1 Em verdade, grandes e impenetráveis são vossos juízos, Senhor; por isso, as almas grosseiras caíram no erro.
2 Por terem acreditado que podiam oprimir a santa nação, os ímpios, prisioneiros das trevas e encarcerados por uma longa noite, jaziam encerrados nas suas casas, tentando escapar à vossa incessante vigilância.
3 Depois de terem imaginado que, com seus secretos pecados, ficariam escondidos sob o sombrio véu do esquecimento, eles se viram dispersados, como presa de um terrível espanto, e amedrontados por alucinações.
4 Mesmo o canto mais afastado em que se abrigavam não os punha ao abrigo do terror: ruídos aterradores ressoavam em torno deles, e taciturnos espectros de lúgubre aspecto lhes apareciam.
5 Nenhuma chama, por intensa que fosse, chegava a iluminar. E a luz brilhante dos astros era impotente para alumiar esta noite sombria.
6 Mas aparecia-lhes de súbito nada mais que uma chama aterradora, e, tomados de terror por esta visão fugitiva, julgavam essas aparições mais terríveis ainda.
7 A arte dos mágicos se mostrou ilusória, e esta sabedoria, a que eles pretendiam, evidenciou-se vergonhosamente como falsidade.
8 Aqueles que se jactavam de banir das almas doentes o terror e a perturbação, eram eles mesmos atormentados por um ridículo temor.
9 Mesmo quando nada de mais grave os aterrorizava, a passagem dos animais e o silvo das serpentes punham-nos fora de si, e eles morriam de medo. Recusavam até mesmo contemplar essa atmosfera à qual nada podia escapar;
10 porque a maldade, condenada por seu próprio testemunho, é medrosa, e, sob o peso da consciência, supõe sempre o pior,
11 pois o temor não é outra coisa que a privação dos socorros trazidos pela reflexão,
12 porque, quanto menor for em sua alma a esperança de auxílio, tanto mais penosa é a ignorância daquilo de que se tem medo.
13 Eles, durante essa noite de impotência, saída dos recantos do Hades impotente, dormiam num mesmo sono,
14 agitados, de um lado, pelo terror dos espectros, e paralisados, de outro, pelo desfalecimento da alma; pois era um pavor repentino e inesperado o que se abatera sobre eles.
15 E todo aquele que caía sem força ficava como que preso e encerrado num cárcere sem ferros.
16 Fosse ele camponês ou pastor, ou o operário que se afadiga sozinho no seu trabalho, uma vez surpreendido, tinha de suportar a inevitável necessidade, porque todos estavam ligados por uma mesma cadeia de trevas.
17 O silvo do vento, o canto harmonioso dos passarinhos nos ramos espessos, o murmúrio da água correndo precipitadamente, o estrondo das rochas que se despenhavam,
18 a carreira invisível dos animais que saltavam, os urros dos animais selvagens, o eco que repercutia nas cavidades dos montes: tudo os paralisava de terror.
19 Enquanto o mundo inteiro era alumiado de uma brilhante luz, e sem obstáculo se entregava às suas ocupações,
20 somente sobre eles se estendia uma pesada noite, imagem das trevas que mais tarde os deviam acolher; e eram para si mesmos um peso mais insuportável que esta escuridão.
