Pular para o conteúdo
Publicidade

1 Maccabees 16

TGVD

1 Subindo de Gazara a Jerusalém, veio João anunciar a seu pai os atos de Cendebeu.

2 Mandou então Simão vir seus dois filhos mais velhos, João e Judas, e lhes disse: "Eu, meus irmãos e a casa de meu pai temos combatido os inimigos de Israel desde nossa juventude até o dia de hoje, e, muitas vezes, conseguimos libertar a nação.

3 Mas estou velho, enquanto que vós, graças a Deus, tendes a idade necessária. Tomai, pois, o meu lugar e o de meu irmão. Ide combater por nossa raça, e que o socorro do céu esteja convosco".

4 João recrutou no país vinte mil combatentes e cavaleiros. Foram eles contra Cendebeu e acamparam em Modin.

5 Levantaram-se ao romper do dia, avançaram pela planície, e eis que um exército numeroso de infantes e de cavaleiros apareceu diante deles, estando separado apenas por uma torrente.

6 João dispôs seus homens diante do inimigo, mas, percebendo que eles temiam passar a torrente, atravessou-a por primeiro e, a exemplo dele, todos atravessaram em seguida.

7 Dividiu seu exército e colocou os cavaleiros no meio dos infantes, porque a cavalaria inimiga era muito numerosa.

8 Fizeram soar as trombetas. Cendebeu e seu exército foram derrotados. Muitos dentre os seus caíram sob os golpes e o restante fugiu para a fortaleza.

9 Judas, irmão de João, foi ferido, mas João perseguiu o inimigo até Quedron, construída por ele.

10 Muitos fugiram para as torres construídas no campo de Azoto, mas ele incendiou-as e pereceram cerca de dois mil homens. Depois disso, João voltou em paz para a Judeia.

11 Ptolomeu, filho de Abubo, tinha sido nomeado comandante da planície de Jericó. Possuía muito ouro e prata,

12 porque era genro do sumo sacerdote.

13 Seu coração ensoberbeceu-se e ele resolveu tornar-se senhor do país. Maquinou pois uma traição contra Simão e seus filhos para livrar-se deles.

14 Ora, no undécimo mês, isto é, no mês de Sabat do ano cento e setenta e sete, quando ele percorria as cidades do país, para cuidar de seus interesses, Simão desceu a Jericó com seus filhos Matatias e Judas.

15 O filho de Abubo recebeu-o dolosamente no forte de Doc, que tinha construído, e onde ele havia ocultado seus homens. Deu um grande banquete

16 e, quando Simão e seus filhos ficaram ébrios, Ptolomeu e seus companheiros ergueram-se, tomaram suas armas e lançaram-se sobre Simão, na sala do banquete. Mataram-no como também seus dois filhos e alguns de seus servidores.

17 Isso foi uma grande perfídia cometida em Israel e pagou-se o bem com o mal.

18 Ptolomeu escreveu ao rei para informá-lo, pedindo que lhe enviasse tropas de socorro e lhe cedesse a região e as cidades.

19 Mandou outros a Gazara, com a missão de matar João. Convocou por meio de cartas os chefes do exército, para entregar-lhes prata, ouro e presentes.

20 Enviou outros emissários a conquistar Jerusalém e a montanha santa.

21 Mas, antecipando-os, alguém veio a Gazara avisar João de que seu pai e seus irmãos tinham perecido e que tinham enviado assassinos para matá-lo.

22 Com essa notícia, João ficou espavorido, mas mandou prender aqueles que vinham matá-lo, e os exterminou, sabendo perfeitamente que tinham a intenção de assassiná-lo.

23 As outras palavras de João, suas guerras e os seus feitos que realizou com valentia, como construiu as muralhas,

24 tudo isso está narrado nos anais de seu pontificado, desde o momento em que ele se tornou sumo sacerdote em lugar de seu pai.

1 Ο Ιωάννης ήρθε από τη Γάζαρα και ανέφερε στον πατέρα του το Σίμωνα όλα όσα έκανε ο Κενδεβαίος. 2 Τότε ο Σίμων κάλεσε τους δυο μεγαλύτερους γιους του, τον Ιούδα και τον Ιωάννη και τους είπε: «Εγώ και τα αδέρφια μου, όλη η οικογένεια του πατέρα μου, πολεμήσαμε τους εχθρούς του Ισραήλ από τα νιάτα μας μέχρι σήμερα, κι ευτυχήσαμε να σώσουμε εμείς πολλές φορές τους Ισραηλίτες. 3 Τώρα όμως εγώ έχω γεράσει, ενώ εσείς με τη βοήθεια του Θεού είστε σε κατάλληλη ηλικία. Πάρτε λοιπόν τη θέση μου και τη θέση του αδερφού μου και βγείτε να πολεμήσετε για το έθνος μας. Και η βοήθεια του Θεού να είναι μαζί σας».

