1 Mas vós, Deus nosso, sois benfazejo e verdadeiro, vós sois paciente e tudo governais com misericórdia;
2 com efeito, mesmo se pecamos, somos vossos, porque conhecemos vosso poder; mas não pecaremos, cientes de que somos considerados como vossos.
3 Porque conhecer-vos é a perfeita justiça, e conhecer vosso poder é a raiz da imortalidade.
4 Não fomos seduzidos pelas invenções da arte corruptora dos homens nem pelo vão trabalho dos pintores: borrada figura de cores misturadas,
5 cuja vista excita os desejos dos insensatos, fantasma inanimado de uma imagem sem vida que provoca a paixão!
6 Cativados pelo mal, não merecem esperar senão o mal, os que o fazem, os que o amam e os que o veneram.
7 Eis, portanto, um oleiro que amassa laboriosamente a terra mole, e forma diversos objetos para nosso uso, mas da mesma argila faz vasos destinados a fins nobres e outros, indiferentemente, para usos opostos. Para qual destes usos cada vaso será aplicado? O oleiro será o juiz.
8 Do mesmo barro, forma também, como obreiro perverso, uma vã divindade, ele que, ainda há pouco, nasceu da terra, e em breve voltará a ela, de onde foi tirado, quando lhe serão pedidas as contas de sua vida.
9 Ele mesmo não tem preocupação alguma com o próprio desfalecimento, nem com a brevidade da vida; ele rivaliza, pelo contrário, com aqueles que trabalham o ouro e a prata, imita os que trabalham o cobre.
10 Pó é o seu coração, mais vil que a terra sua esperança, e põe sua glória em fabricar objetos enganadores. E mais desprezível que o barro é sua vida,
11 porque não reconheceu aquele que o formou, aquele que lhe inspirou uma alma ativa e lhe insuflou o espírito vital.
12 Para ele a vida é um divertimento, e nossa existência um mercado lucrativo, "porque – diz ele –, é preciso aproveitar-se de tudo, mesmo do mal."
13 Mais que qualquer outro, esse homem sabe que peca, fazendo do mesmo barro vasos frágeis e ídolos.
14 Ora, verdadeiramente, muitos insensatos, mais infortunados que a alma da criança, são os inimigos de vosso povo, que o oprimiram,
15 porque eles também tiveram por deuses todos os ídolos das nações, que não podem servir-se de seus olhos para ver, que não têm nariz para aspirar o ar, nem ouvidos para ouvir, nem os dedos das mãos para apalpar, e cujos pés são incapazes de andar;
16 foi, com efeito, um homem que os fez, formou-os alguém que recebeu a alma de empréstimo. Nenhum homem pode fazer um deus, mesmo semelhante a si próprio,
17 porque, sendo ele próprio mortal, morto é tudo que produz com suas mãos ímpias. De fato, ele vale mais que os objetos que venera; ele, pelo menos, tem vida, enquanto os ídolos não a têm.
18 Chega-se até a adorar os mais odiosos animais, que são piores ainda que os outros animais irracionais,
19 que nem mesmo possuem o que outros seres vivos possuem: bastante beleza para serem amados, e que foram excluídos da aprovação e da bênção de Deus.
Οι Ισραηλίτες γνωρίζουν το Θεό
1 Εσύ όμως, Θεέ μας, είσαι αληθινός και μεγάλος· είσαι πολυεύσπλαχνος κι όλα τα κυβερνάς με αγάπη. 2 Κι αν αμαρτήσαμε, είμαστε δικοί σου και τη δύναμή σου αναγνωρίζουμε· αλλά όχι, δε θα αμαρτήσουμε, γιατί αισθανόμαστε ότι ανήκουμε σ’ εσένα. 3 Το να σε γνωρίζει κανείς, αυτό είναι όλη η αρετή· και το ν’ αναγνωρίζει κανείς τη δύναμή σου, αυτό είναι η ρίζα της αθανασίας.
4 Εμάς δεν μας παραπλάνησε η διεστραμμένη εφεύρεση των ανθρώπων, ούτε ο μάταιος κόπος των ζωγράφων με τα βέβηλα κατασκευάσματά τους που τα βάφουν με διάφορα χρώματα. 5 Μόνο τους ασεβείς κάνει η θέα τέτοιων αντικειμένων να επιθυμούν τη νεκρή, άψυχη εικόνα. 6 Αυτοί που φτιάχνουν τα είδωλα, αυτοί που τα ποθούν κι αυτοί που τα λατρεύουν, όλοι τους αγαπούν το κακό και τους αξίζει οι ελπίδες τους να ματαιωθούν.