Σκοτάδι πάνω στους εχθρούς του Θεού
1 Εκπληκτικές είναι οι εκδηλώσεις της κρίσης σου, Κύριε! Κανένας δεν μπορεί εύκολα να τις διηγηθεί· γι’ αυτό όσοι δεν θέλησαν να διδαχτούν γι’ αυτές, πλανήθηκαν. 2 Οι ασεβείς νόμισαν ότι θα καταδυναστεύσουν το δικό σου έθνος και γι’ αυτό έγιναν δέσμιοι του σκότους και αιχμάλωτοι μεγάλης νύχτας· κλείστηκαν στα σπίτια τους και βρίσκονταν εκεί αποξενωμένοι από την αιώνια πρόνοιά σου. 3 Νόμισαν ότι θα μείνουν άγνωστοι μαζί με τα κρυφά τους αμαρτήματα κάτω από το σκοτεινό πέπλο της λησμονιάς· διασκορπίστηκαν, όμως, γιατί τους έπιασε πανικός και τρόμαξαν απ’ τα φαντάσματα. 4 Το βαθύ καταφύγιο δεν τους απάλλαξε από το φόβο, και ήχοι τρομακτικοί αντηχούσαν γύρω τους, και παρουσιάζονταν μπροστά τους φαντάσματα σκυθρωπά με αγέλαστα πρόσωπα. 5 Καμιά φωτιά δεν είχε τη δύναμη να φωτίσει το σκοτάδι εκείνο ούτε οι ακτίνες των άστρων μπορούσαν να φωτίσουν την τρομερή αυτή νύχτα. 6 Κάποτε παρουσιαζόταν σ’ αυτούς μια φωτιά που άναβε μόνη της αλλά κι αυτή τους προκαλούσε φόβο. Έτσι, τρομαγμένοι από τις δυσδιάκριτες μορφές, τα έβλεπαν όλα αυτά χειρότερα απ’ ό,τι ήταν. 7 Όλοι οι μάγοι και οι εξορκιστές ήταν ανίσχυροι μπροστά σ’ αυτή τη φωτιά και η υπερηφάνεια της σοφίας τους αποδείχτηκε γελοία· 8 γιατί αυτοί που υπόσχονταν ότι μπορούσαν ν’ απομακρύνουν τους φόβους και τις ταραχές από τους ασθενείς τους, ήταν αυτοί οι ίδιοι άρρωστοι από έναν γελοίο φόβο. 9 Κι αν ακόμα τίποτα δεν υπήρχε να τους τρομάξει, αυτοί τρόμαζαν από το πέρασμα των θηρίων ή το σφύριγμα των ερπετών· πέθαιναν από τον τρόμο τους, χωρίς να τολμούν ν’ αντικρύσουν τον αέρα γύρω τους. 10 Η κακία αυτοαποκαλύπτεται από τη δειλία και αυτοτιμωρείται· ο ένοχος έχει πάντοτε βαριά συνείδηση και φοβάται για το χειρότερο.
11 Ο φόβος δεν είναι τίποτε άλλο παρά αδυναμία να βοηθηθούμε από το λογικό. 12 Όσο μικρότερη είναι η εμπιστοσύνη στο λογικό μας, τόσο περισσότερο υποχωρούμε μπροστά στο φόβο, γιατί αγνοούμε από πού προέρχεται. 13 Οι ασεβείς, λοιπόν, κοιμούνταν τη νύχτα, όπου κάθε δύναμη αναστέλλεται, τη νύχτα που προέρχεται από τα βάθη του άδη, όπου κάθε δύναμη εκλείπει· κοιμούνταν όλοι τον ίδιο ύπνο 14 αλλά καταδιώκονταν από τρομερά φαντάσματα και τους εγκατέλειπε κάθε ψυχικό θάρρος, γιατί είχαν καταληφθεί από έναν ξαφνικό και απροσδόκητο φόβο. 15 Βυθισμένοι όλοι σ’ αυτόν το φόβο, ήταν κλεισμένοι σε μια φυλακή χωρίς αλυσίδες και κάγκελα. 16 Είτε ήταν γεωργοί είτε βοσκοί είτε εργάτες που μοχθούσαν στις ερημιές, υπέμεναν όλοι την αναπόφευκτη ανάγκη εκεί που βρίσκονταν, γιατί είχαν δεθεί με τις ίδιες αλυσίδες σκότους. 17 Ο άνεμος που σφύριζε ή το αρμονικό κελάδημα των πουλιών ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά, η βουή του νερού που κυλούσε ορμητικά ή ο τρομερός ήχος των βράχων που κατρακυλούσαν, 18 οι μετακινήσεις των ζώων που χοροπηδούσαν πριν κανείς τα δει ή οι βρυχηθμοί των άγριων θηρίων ή οι αντίλαλοι στις κοιλάδες ανάμεσα στα βουνά, όλα αυτά τους παρέλυαν από τρόμο.
19 Κι αυτά συνέβαιναν, όταν όλος ο άλλος κόσμος φωτιζόταν με λαμπρό φως και ήταν απασχολημένος με τα έργα του με πλήρη ελευθερία. 20 Μόνο στους ασεβείς είχε πέσει πάνω τους νύχτα βαριά, εικόνα του σκότους που τους περίμενε· μέσα τους η θλίψη ήταν πιο ζοφερή από το εξωτερικό σκοτάδι.