Pular para o conteúdo
Publicidade

Wisdom 13

TGVD

1 São insensatos por natureza todos os que desconheceram a Deus e, através dos bens visíveis, não souberam conhecer aquele que é, nem reconhecer o artista, considerando suas obras.

2 Tomaram o fogo, ou o vento, ou o ar agitável, ou a esfera estrelada, ou a água impetuosa, ou os astros dos céus, por deuses, regentes do mundo.

3 Se tomaram essas coisas por deuses, encantados pela sua beleza, saibam, então, quanto seu Senhor prevalece sobre elas, porque é o criador da beleza que fez essas coisas.

4 Se o que os impressionou é a sua força e o seu poder, que eles compreendam, por meio delas, que seu criador é mais forte;

5 pois é a partir da grandeza e da beleza das criaturas que, por analogia, se conhece o seu autor.

6 Contudo, estes incorrem numa ligeira censura, porque, talvez, eles caíram no erro procurando Deus e querendo encontrá-lo:

7 vivendo entre suas obras, eles as observam com cuidado, e porque eles as consideram belas, deixam-se seduzir pelo seu aspecto.

8 Ainda uma vez, entretanto, eles não são desculpáveis,

9 porque, se eles possuíram luz suficiente para poder perscrutar a ordem do mundo, como não encontraram eles mais facilmente aquele que é seu Senhor?

10 Mas são desgraçados e esperam em mortos, aqueles que chamaram de deuses a obras de mãos humanas: o ouro, a prata, artisticamente trabalhados, figuras de animais, alguma pedra inútil a que, outrora, certa mão deu forma.

11 Assim, um lenhador cortou e serrou uma árvore fácil de manejar. Habilmente ele lhe tirou toda a casca, e, com a habilidade do seu ofício, fez dela um móvel útil para seu uso.

12 Com as sobras de seu trabalho, cozinhou comida, com que se saciou.

13 O que ainda lhe restava não era bom para nada, não passando de madeira torcida e toda cheia de nós; contudo, ele a tomou e consagrou suas horas de lazer a talhá-la; ele a trabalhou com toda a arte que adquirira, e deu-lhe a semelhança de um homem,

14 ou o aspecto de algum vil animal. Pôs-lhe vermelhão, uma demão de uma tinta encarnada, e encobriu-lhe cuidadosamente todo defeito.

15 Em seguida, preparou-lhe um nicho digno dele, e o fixou à parede, segurando-o com um prego:

16 foi por medo que caísse, que tomou este cuidado, porque sabe muito bem que ele não pode ajudar-se a si mesmo, pois não passa de uma estátua que tem necessidade de um apoio.

17 Mas quando lhe implora por seus bens, seus casamentos, seus filhos, não se envergonha de falar ao que é inanimado, e pede saúde ao que é desprezível.

18 Reclama a vida ao que é morto, e procura socorro no que é débil; e, para uma viagem, invoca o que não pode andar;

19 para um lucro, um trabalho, o bom êxito de uma obra de suas mãos, pede a força ao que nem é capaz de mover as mãos.

Λατρεία των δημιουργημάτων αντί του Δημιουργού

1 Πράγματι, όλοι όσοι στερούνται τη γνώση του Θεού, είναι από τη φύση τους ανόητοι, γιατί δεν κατόρθωσαν να διακρίνουν τον αληθινό Θεό μέσα από τα υλικά αγαθά που βλέπουν γύρω τους· δεν αναγνώρισαν τον τεχνίτη από την παρατήρηση των έργων του. 2 Θεώρησαν για κυβερνήτες του κόσμου θεούς όπως τη φωτιά, τον άνεμο, τον ανεμοστρόβιλο, τον κύκλο των άστρων, τα ορμητικά νερά και τάστρα του ουρανού. 3 Αν, λοιπόν, γοητεύονταν από την ομορφιά όλων αυτών των κτισμάτων και τα θεωρούσαν θεούς, ας μάθουν πόσο ωραιότερος απαυτά είναι ο Κύριος! Ο δημιουργός της ομορφιάς τα έφτιαξε. 4 Κι αν έμειναν εμβρόντητοι από τη δύναμη και τη λειτουργία των δημιουργημάτων, ας καταλάβουν πόσο δυνατότερος απαυτά είναι εκείνος που τα δημιούργησε· 5 γιατί απτο μέγεθος και την ομορφιά των δημιουργημάτων παίρνουμε την ανάλογη ιδέα για το δημιουργό τους.

