1 Assim sendo, pôs o Senhor em execução a ameaça que, contra nós, havia pronunciado, e contra os nossos chefes que governavam Israel, os nossos reis e príncipes e todo Israel e Judá;
2 a ameaça de lançar sobre nós calamidades tais como nunca, sob o céu, ocorreram semelhantes ao que se passou em Jerusalém. Foi visto realizar-se o que na Lei de Moisés se encontra:
3 chegar cada um de nós a comer a carne do filho ou da filha.
4 Entregou-os ao domínio de todos os reinos que nos cercavam, e os tornou objeto de opróbrio e maldição para todos os povos, em cujo meio o Senhor os havia dispersado.
5 Assim passaram a ser súditos em lugar de senhores, porque cometemos o pecado contra o Senhor, nosso Deus, e lhe desatendemos à voz.
6 O Senhor, nosso Deus, é justo. Nós é que hoje devemos corar de pejo, assim como nossos pais.
7 Aconteceram todas as calamidades de que nos ameaçara o Senhor.
8 E nós não tentamos abrandar a cólera do Senhor contra nós, renunciando aos pensamentos perversos de nosso coração.
9 E assim, o Senhor que velava sobre a calamidade, desencadeou-a sobre nós. Todavia, o Senhor é justo em todos os acontecimentos que nos impôs
10 porque nenhuma atenção prestamos ao seu aviso que consistia em seguir os mandamentos que o Senhor nos havia imposto.
11 E agora, Senhor, Deus de Israel, que fizestes sair o vosso povo do Egito pela força de vossa mão, com milagres e prodígios por um efeito do poder de vosso braço, que criastes um nome até hoje:
12 pecamos, é verdade, e procedemos como ímpios, Senhor, nosso Deus, praticando o mal contra todos os vossos preceitos.
13 Dignai-vos desviar de nós a vossa cólera, porque não passamos de uns poucos restantes entre as nações pelas quais nos dispersastes!
14 Atendei, Senhor, à nossa prece suplicante e, por vosso amor, salvai-nos. Fazei-nos encontrar perdão ante os olhos daqueles que nos deportaram,
15 a fim de que o mundo saiba que vós sois o Senhor, nosso Deus. Porventura, não é de vosso nome que provém o de Israel e de sua linhagem?
16 Lançai, Senhor, o vosso olhar sobre nós lá do alto de vossa morada santa e atendei à nossa voz. Inclinai vossos ouvidos, Senhor, a fim de nos ouvir.
17 Abri os vossos olhos, e volvei-os sobre nós! Não são os mortos das moradas subterrâneas, cujo sopro se lhes desprendeu das entranhas, que rendem glória ao Senhor, e louvam sua justiça,
18 e sim a alma viva, por mais acabrunhada que esteja de tristeza, aquele que caminha curvado e esfalfado, o olhar desfalecido, e a alma a penar de fome – estes vos rendem glória e louvam a vossa justiça, ó Senhor.
19 Não é em nome dos méritos de nossos pais e reis que vos apresentamos nossa súplica, Senhor, nosso Deus.
20 Pois (é com razão) que desencadeastes sobre nós a vossa cólera e furor, como o predissestes por intermédio dos profetas, vossos servos.
21 ‘Eis o que diz o Senhor: dobrai a cerviz e servi ao rei da Babilônia; assim ficareis na terra que dei a vossos pais.
22 Se não atenderdes ao aviso que vos deu o Senhor, vosso Deus, de submeter-vos ao rei da Babilônia,
23 farei calar nas cidades de Judá e nas ruas de Jerusalém os gritos de alegria e júbilo, o cântico do noivo e da noiva, e a terra inteira se transformará em deserto inabitável.’
24 Não escutamos, entretanto, vosso apelo para que nos submetêssemos ao rei da Babilônia. E executastes a ameaça que havíeis ordenado proferissem os profetas, vossos servos, de que os ossos de nossos reis e pais fossem arrebatados de suas sepulturas.
25 E lá estão eles, expostos ao calor dos dias e ao frio das noites, após a morte de nossos pais, no sofrimento cruel da fome, da espada e da peste.
26 Assim, foi por causa da malícia da casa de Israel e de Judá, que reduzistes o povo, que de vós recebeu o nome, ao estado em que hoje se encontra.
27 E ainda, foi pela vossa bondade e misericórdia, Senhor, nosso Deus, que agistes conosco,
28 como o declarastes por intermédio de vosso servo Moisés, no dia em que o impelistes a gravar por escrito a vossa Lei na presença dos israelitas:
29 "Se não escutardes a minha voz, esta grande e vasta multidão será reduzida a um punhado de homens entre as nações, pelas quais os dispersarei.
