στο θάνατο. 24 «Δεν αρμόζει», είπε, «στην ηλικία μου να κάνω τέτοιες προσποιήσεις. Πολλοί από τους νέους θα νομίσουν πως ο ενενηντάχρονος Ελεάζαρος προσχώρησε στη θρησκεία των αλλοφύλων. 25 Ύστερα κι αυτοί, βλέποντας τη δική μου υποκρισία και θέλοντας να ζήσουν λίγο περισσότερο, θα πλανηθούν εξαιτίας μου. Έτσι θα μολυνθώ αλλά και θα στιγματιστώ τώρα στα γηρατειά μου. 26 Κι αν τώρα προσωρινά αποφύγω την τιμωρία των ανθρώπων, δεν θα μπορέσω να αποφύγω την τιμωρία του παντοδύναμου Κυρίου είτε τώρα σ’ αυτήν τη ζωή είτε όταν πεθάνω. 27 Έτσι, αν τώρα πεθάνω με γενναιότητα, δε θα ντροπιάσω τα γηρατειά μου, 28 και παράλληλα θα έχω αφήσει στους νεότερους παράδειγμα πώς να πεθαίνουν με εντιμότητα, προθυμία και γενναιότητα στο όνομα των σεπτών και αγίων νόμων μας».
Λέγοντας αυτά προχώρησε αμέσως προς τα βασανιστήρια. 29 Αυτοί που τον οδηγούσαν και που πριν από λίγο ήταν φίλοι του, άλλαξαν αισθήματα απέναντί του κι έγιναν εχθροί του, γιατί πίστευαν ότι τα όσα είπε ήταν καθαρή τρέλα. 30 Αλλά την ώρα που ο Ελεάζαρος πέθαινε από τις πληγές αναστέναξε και είπε: «Ο Κύριος που κατέχει όλη την αληθινή γνώση, ξέρει ότι μολονότι μου δόθηκε δυνατότητα ν’ αποφύγω το θάνατο, προτίμησα να υποφέρω φρικτούς πόνους από μαστιγώσεις στο σώμα. Η ψυχή μου, όμως, τα υπομένει όλα με χαρά, γιατί σέβομαι τον Κύριο». 31 Μ’ αυτόν τον τρόπο πέθανε ο Ελεάζαρος, κι έγινε ο θάνατός του παράδειγμα θάρρους και γενναιότητας και μνημείο αρετής όχι μόνο για τους νέους αλλά και για τους περισσότερους από τους ομοεθνείς του.