1 Enquanto os habitantes de Jerusalém gozavam de uma paz perfeita, por causa da piedade e retidão do sumo sacerdote Onias, na exata observância das leis,
2 o templo era respeitado, mesmo pelos reis estrangeiros. Estes honravam o santuário com os mais ricos presentes,
3 a tal ponto que Seleuco, rei da Ásia, subministrava com suas rendas pessoais toda a despesa necessária às liturgias dos sacrifícios.
4 Todavia, um certo Simão, da tribo de Belga, nomeado prefeito do templo, desentendeu-se com o sumo sacerdote por causa da inspeção do mercado público.
5 Como não pudesse vencer Onias, foi procurar Apolônio de Társis então governador militar da Celessíria e da Fenícia.
6 Declarou-lhe que o tesouro do templo transbordava de imensas riquezas, a não poder enumerá-las; que nada tinham a ver com os sacrifícios, e que ele daria um jeito de fazê-las passar ao erário real.
7 Tendo uma audiência com o rei, Apolônio comunicou-lhe o que soubera a respeito das riquezas que lhe haviam sido declaradas, e este, tomando uma decisão, enviou seu intendente Heliodoro, com a ordem de confiscar as ditas riquezas.
8 Imediatamente, Heliodoro pôs-se a caminho, simulando visitas às cidades da Celessíria e da Fenícia; na realidade, porém, era para executar a ordem do rei.
9 Tendo chegado a Jerusalém, e sendo recebido amigavelmente pelo sumo sacerdote da cidade, transmitiu-lhe as revelações recebidas e comunicou-lhe o sentido de sua visita; contudo, indagou se tudo isso correspondia à realidade.
10 O sumo sacerdote fez-lhe ver que se tratava do depósito das viúvas e dos órfãos
11 e que somente um dos depósitos pertencia a Hircano, filho de Tobias, homem de grande projeção; que era falsa a notícia dada pelo ímpio Simão, pois todas as riquezas se reduziam a uma soma de quatrocentos talentos de prata e duzentos talentos de ouro.
12 Era completamente impossível defraudar os que haviam depositado confiança na santidade do lugar e no caráter sagrado e inviolável do templo venerado no mundo inteiro.
13 Firme nas ordens do rei, Heliodoro respondeu que essas riquezas deveriam ser recolhidas ao tesouro real.
14 E, num dia por ele fixado, entrou com a intenção de organizar o inventário. A partir dessa hora, uma grande inquietude se espalhou pela cidade toda.
15 Revestidos de suas vestes sacerdotais e prostrados diante do altar, os sacerdotes invocavam ao céu e imploravam ao Autor da Lei acerca dos depósitos, rogando-lhe que os conservasse intatos para seus depositantes.
16 Já o aspecto do sumo sacerdote causava pena ver, do mesmo modo seu semblante. E a alteração de seus traços manifestava sua angústia interior.
17 O susto que o havia tolhido agitava seu corpo com um tremor que mostrava o sofrimento íntimo de sua alma.
18 Diante da profanação que ameaçava o templo, o povo se precipitava em multidão para fora das casas, a fim de se ajuntarem à prece comum.
19 As mulheres, cingidas com sacos pela altura dos seios, enchiam as ruas. Quanto às jovens, retidas nas casas, corriam umas para as portas, outras para as muralhas, outras ainda se debruçavam nas janelas.
20 Todas erguiam as mãos para o céu com gritos de súplica.
21 Causava dó observar toda a confusão desse povo abatido e a angústia em que jazia o sumo sacerdote.
22 Enquanto suplicavam assim a proteção do Todo-poderoso para que conservasse invioláveis os depósitos que lhes haviam sido confiados,
23 Heliodoro executava o seu intento.
24 Já se achava ali, com seus homens armados, quando o Senhor dos espíritos e soberano detentor de todo poder suscitou uma tal aparição que todos os que tinham ousado vir ali desfaleceram de espanto, atingidos de pavor ante a majestade de Deus.
25 Viram eles, montado num cavalo ricamente ajaezado e guiado furiosamente, um cavaleiro de terrível aspecto, que lançava em Heliodoro as patas dianteiras do cavalo. O que vinha nele montado parecia ter uma armadura de ouro.
26 Ao mesmo tempo, apareceram-lhe outros dois jovens, de extraordinário vigor, fulgurantes de luz e ricamente vestidos. Colocando-se dos dois lados, puseram-se a açoitá-lo sem interrupção e descarregaram sobre ele uma saraivada de golpes.
27 Atirado subitamente por terra, Heliodoro foi envolvido por espessas trevas. Seus companheiros ergueram-no e o depositaram numa liteira.