30 Bem sei que não me escutam. É um povo recalcitrante. Contudo, na terra do exílio, tomarão a peito esse caso,
31 reconhecendo que sou eu o Senhor e Deus. Eu lhes darei então um coração apto a compreender e dóceis ouvidos.
32 E lá na terra do exílio, eles me renderão louvores e se hão de recordar de meu nome.
33 Ante a lembrança do destino de seus pais que pecaram contra o Senhor, renunciarão às suas obstinações e ao seu perverso proceder.
34 Eu os trarei então para a terra que, sob juramento, havia prometido a seus pais, Abraão, Isaac e Jacó. Dela retomarão posse, e eu lá os multiplicarei, e seu número não mais diminuirá.
35 Com eles estabelecerei eterna aliança; e serei o seu Deus, e eles serão o meu povo. E jamais expulsarei Israel, meu povo, da terra que lhe outorguei".
1 Ο Κύριος εκπλήρωσε το λόγο του που είπε εναντίον μας, εναντίον των κριτών που μας κυβέρνησαν, εναντίον των βασιλιάδων μας, των αρχόντων μας και του λαού του Ισραήλ και του Ιούδα. 2 Πουθενά πάνω στη γη δεν τιμώρησε ο Κύριος κανέναν, όπως τιμώρησε την Ιερουσαλήμ. Έγινε όπως είχε γραφτεί στο νόμο του Μωυσή: 3 φάγαμε άλλος τις σάρκες του γιου του και άλλος τις σάρκες της κόρης του. 4 Ο Κύριος υποδούλωσε το λαό του σ’ όλα τα γειτονικά μας βασίλεια· μας διασκόρπισε σ’ όλους τους γύρω λαούς και όπου πηγαίναμε, οι άνθρωποι μας κορόιδευαν και μας αποστρέφονταν με αποτροπιασμό. 5 Ήμασταν κυρίαρχοι και γίναμε υπόδουλοι, γιατί αμαρτήσαμε στον Κύριο το Θεό μας και δεν υπακούσαμε τις εντολές του.
6 Ο Κύριος ο Θεός μας είναι δίκαιος αλλά εμείς και οι πρόγονοί μας ζούμε μες στην ντροπή όπως σήμερα. 7 Όλες οι συμφορές που προανάγγειλε ο Κύριος εναντίον μας, ξέσπασαν πάνω μας. 8 Δεν παρακαλέσαμε τον Κύριο να βγάλει από μέσα μας τις αμαρτωλές μας επιθυμίες. 9 Γι’ αυτό ο Κύριος δεν λησμόνησε να φέρει πάνω μας τις τιμωρίες του. Πράγματι, είναι δίκαιος σε ό,τι αποφασίζει εναντίον μας. 10 Δεν υπακούσαμε στις εντολές του, ώστε ν’ ακολουθήσουμε τις προσταγές του.
Ο λαός ζητάει το έλεος του Θεού
11 Παρ’ όλα αυτά, Κύριε, εσύ παραμένεις Θεός του Ισραήλ! Έβγαλες το λαό σου από την Αίγυπτο δυναμικά, με θαυμαστές ενέργειες και με την ακαταμάχητη δύναμή σου κι έκανες το όνομά σου γνωστό παντού μέχρι σήμερα. 12 Κύριε, Θεέ μας, αμαρτήσαμε, ασεβήσαμε, παρακούσαμε όλες τις προσταγές σου. 13 Τώρα, όμως, πάψε να είσαι θυμωμένος μαζί μας, γιατί έχουμε απομείνει λίγοι ανάμεσα στα έθνη, όπου μας έχεις διασκορπίσει. 14 Άκου, Κύριε, την προσευχή μας και την παράκλησή μας και απάλλαξέ μας επειδή είσαι δοξασμένος, και κάνε ν’ αποκτήσουμε την εύνοια εκείνων που μας αιχμαλώτισαν. 15 Για να γνωρίσουν όλοι οι λαοί ότι εσύ είσαι ο Κύριος ο Θεός μας, και ότι έχεις διακηρύξει πως ο Ιακώβ και οι απόγονοί του είναι ιδιοκτησία σου.
