1 Pela mão de um santo profeta aplanou suas dificuldades;
2 eles atravessaram um deserto inabitado, e levantaram suas tendas em lugares ermos;
3 resistiram aos que os atacavam, e repeliram seus inimigos.
4 Tiveram sede e clamaram a vós: do rochedo abrupto a água lhes foi dada, e da pedra seca estancaram sua sede.
5 Porque os elementos que tinham servido para punir seus inimigos, foram-lhes dados, na sua necessidade, como benefício:
6 em lugar das ondas de um rio perene turvadas por uma lama de sangue,
7 pela punição do decreto que consagrava crianças à morte, vós lhes destes, de maneira inesperada, água em abundância,
8 mostrando-lhes, pela sede que então sofreram, como punistes seus inimigos.
9 Por isso, tratados com piedade na sua provação, reconheceram quanto deviam ter sofrido os ímpios, julgados com ira.
10 A estes provastes como um pai que corrige, mas a outros provastes como um rei severo que condena.
11 Tanto estando longe como perto, a dor os consumiu da mesma forma,
12 porque tiveram um segundo para se entristecer e gemer à lembrança dos males passados.
13 Compreendendo, com efeito, que o que era para eles castigo, era para outros ocasião de benefício, sentiram a mão do Senhor;
14 e aquele que, outrora exposto e abandonado, tinham repelido com zombaria, admiraram-no finalmente, porque sofreram uma sede diferente da sede do justo.
15 Por outro lado, para os punir dos loucos pensamentos de sua perversidade, que os faziam extraviar-se na adoração de répteis irracionais e de vis animais, enviastes contra eles uma multidão de animais estúpidos,
16 a fim de que compreendessem que, por onde cada um peca, será punido.
17 Não era difícil à vossa mão todo-poderosa, que formou o mundo de matéria informe, mandar contra eles bandos de ursos e de leões ferozes,
18 ou animais desconhecidos e de uma nova espécie, cheios de furor, exalando um hálito inflamado, ou espalhando um fumo infeto, ou lançando de seus olhos faíscas terríveis,
19 capazes não só de os exterminar com seus golpes, mas ainda de os matar de terror só pelo seu aspecto.
20 E, mesmo sem isso, eles poderiam perecer por um sopro, perseguidos pela justiça e arrebatados pelo vento de vosso poder; mas, dispusestes tudo com medida, quantidade e peso,
21 porque sempre vos é possível mostrar vosso poder imenso, e quem poderá resistir à força de vosso braço?
22 Diante de vós o mundo inteiro é como um nada, que faz pender a balança, ou como uma gota de orvalho, que desce de madrugada sobre a terra.
23 Tendes compaixão de todos, porque vós podeis tudo; e para que se arrependam, fechais os olhos aos pecados dos homens.
24 Porque amais tudo que existe, e não odiais nada do que fizestes, porquanto, se o odiásseis, não o teríeis feito de modo algum.
25 Como poderia subsistir qualquer coisa, se não o tivésseis querido, e conservar a existência, se por vós não tivesse sido chamada?
26 Mas poupais todos os seres, porque todos são vossos, ó Senhor, que amais a vida.
Το μολυσμένο νερό του Νείλου και το καθαρό νερό του βράχου
1 Η Σοφία έκανε να έχουν καλό τέλος τα έργα του λαού, Κύριε, με τη βοήθεια ενός άγιου προφήτη. 2 Πέρασαν μέσα από την ακατοίκητη έρημο και σε αδιάβατους τόπους έστησαν τις σκηνές τους· 3 αντιστάθηκαν στους αντιπάλους και αμύνθηκαν στους εχθρούς τους. 4 Δίψασαν και ζήτησαν τη βοήθειά σου· τότε τους δόθηκε νερό απ’ την απόκρημνη πέτρα και ξεδίψασαν από το νερό που έτρεξε από το σκληρό βράχο. 5 Οι εχθροί του λαού σου, Κύριε, τιμωρήθηκαν μ’ αυτό ακριβώς που ο λαός σου ευεργετήθηκε όταν βρισκόταν σε ανάγκη. 6,7 Δηλαδή, ενώ το νερό του αστείρευτου ποταμού Νείλου ανακατεύθηκε με βρώμικο αίμα για να τιμωρηθεί ο Φαραώ, ο οποίος είχε βγάλει διαταγή να θανατώσουν τα νήπια, εσύ έδωσες στο λαό σου άφθονο νερό, δίχως να το περιμένουν. 8 Πριν απ’ αυτό, όμως, τους είχες κάνει να διψάσουν για να τους δείξεις πώς τιμωρείς τους εχθρούς τους. 9 Γιατί όταν τους δοκίμαζες και τους διόρθωνες με επιείκεια, έμαθαν πώς βασανίζονταν οι ασεβείς όταν εσύ τους κρίνεις με την οργή σου. 10 Αυτούς τους τιμώρησες σαν πατέρας, για να τους συνετίσεις· τους άλλους, όμως, τους έκρινες και τους καταδίκασες σαν αυστηρός βασιλιάς.