28 E ele, que vinha para penetrar no mencionado tesouro com uma numerosa escolta e guardas pessoais, incapaz de se ajudar a si mesmo, foi levado por pessoas que reconheciam o manifesto poder de Deus.
29 Enquanto Heliodoro se achava estendido e ferido pela força de Deus, sem fala e sem esperança alguma de salvação,
30 os habitantes de Jerusalém bendiziam o Senhor, que havia glorificado seu templo. O santuário, que pouco antes estava cheio de confusão e de tumulto, logo que o Senhor manifestou sua onipotência encheu-se de regozijo e de alegria.
31 Todavia, alguns dos companheiros de Heliodoro suplicavam a Onias que invocasse ao Todo-poderoso, para restituir-lhe a vida, prestes, na verdade, a apagar-se.
32 Receando que o rei suspeitasse de que os judeus houvessem organizado um atentado contra Heliodoro, o sumo sacerdote ofereceu um sacrifício pela salvação daquele homem.
33 Ora, enquanto o pontífice executava a cerimônia expiatória, os mesmos jovens apareceram a Heliodoro, revestidos das mesmas vestes. Achegaram-se a ele e disseram-lhe: "Sê reconhecido ao sumo sacerdote, pois é por causa dele que Deus te dá a vida.
34 Proclama diante de todos seu grande poder, tu que foste açoitado por Deus". Ditas estas palavras, desapareceram.
35 Após ter oferecido um sacrifício ao Senhor, erguido abundantes preces ao que lhe havia poupado a vida, e agradecido a Onias, Heliodoro regressou com suas tropas para junto do rei.
36 Testemunhava, diante de todos, os prodígios operados pelo grandioso Deus, aos seus olhos
37 e, como o rei lhe perguntasse que homem julgava ele que pudesse enviar ainda uma vez a Jerusalém, respondeu:
38 "Se tens algum inimigo ou alguém que maquina contra ti, envia-o para lá. Tu o receberás de volta ferido, se ainda viver, porque há verdadeiramente, naquele lugar, uma força divina.
39 O que habita no céu zela por aquele templo. Protege-o e arruína mortalmente os que aí vêm com más intenções".
40 Foi assim que se passaram esses fatos a respeito de Heliodoro e da conservação do tesouro sagrado.
Ο Σίμων προδίδει το θυσιαστήριο
1 Όταν ο Ονίαςο Ονίας, δηλ. ο Ονίας Γ΄, γιος του Σίμωνος Β΄ (βλ. Σειρ κεφ. 50), απογόνου του Σαδώκ (Ιεζ 40:46). Πιθανότατα σ’ αυτόν γίνεται ο υπαινιγμός εις Δαν 9:26 και 11:22 (βλ. υποσ. εις Δαν 9:26). ήταν αρχιερέας στην Ιερουσαλήμ, η άγια πόλη απολάμβανε απόλυτη ειρήνη και οι νόμοι εφαρμόζονταν κατά τον καλύτερο τρόπο, γιατί ο αρχιερέας ήταν ευσεβής και αποστρεφόταν το κακό. 2 Κι αυτοί ακόμα οι βασιλιάδες της Συρίας και της Αιγύπτου τιμούσαν το ναό και του πρόσφεραν τα καλύτερα δώρα τους. 3 Ο Σέλευκος, βασιλιάς της Ασίας, πρόσφερε από τους φόρους που συνέλεγε, όλες τις δαπάνες που χρειάζονταν για την τέλεση των θυσιών.
4 Κάποιος όμως Σίμων από τη φυλή Βενιαμίν, επικεφαλής των αξιωματούχων του ναού, διαφώνησε με τον αρχιερέα Ονία σχετικά με τους κανονισμούς που ίσχυαν για τη λειτουργία της αγοράς της πόλης. 5 Κι επειδή δεν μπορούσε να παρασύρει τον Ονία, προσέφυγε στον Απολλώνιο, γιο του Θαρσαίου. Ο Απολλώνιος εκείνο τον καιρό ήταν κυβερνήτης της Κοίλης ΣυρίαςΚοίλης Συρίας. Κοιλάδα μεταξύ Λιβάνου και Αντιλιβάνου. και της Φοινίκης. 6 Ο Σίμων λοιπόν είπε στον Απολλώνιο ότι το θησαυροφυλάκιο των Ιεροσολύμων ήταν γεμάτο με αμύθητους θησαυρούς, αδύνατο να καταμετρηθούν, που όμως δε χρειάζονταν για τις θυσίες και συνεπώς έπρεπε να τεθούν υπό τον έλεγχο του βασιλιά.