16 Κοίταξε, Κύριε, από το άγιο σου κατοικητήριο στον ουρανό, και δες τη δυστυχία μας· άκουσέ μας με προσοχή. 17 Άνοιξε, Κύριε, τα μάτια σου και κοίταξε· γιατί δεν πρόκειται να σε δοξάσουν και ν’ αναγνωρίσουν τις μεγάλες πράξεις σου οι νεκροί στον άδη, που τους έχεις αφαιρέσει κάθε πνοή από τα σώματά τους. 18 Μόνον οι ζωντανοί θα σε δοξάσουν και θ’ αναγνωρίσουν τις δίκαιες πράξεις σου, ακόμη κι αν είναι λυπημένοι για τις πολλές τους αμαρτίες και εξαιτίας τους βαδίζουν σκυφτοί και αδύναμοι, εξαντλημένοι και με εξασθενημένα μάτια.
19 Σε παρακαλούμε, Κύριε Θεέ μας, στηριζόμενοι όχι στην εντιμότητα των προγόνων μας και των βασιλιάδων μας. 20 Άφησες, πράγματι, να ξεσπάσει ο φοβερός θυμός σου εναντίον μας, όπως ακριβώς το είχες προαναγγείλει με τους δούλους σου τους προφήτες, οι οποίοι μας έφεραν το δικό σου λόγο και μας έλεγαν: 21 «Ακούστε τι λέει για σας ο Κύριος: Υποταχθείτε και υπηρετήστε το βασιλιά της Βαβυλώνας και μείνετε στη χώρα που έδωσα στους προγόνους σας. 22 Αν δεν με υπακούσετε και δεν υπηρετήσετε το βασιλιά της Βαβυλώνας, 23 θα κάνω να σωπάσουν οι χαρούμενες γιορταστικές φωνές και τα τραγούδια των νεονύμφων στις πόλεις του Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ, κι όλη η χώρα θα μείνει ακατοίκητη».
24 Εμείς όμως δεν ακούσαμε στις προειδοποιήσεις σου να υποταχθούμε στο βασιλιά της Βαβυλώνας. Έτσι, εσύ εκπλήρωσες τις απειλές σου που ανήγγειλες με τους δούλους σου τους προφήτες, ότι οι εχθροί θα βγάλουν τα κόκαλα των βασιλιάδων μας και των προγόνων μας από τους τάφους τους. 25 Πράγματι, λοιπόν, τώρα αυτά είναι εκτεθειμένα στον καύσωνα της ημέρας και στην παγωνιά της νύχτας. Πολλοί από τη γενιά μας πέθαναν με φοβερούς πόνους ή από πείνα ή στον πόλεμο ή στην αιχμαλωσία. 26 Εξαιτίας της αμαρτίας του Ισραήλ και του Ιούδα ερήμωσες το ναό που φέρει το όνομά σου κι ερημωμένος μένει μέχρι σήμερα.
Η μετάνοια φέρνει τη σωτηρία
27 Σ’ εμάς, όμως, Κύριε Θεέ μας, δείξε όλη σου την επιείκεια και τη μεγάλη σου αγάπη, 28 σύμφωνα με όσα είπες με το δούλο σου το Μωυσή την ημέρα που τον διέταξες να γράψει το νόμο σου ενώπιον των Ισραηλιτών. Είπες δηλαδή ότι: 29 «Έάν δεν υπακούσετε τις εντολές μου, το μεγάλο πλήθος σας θα το κάνω μικρό ανάμεσα στα έθνη, όπου θα σας διασκορπίσω. 30 Προβλέπω ότι οι απόγονοί σας δε θα με ακούσουν, γιατί είναι λαός πεισματάρης. Εκεί, όμως, στη χώρα της αιχμαλωσίας τους, θα βρουν τον εαυτό τους 31 και θα πεισθούν ότι εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός τους. Εγώ θα τους δώσω καρδιά να αισθάνονται και αυτιά ν’ ακούνε. 32 Εκεί, στη χώρα της αιχμαλωσίας τους, θα με θυμηθούν και θα με δοξάσουν. 33 Θα πάψουν να είναι πεισματάρηδες και θα απαρνηθούν τις κακές τους πράξεις, γιατί θα θυμηθούν πού οδήγησε τους προγόνους τους η ανυπακοή τους ενώπιον μου. 34 Τότε εγώ θα κάνω να ξαναγυρίσουν στη χώρα που υποσχέθηκα με όρκο στους προπάτορές τους, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, και θα την επανακτήσουν. Θα τους αυξήσω πάλι και δε θα τους ελαττώσω πια. 35 Θα συνάψω μαζί τους αιώνια διαθήκη ότι εγώ θα είμαι Θεός τους κι αυτοί λαός μου· δε θα μετακινήσω πια το λαό μου, τους Ισραηλίτες, από τη χώρα που τους έδωσα».