1 Contudo, para vossos santos havia uma luz brilhantíssima. Sem verem seus semblantes, os outros ouviam-lhes a voz, e julgavam-nos felizes por não sofrerem os mesmos tormentos.
2 Davam-lhes graças, porque não se vingavam dos maus-tratos suportados, e pediam-lhes perdão de sua inimizade.
3 Pelo contrário, vós destes uma coluna luminosa para guiá-los na sua marcha para o desconhecido, como um sol que sem incomodá-los alumiava seu glorioso êxodo.
4 Mas eles bem mereciam ser privados da luz e aprisionados nas trevas, eles, que tinham encerrado em prisões os vossos filhos, através dos quais a incorruptível luz da Lei se devia comunicar ao mundo.
5 Também tinham resolvido levar à morte os filhos dos santos, mas um deles foi exposto e salvo, e para puni-los fizestes perecer em multidão os seus filhos, e, todos juntos, vós os aniquilastes na profundeza das águas.
6 Esta mesma noite tinha sido conhecida de antemão por nossos pais, para que, conhecendo bem em que juramentos confiavam, ficassem cheios de coragem.
7 Assim vosso povo esperava tanto a salvação dos justos como a perdição dos ímpios,
8 e, pelo mesmo fato de terdes destruído nossos inimigos, vós nos convidastes a ser vossos e nos honrastes.
9 Por isso, os santos filhos dos justos ofereciam secretamente um sacrifício; de comum acordo estabeleciam o pacto divino: que os santos participariam dos mesmos bens e correriam os mesmos perigos; e entoavam já os hinos de seus pais,
10 quando se elevaram os gritos confusos dos inimigos e se espalharam as lamentações dos que choravam seus filhos.
11 Uma mesma sentença feria o escravo e o senhor, o homem do povo sofria o mesmo castigo que o rei.
12 Todos igualmente tinham um número incalculável de mortos abatidos da mesma maneira; os sobreviventes não eram suficientes para sepultá-los, porque, num instante, sua melhor geração era exterminada.
13 Depois de terem permanecido incrédulos por causa de seus sortilégios, reconheceram, vendo morrer seus primogênitos, que esse povo era verdadeiramente filho de Deus,
14 porque, quando um profundo silêncio envolvia todas as coisas, e a noite chegava ao meio de seu curso,
15 vossa palavra todo-poderosa desceu dos céus e do trono real, e, qual um implacável guerreiro, arremessou-se sobre a terra condenada à ruína.
16 De pé, ela tudo encheu de morte, e, pisando a terra, tocava os céus.
17 No mesmo instante, visões e sonhos terríveis os perturbaram, e temores inesperados os assaltaram;
18 tombando aqui e acolá, semimortos, revelavam a causa da morte que os atingia;
19 porque os sonhos que os tinham agitado tinham-nos informado antecipadamente, para que eles não perecessem sem conhecer a causa de sua desgraça.
20 Verdade é que a prova da morte feriu também os justos, e numerosos foram os que ela abateu no deserto, mas a ira de Deus não durou muito tempo,
21 porque um homem irrepreensível se apressou a tomar sua defesa, servindo-se das armas de seu ministério pessoal, a oração e o sacrifício expiatório do incenso. Opôs-se à ira, e pôs fim ao flagelo, mostrando que era vosso servo.
22 Dominou a revolta, não pela força física, nem pela força das armas, mas pela sua palavra deteve aquele que castigava, relembrando-lhe os juramentos feitos aos antepassados e a aliança estabelecida.
23 Já os mortos se amontoavam uns sobre os outros, quando ele interveio, deteve a cólera e afastou-a dos vivos.
24 Na sua longa vestimenta estava representado o universo inteiro; nas quatro fileiras de pedras os nomes gloriosos dos patriarcas; e no diadema de sua cabeça vossa Majestade.
25 Diante destas coisas cedeu o exterminador e foi diante destas coisas que retrocedeu: porque a simples demonstração de vossa ira era suficiente.
Στήλη φωτιάς πάνω από τους ευσεβείς
1 Αλλά τους δικούς σου, Κύριε, τους φώτιζε το πιο λαμπρό φως. Οι άλλοι άκουγαν τις φωνές των δικών σου, χωρίς να βλέπουν τα πρόσωπά τους και τους μακάριζαν που δεν υπέφεραν. 2 Επίσης οι άλλοι ευχαριστούσαν τους δικούς σου και τους ζητούσαν συγχώρηση, γιατί ενώ τους είχαν προηγουμένως βλάψει, οι δικοί σου δεν ζητούσαν εκδίκηση.
3 Αντί για το σκοτάδι, εσύ έδωσες στους δικούς σου μια στήλη φωτιάς για οδηγό τους στον άγνωστο δρόμο τους, ήλιο που δεν τους έκαιγε στη θριαμβευτική πορεία τους. 4 Δίκαια, λοιπόν, οι άλλοι στερήθηκαν το φως και κλείστηκαν στο σκοτάδι, αυτοί που είχαν φυλακίσει τα παιδιά σου, με τα οποία επρόκειτο να μεταδοθεί για πάντα το αιώνιο φως του νόμου. 5 Αυτοί είχαν αποφασίσει να θανατώσουν τα νεογέννητα βρέφη των ευσεβών και μόνο ένα παιδί σώθηκε, που πρωτύτερα είχε εγκαταλειφθεί να πεθάνει. Για να τους τιμωρήσεις ξεχώρισες πολλά παιδιά τους κι όλα μαζί τα θανάτωσες στα ορμητικά νερά. 6 Η νύχτα εκείνη είχε προαναγγελθεί στους προγόνους μας, για να μπορούν να χαίρονται με ασφάλεια, γνωρίζοντας σε τι μοναδικές υποσχέσεις είχαν πιστέψει, και να είναι θαρραλέοι. 7 Έτσι ο λαός σου ήξερε ότι εκείνη τη νύχτα θα σώζονταν οι δίκαιοι και θα καταστρέφονταν οι ασεβείς. 8 Πράγματι, με το μέσον που τιμώρησες τους εχθρούς μας, με το ίδιο κάλεσες εμάς και μας δόξασες.