7 Όταν ο Απολλώνιος συναντήθηκε με το βασιλιά, τού ανέφερε σχετικά με τα χρήματα, κι ο βασιλιάς διέταξε τον ταμία του τον Ηλιόδωρο να πάει και να του φέρει τα χρήματα αυτά. 8 Ο Ηλιόδωρος ξεκίνησε αμέσως να εκπληρώσει τη διαταγή του βασιλιά, με την πρόφαση ότι ήθελε να επιθεωρήσει τις πόλεις της Κοίλης Συρίας και της Φοινίκης.
9 Όταν έφτασε στα Ιεροσόλυμα, του έγινε θερμή υποδοχή από τον αρχιερέα της πόλης. Τότε ο Ηλιόδωρος του εξήγησε τον πραγματικό λόγο της επίσκεψής του και ζήτησε να πληροφορηθεί αν ήταν αλήθεια τα όσα του είχαν αναγγελθεί σχετικά με τα χρήματα. 10 Ο αρχιερέας τού είπε ότι πράγματι υπήρχαν τέτοια χρήματα φυλαγμένα για τις ανάγκες των χηρών και των ορφανών, 11 και ότι μερικά απ’ αυτά ανήκαν στον Υρκανό, γιο του Τωβία, ένα πολύ διακεκριμένο πρόσωπο. Δεν ήταν λοιπόν τα πράγματα όπως τους είχε πληροφορήσει ο συκοφάντης και ασεβής Σίμων. Εξάλλου όλο κι όλο το ασήμι ήταν τετρακόσια τάλαντα, και το χρυσάφι διακόσια. 12 Επίσης του είπε ότι ήταν εντελώς αδύνατο να επιτραπεί σε οποιονδήποτε να πάρει τα χρήματα που οι άνθρωποι τα είχαν εμπιστευτεί στην αγιότητα του τόπου και στη ιερή ασφάλεια του ναού, που τον σέβεται όλος ο κόσμος.
13 Ο Ηλιόδωρος όμως επέμενε ότι σύμφωνα με τις εντολές που είχε από το βασιλιά, τα χρήματα αυτά έπρεπε οπωσδήποτε να μεταφερθούν στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο. 14 Όρισε λοιπόν και την ημέρα και μπήκε στο ναό για να τακτοποιήσει την υπόθεση.
Ο λαός της Ιερουσαλήμ προσεύχεται
Σ’ όλη την πόλη επικρατούσε μεγάλη αγωνία. 15 Οι ιερείς ντυμένοι τις ιερατικές στολές τους είχαν πέσει γονατιστοί μπροστά στο θυσιαστήριο και παρακαλούσαν τον Κύριο του ουρανού να διατηρήσει σώα τα αφιερώματα, γιατί αυτός είχε δώσει τους νόμους που προστάτευαν τα αφιερώματα που είχαν κατατεθεί στο ναό για ορισμένο σκοπό. 16 Πληγωνόταν η καρδιά όποιου έβλεπε το πρόσωπο του αρχιερέα. Η όψη του και το αλλαγμένο χρώμα του προσώπου του φανέρωναν την ψυχική του αγωνία. 17 Έτρεμε ολόκληρος από το φόβο του, κι όσοι τον έβλεπαν καταλάβαιναν τη θλίψη του. 18 Ο κόσμος ξεχύνονταν κατά κοπάδια στους δρόμους από τα σπίτια τους και ενώνονταν σε πάνδημη ικεσία να μη μιανθεί ο ναός. 19 Οι γυναίκες ζωσμένες πένθιμες ποδιές γέμιζαν τους δρόμους. Οι παρθένες, που δεν επιτρεπόταν να βγουν έξω, έτρεχαν άλλες στις πύλες και άλλες πάνω στα τείχη, ενώ άλλες έβγαιναν και κοιτούσαν από τα παράθυρα. 20 Όλες όμως είχαν σηκωμένα ψηλά τα χέρια και προσεύχονταν στο Θεό του ουρανού. 21 Ήταν θλιβερό το θέαμα της παλλαϊκής αυτής γονυκλισίας και του αρχιερέα, που ήταν γεμάτος φόβο και αγωνία.