11,12 Πέρασαν από την ίδια θλίψη δύο φορές: Δίψασαν όταν οι δικοί σου ήταν παρόντες· και ζούσαν με την κακή αυτή ανάμνηση, όταν οι δικοί σου ήταν απόντες. Στέναζαν βαθιά 13 όταν έμαθαν ότι εκείνο που γι’ αυτούς ήταν τιμωρία, έγινε για το λαό σου ευεργεσία. Τότε κατάλαβαν ότι εσύ, Κύριε, το έκανες αυτό. 14 Τον άντρα που παλιά τον κορόιδευαν και τον είχαν εγκαταλείψει ένα έκθετο μωρό στον ποταμό, αυτόν, στο τέλος των γεγονότων τον θαύμασαν, γιατί αυτοί υπέφεραν από δίψα περισσότερο απ’ ό,τι οι ευσεβείς.
Τα ζώα χρησιμοποιούνται για τιμωρία
15 Οι ασεβείς έκαναν ανόητες σκέψεις, με τις οποίες πλανήθηκαν και λάτρεψαν τα ερπετά που δεν είχαν λογικό και τα θηρία, που δεν είχαν καμιά αξία. Εσύ, Κύριε, για να τους τιμωρήσεις, έστειλες εναντίον τους αναρίθμητα ζώα,Ο στ. 15 μιλάει μόνο για την καταστροφική παρουσία των ζώων. Η ωφέλιμη ακολουθεί εις κεφ. 16:1-4.16 για να μάθουν ότι μ’ αυτά που αμαρτάνει κάποιος, μ’ αυτά και τιμωρείται.
Η δύναμη του Θεού θεμέλιο της καλοσύνης του
17 Για το παντοδύναμο χέρι σου, Κύριε, που δημιούργησε τον κόσμο από ασχημάτιστο υλικό, δεν ήταν αδύνατο να στείλει στους ασεβείς αναρίθμητες αρκούδες ή εξαγριωμένα λιοντάρια. 18 Μπορούσε να δημιουργήσει νέα εξοργισμένα θηρία, άγνωστα μέχρι τότε, που να βγάζουν απ’ τα ρουθούνια τους φωτιά, να κάνουν θόρυβο και να βγάζουν από τα μάτια τους καπνούς και φοβερές αστραφτερές σπίθες. 19 Αυτά μπορούσαν όχι μόνο να τους κομματιάσουν αλλά και μόνο η φοβερή τους όψη να τους κάνει να πεθάνουν από φόβο. 20 Και χωρίς αυτά τα ζώα, όμως, θα μπορούσαν μ’ ένα φύσημα να πέσουν κάτω, γιατί θα τους καταδίωκε η θεία δίκη και θα τους διασκόρπιζε μ’ ένα φύσημα η παντοδυναμία σου.
Όλα όμως τα ρύθμισες εσύ με μέτρο στην ορισμένη τους ποσότητα και στις σωστές τους αναλογίες. 21 Εσύ πάντοτε μπορείς να εκδηλώνεις τη μεγάλη σου δύναμη. Ποιος μπορεί ν’ αντισταθεί σ’ αυτήν; 22 Όλος ο κόσμος είναι μπροστά σου, Κύριε, σαν μια πλάστιγγα που γέρνει και σαν στάλα πρωινής δροσιάς, που πέφτει στη γη. 23 Όλους τους αγαπάς. Όλα τα μπορείς και γι’ αυτό παραβλέπεις τα αμαρτήματα των ανθρώπων όταν μετανοούν. 24 Εσύ αγαπάς όλα τα δημιουργήματά σου και κανένα απ’ αυτά δεν το αποστρέφεσαι· δε θα δημιουργούσες τίποτε αν το μισούσες. 25 Πώς λοιπόν θα ζούσε κάτι αν εσύ δεν το ήθελες ή και πώς θα διετηρείτο στην ύπαρξη αν εσύ δεν το καλούσες σ’ αυτήν; 26 Όλα είναι δικά σου και γι’ αυτό τα φροντίζεις, Κύριε, εσύ που αγαπάς τη ζωή.