9 Αυτό συνέβη γιατί τα ενάρετα παιδιά των ευσεβών θυσίαζαν κρυφά σ’ εσένα, Θεέ, και καθόριζαν ομόφωνα το νόμο σου, κι έτσι συμμετείχαν όλοι μαζί και στ’ αγαθά και στους κινδύνους, ψάλλοντας προηγουμένως τους ύμνους των προγόνων τους. 10 Και αντηχούσαν οι θλιβερές κραυγές των εχθρών κι ανάμεσά τους διακρίνονταν οι τρομερές φωνές εκείνων που θρηνούσαν τα πρωτότοκά τους. 11 Με τον ίδιο τρόπο τιμωρήθηκε ο δούλος και το αφεντικό, τα ίδια υπέφερε και ο πολίτης και ο βασιλιάς· 12 όλοι μαζί είχαν αναρίθμητους νεκρούς από το ίδιο είδος θανάτου. Οι ζωντανοί δεν ήταν αρκετοί για να τους θάψουν· σε μια στιγμή καταστράφηκε η πιο πολύτιμη γενιά. 13 Αυτοί δεν είχαν μέχρι τότε εμπιστοσύνη σε τίποτα, γιατί στηρίζονταν στις μαγείες τους. Μετά τον εξολοθρεμό, όμως, των πρωτοτόκων τους ομολόγησαν ότι αυτός ο λαός ήταν πράγματι γιος του Θεού.
14 Ενώ, λοιπόν, παντού επικρατούσε βαθιά σιγή και η νύχτα πλησίαζε γοργά στο μεσονύκτιο, 15 ο παντοδύναμος λόγος σου, Κύριε, πήδηξε απ’ το βασιλικό θρόνο του ουρανού πάνω στην κατεστραμμένη γη σαν σκληρός πολεμιστής, κραδαίνοντας σαν κοφτερό ξίφος την αληθινή προσταγή σου. 16 Στάθηκε όρθιος και σκόρπισε το θάνατο παντού, κι ενώ περπατούσε στη γη άγγιξε τον ουρανό. 17 Τότε αμέσως κυρίεψαν τους ασεβείς παραισθήσεις τρομερών ονείρων και φόβοι ξαφνικοί. 18 Κι ενώ έπεφταν άλλος από ’δω κι ο άλλος από ’κει μισοπεθαμένοι, φανέρωναν την αιτία του θανάτου τους: 19 Τα όνειρα που τους είχαν θορυβήσει τους τον είχαν αποκαλύψει, ώστε τελικά να μην πεθάνουν αγνοώντας το λόγο, για τον οποίο βασανίζονταν σκληρά.
Ο Ααρών σταματάει το θάνατο στην έρημο
20 Η δοκιμασία όμως του θανάτου ήρθε και στους δικαίους και ξέσπασε μεγάλη καταστροφή του λαού στην έρημο. Η οργή σου όμως, Κύριε, δεν διήρκεσε για πολύ, 21 γιατί κάποιος αγνός άντρας έτρεξε και πολέμησε γι’ αυτούς, χρησιμοποιώντας τα όπλα της ιερατικής του ιδιότητας, δηλαδή την προσευχή και το εξευμενιστικό λιβάνι. Έτσι αντιστάθηκε στο θυμό σου, Θεέ, και σταμάτησε την καταστροφή δείχνοντας έτσι ότι είναι δικός σου υπηρέτης. 22 Νίκησε την άγρια οργή σου όχι με τη σωματική του δύναμη ούτε με τη χρήση όπλων αλλά με το λόγο υπέταξε εσένα, τον τιμωρό, υπενθυμίζοντάς σου τις ένορκες διαβεβαιώσεις και τις συμφωνίες σου με τους προγόνους μας. 23 Στάθηκε ανάμεσα στους νεκρούς που είχαν πέσει σε σωρούς ο ένας πάνω στον άλλο, και σταμάτησε την οργή σου, φράζοντας στον εξολοθρευτή το δρόμο που οδηγούσε στους ζωντανούς. 24 Πάνω στον μακρύ ποδήρη χιτώνα του αντιπροσωπευόταν όλος ο κόσμος και σε τέσσερις σειρές λιθαριών ήταν χαραγμένα τα ένδοξα ονόματα των προγόνων μας. Το ένδοξο όνομά σου, Κύριε, ήταν γραμμένο πάνω στο τουρμπάνι του. 25 Μ’ αυτόν τον τρόπο εμποδίστηκε ο εξολοθρευτής και φοβήθηκε· ήταν αρκετό ότι αυτοί είχαν δοκιμάσει λίγη μόνο από την οργή του.