Ο Κύριος προστατεύει το ναό του
22 Ενώ όλοι παρακαλούσαν τον παντοδύναμο Θεό να διαφυλάξει σώα και αβλαβή τα χρήματα που οι άνθρωποι τα είχαν εμπιστευθεί στην προστασία του, 23 ο Ηλιόδωρος άρχισε να εκτελεί τη διαταγή του βασιλιά. 24 Τη στιγμή όμως που αυτός και οι σωματοφύλακές του πλησίαζαν το θησαυροφυλάκιο, ο Κύριος των πνευμάτων, ο άρχοντας όλων των δυνάμεων φανερώθηκε με τέτοιον τρόπο, ώστε όλοι όσοι είχαν τολμήσει να μπουν μαζί με τον Ηλιόδωρο στο ναό πανικοβλήθηκαν και παρέλυσαν από το φόβο τους, βλέποντας τη δύναμη του Θεού: 25 Παρουσιάστηκε μπροστά τους ένας φοβερός καβαλάρης ντυμένος με χρυσή πανοπλία, πάνω σ’ ένα άλογο στολισμένο με ωραία σέλα. Το άλογο τρέχοντας με ορμή χτύπησε με τα μπροστινά του πόδια τον Ηλιόδωρο. 26 Μετά εμφανίστηκαν στον Ηλιόδωρο δυο άλλοι νέοι ασυνήθιστα δυνατοί και ωραίοι, με λαμπρές φορεσιές. Στάθηκαν πλάι του, ο ένας από τη μια μεριά κι ο άλλος από την άλλη, και τον χτυπούσαν συνεχώς με ένα μαστίγιο προκαλώντας του πολλές πληγές. 27 Ξαφνικά ο Ηλιόδωρος έπεσε αναίσθητος κάτω και τον άρπαξαν και τον έβαλαν σ’ ένα φορείο. 28 Έτσι, αυτός που πριν από λίγο είχε μπει στο θησαυροφυλάκιο με μεγάλη ακολουθία και με όλους τους σωματοφύλακές του, τώρα μεταφερόταν έξω ανίκανος να βοηθήσει τον εαυτό του. Και όλοι αναγνώρισαν ανεπιφύλακτα τη δύναμη του Θεού.
29 Ενώ ο Ηλιόδωρος κειτόταν καταγής άφωνος και χωρίς ελπίδα να θεραπευτεί, 30 οι Ιουδαίοι δοξολογούσαν τον Κύριο, που με θαυμαστό τρόπο προστάτεψε τον χώρο του. Κι ο ναός, όπου πριν από λίγο υπήρχε φόβος και ταραχή, τώρα με την εμφάνιση του παντοδύναμου Κυρίου γέμισε χαρά και αγαλλίαση.
Ο Ονίας προσεύχεται για τον Ηλιόδωρο
31 Μερικοί από τους φίλους του Ηλιόδωρου παρακαλούσαν τον αρχιερέα Ονία να προσευχηθεί επειγόντως στον Ύψιστο να του χαρίσει τη ζωή, που ήταν πια στα τελευταία του. 32 Ο Ονίας φοβήθηκε μήπως κάποτε ο βασιλιάς νομίσει ότι οι Ιουδαίοι έκαναν κακό στον Ηλιόδωρο και γι’ αυτό πρόσφερε θυσία για τη σωτηρία του ανθρώπου.
33 Ενώ ο αρχιερέας πρόσφερε τη θυσία για τη συγχώρηση των αμαρτιών, ξαναφάνηκαν στον Ηλιόδωρο οι ίδιοι νέοι άντρες, ντυμένοι τα ίδια ρούχα, στάθηκαν και του είπαν: «Να χρωστάς ευγνωμοσύνη στον αρχιερέα Ονία, γιατί για χάρη του ο Κύριος σου χάρισε τη ζωή. 34 Και τώρα που έχεις μαστιγωθεί από τον Κύριο το Θεό του ουρανού, πήγαινε και διακήρυξε σε όλους τη μεγάλη του δύναμη». Αυτά είπαν κι εξαφανίστηκαν.
Ο Ηλιόδωρος διακηρύττει τη δύναμη του Κυρίου
35 Τότε ο Ηλιόδωρος πρόσφερε θυσία και έκανε πολλά τάματα στο Θεό που του έσωσε τη ζωή. Αποχαιρέτησε τον Ονία και γύρισε με το στρατό του πίσω στο βασιλιά. 36 Εκεί διακήρυττε σ’ όλους τα έργα του μεγάλου Θεού, που είχε δει με τα ίδια του τα μάτια.
37 Όταν ο βασιλιάς ρώτησε τον Ηλιόδωρο ποιος θα ήταν κατάλληλος για την επόμενη αποστολή στα Ιεροσόλυμα, εκείνος απάντησε: 38 «Αν έχεις κανέναν εχθρό ή είναι κανείς συνωμότης εναντίον της κυβέρνησής σου, στείλε αυτόν εκεί. Θα σου έρθει πίσω μαστιγωμένος, αν καταφέρει τελικά να σωθεί, γιατί πραγματικά στον τόπο εκείνο υπάρχει κάποια τρομερή θεϊκή δύναμη. 39 Ο Θεός που κατοικεί στον ουρανό εποπτεύει και προστατεύει το ναό, και χτυπάει και καταστρέφει όσους πηγαίνουν να τον βλάψουν. 40 Αυτά λοιπόν ήταν τα γεγονότα τα σχετικά με τον Ηλιόδωρο και πώς γλίτωσε απ’ αυτόν το θησαυροφυλάκιο».