6 Εντούτοις γιαυτούς, που στερούνται τη γνώση του Θεού, η κατηγορία δεν είναι μεγάλη, γιατί πλανώνται καθώς ειλικρινά ζητούν να βρουν το Θεό. 7 Ασχολούνται με τα έργα του, τα ερευνούν και γοητεύονται από την εμφάνισή τους, αντικρύζοντας την ομορφιά τους. 8 Αλλά είναι κι αυτοί ένοχοι κατά κάποιον τρόπο, 9 γιατί αν και κατόρθωσαν να μάθουν τόσα, ώστε να μπορούν νανακαλύπτουν τα μυστικά του κόσμου, δεν ανακάλυψαν πρωτύτερα τον ίδιο τον κυρίαρχο όλων αυτών.

Η μωρία της ειδωλολατρίας

10 Δυστυχισμένοι αυτοί που στηρίζουν την ελπίδα τους σε πράγματα νεκρά! Ονόμασαν "θεούς" τα ανθρώπινα κατασκευάσματα, δηλαδή τα περίτεχνα χρυσά και ασημένια ομοιώματα ζώων ή τα άχρηστα λιθάρια, που τα φιλοτέχνησε κάποιο αρχαίο χέρι. 11 Κάποιος ξυλουργός πριόνισε ένα ευκολομεταχείριστο κλαρί δέντρου, έξυσε με επιμέλεια όλη την εξωτερική του φλούδα, το επεξεργάστηκε με τέχνη και κατασκεύασε ένα χρήσιμο αντικείμενο για καθημερινή χρήση. 12 Ό,τι περίσσεψε απαυτή την εργασία, το χρησιμοποίησε για τη φωτιά και μαγείρεψε φαγητό με το οποίο και χόρτασε την πείνα του. 13 Ανάμεσα σαυτά τα ξύλα όμως βρέθηκε κι ένα τελείως άχρηστο κομμάτι, στραβό και γεμάτο ρόζους· ο ξυλουργός το πλάνισε με επιμέλεια κάποια ώρα που ξεκουραζόταν, όταν δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει, και με την πείρα της τέχνης του τού έδωσε μια συγκεκριμένη ανθρώπινη μορφή 14 ή τη μορφή κάποιου ευτελούς ζώου. Μετά το σκέπασε με κοκκινόχωμα και κοκκίνισε την επιφάνειά του με φύκια, για να καλύψει τα στίγματα του ξύλου. 15 Ύστερα το κατασκεύασμα αυτό το τοποθέτησε στον τοίχο σε μια ταιριαστή υποδοχή που είχε προετοιμάσει, και το στερέωσε με σιδερένια καρφιά.

16 Προνόησε γιαυτό ο κατασκευαστής του, για να μην πέσει κάτω. Ήξερε ότι αυτό το ίδιο δεν μπορούσε να βοηθήσει τον εαυτό του, ακριβώς γιατί ήταν ένα απλό είδωλο και είχε ανάγκη από βοήθεια. 17 Μιλάει όμως σαυτό το άψυχο αντικείμενο ο άνθρωπος χωρίς κανένα ενδοιασμό και προσεύχεται για την περιουσία του, για τη γυναίκα του και τα παιδιά του· ζητάει προστασία για την υγεία του από ένα αδύναμο κατασκεύασμα, 18 ή προστασία για τη ζωή του από ένα νεκρό αντικείμενο. Ζητάει δύναμη από το ανίσχυρο είδωλο ή υπολογίζει για ασφάλεια στο ταξίδι του σε κάτι που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του. 19 Τέλος σχετικά με τα κέρδη του, τις ασχολίες του και την επιτυχία στις δουλειές του ζητάει ο άνθρωπος βοήθεια από ένα αντικείμενο που δεν μπορεί να κουνήσει τα χέρια του.

Veja também