Το δημιούργημα δεν μπορεί να δημιουργήσει το Θεό
7 Ο κεραμοποιός ζυμώνει με κόπο τον πηλό και δημιουργεί διάφορα αντικείμενα για χρήση μας· από την ίδια λάσπη κατασκευάζει τα σκεύη που θα χρησιμέψουν και για να δέχονται κάτι πολύτιμο και για το αντίθετο. Όλα τα κάνει ομοιόμορφα, αλλά του καθενός από αυτά είναι διαφορετική η χρήση, ο κεραμοποιός αποφασίζει. 8 Μετά, επιδίδεται σ’ ένα κακό έργο: Από την ίδια λάσπη κατασκευάζει έναν ψεύτικο θεό. Τον κατασκευάζει αυτός, που πριν από λίγον καιρό δημιουργήθηκε από πηλό και θα ξαναγυρίσει στη γη απ’ την οποία πάρθηκε, όταν θα του ζητηθεί να ξεπληρώσει αυτό το χρέος δίνοντας πίσω την ψυχή του. 9 Παρ’ όλα αυτά δεν σκέφτεται ότι η ζωή του είναι μικρή κι ότι κάποτε θα πεθάνει, αλλά συναγωνίζεται τους χρυσοχόους και τους αργυροχόους και μιμείται τους χαλκουργούς, θεωρώντας τιμή του να κατασκευάζει ψεύτικα αντικείμενα.
10 Η καρδιά του κεραμοποιού είναι από στάχτη και η ελπίδα του έχει λιγότερη αξία κι από το χώμα· η ζωή του είναι πιο φτηνή κι από τη λάσπη, 11 γιατί αγνοεί το δημιουργό του, που του έχει χαρίσει μια ψυχή η οποία μπορεί και δρα, και του εμφύσησε μέσα του ζωοποιό δύναμη. 12 Όλοι αυτοί οι αγγειοπλάστες μάς θεωρούν παίγνιο και τη ζωή μας πανηγύρι, όπου κανείς μπορεί να κερδίζει πολλά λεφτά. Στην πραγματικότητα πιστεύουν ότι πρέπει κανείς να κερδίζει με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και πονηρό.
Η ειδωλολατρία των Αιγυπτίων
13 Οι κατασκευαστές των ειδώλων ξέρουν περισσότερο από κάθε άλλον ότι αμαρτάνουν, γιατί κατασκευάζουν θεούς από την ίδια λάσπη που κατασκευάζουν εύθραυστα αντικείμενα και πήλινα γλυπτά. 14 Αλλά οι εχθροί του λαού σου, Κύριε, που τον καταπιέζουν, είναι ταλαίπωροι κι έχουν όλοι φτωχή αντίληψη, πιότερο κι απ’ τα μικρά παιδιά. 15 Θεωρούν θεούς τα είδωλα των ειδωλολατρικών λαών. Αυτά που έχουν μάτια αλλά δεν μπορούν να δουν, έχουν μύτη μα δεν μπορούν να αναπνεύσουν· έχουν αυτιά αλλά δεν μπορούν ν’ ακούσουν· έχουν δάχτυλα στα χέρια μα δεν μπορούν να πιάσουν τίποτα και τα πόδια τους δεν μπορούν να περπατήσουν. 16 Άνθρωποι τα κατασκεύασαν, αλλά το μυαλό με το οποίο τα έφτιαξαν είναι κι αυτό δανεισμένο από το Θεό. Αλλά δεν υπάρχει και κανένας, που να μπορεί να κατασκευάσει το Θεό, όπως ακριβώς είναι. 17 Ο θνητός άνθρωπος με τα άνομα χέρια του δεν μπορεί παρά να φτιάξει ένα νεκρό αντικείμενο. Έτσι αποδεικνύεται ανώτερος από τα είδωλα που λατρεύει· γιατί αυτός είναι ζωντανός, έστω και προσωρινά, ενώ εκείνα είναι για πάντα νεκρά.
Οι βάτραχοι και τα ορτύκια
(συνέχεια από το κεφ. 11:15-16)
18 Αυτοί οι άνθρωποι λατρεύουν τα πιο σιχαμερά ζώα, που σε σύγκριση με τ’ άλλα ζώα της δημιουργίας είναι τα χειρότερα: 19 Ούτε εμφανίσιμα είναι ούτε αξιαγάπητα όπως τα άλλα ζώα, γιατί αυτά δεν έχουν ούτε τον έπαινο ούτε την ευλογία του Θεού.