4 Αμέσως ο Ιωάννης στρατολόγησε από τη χώρα είκοσι χιλιάδες γενναίους πολεμιστές και ιππείς και βάδισαν εναντίον του Κενδεβαίου. Διανυκτέρευσαν στη Μωδεΐν, 5 και το πρωί σηκώθηκαν και βάδιζαν προς την πεδιάδα. Εκεί ήρθε να τους αντιμετωπίσει μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη από πεζούς και ιππείς. Ανάμεσα όμως στους δυο στρατούς υπήρχε ένας χείμαρρος. 6 Ο Ιωάννης και ο στρατός του στρατοπέδευσαν μπροστά στον εχθρό. Είδε όμως ότι ο στρατός του φοβόταν να περάσει το χείμαρρο, γιαυτό πέρασε αυτός πρώτος. Όταν τον είδαν οι άντρες του πέρασαν κι εκείνοι πίσω απαυτόν. 7 Μετά ο Ιωάννης χώρισε το στρατό κι έβαλε τους καβαλάρηδες ανάμεσα στους πεζούς, γιατί το ιππικό των εχθρών ήταν πάρα πολύ μεγάλο. 8 Στη συνέχεια σάλπισαν με τις ιερές σάλπιγγες και ο Κενδεβαίος με το στρατό του κατατροπώθηκαν. Πολλοί στρατιώτες σκοτώθηκαν, κι όσοι επέζησαν κατέφυγαν στο οχυρό. 9 Ο Ιούδας, αδερφός του Ιωάννη, τραυματίστηκε, αλλά ο Ιωάννης τους καταδίωξε μέχρι την Κεδρών, που την είχε ανοικοδομήσει ο Κενδεβαίος. 10 Πολλοί κατέφυγαν στους πύργους που βρίσκονταν στα χωράφια της Αζώτου, αλλά ο Ιωάννης έβαλε φωτιά στους πύργους και περίπου δυο χιλιάδες άντρες απαυτούς βρήκαν το θάνατο. Μετά γύρισε ασφαλής στην Ιουδαία.

Θάνατος του Σίμωνα

Αρχή της βασιλείας του Ιωάννη

11 Ο Πτολεμαίος, γιος του Αβούβου, είχε διοριστεί στρατηγός στην πεδιάδα της Ιεριχώ και διέθετε άφθονο ασήμι και χρυσάφι, 12 γιατί ήταν γαμπρός του αρχιερέα Σίμωνα. 13 Με την υπερηφάνεια που είχε, όμως, φιλοδόξησε να κυριέψει τη χώρα. Γιαυτό σχεδίαζε να δολοφονήσει το Σίμωνα και τους γιους του. 14 Εκείνο τον καιρό ο Σίμων μαζί με τους γιους του, Ματταθία και Ιούδα, επιθεωρούσε τις πόλεις της χώρας και φρόντιζε για την καλή τους διοίκηση. Κατέβηκαν λοιπόν και στην Ιεριχώ, το έτος 177, τον ενδέκατο μήνα, δηλαδή το μήνα Σαβάτ.Το έτος 177... Δηλ. το Φεβρουάριο 134 π.Χ.15 Ο γιος του Αβούβου τους υποδέχτηκε σένα μικρό οχυρό που είχε χτίσει και ονομαζόταν Δωκ. Εκεί με δόλο διοργάνωσε γιαυτούς μεγάλο συμπόσιο αλλά στο ίδιο μέρος είχε κρύψει δικούς του άντρες. 16 Όταν λοιπόν ο Σίμων και οι γιοι του μέθυσαν, σηκώθηκε ο Πτολεμαίος με τους άντρες του, πήραν τα όπλα τους και επιτεθήκαν εναντίον του αρχιερέα εκεί στον τόπο του συμποσίου και σκότωσαν αυτόν, τους δυο γιους του και μερικούς από τους δούλους του. 17 Έτσι διέπραξε μεγάλη προδοσία και ανταπέδωσε συμφορά στο καλό.

18 Αμέσως ο Πτολεμαίος τα έγραψε όλα αυτά τα συμβάντα στο βασιλιά και του παράγγειλε με αγγελιοφόρους να του στείλει στρατό για να τον βοηθήσει κι αυτός θα του παρέδιδε τη χώρα των Ιουδαίων και τις πόλεις τους. 19 Επίσης με επιστολές του διέταξε τους χιλιάρχους να τον επισκεφθούν για να τους προσφέρει ασήμι, χρυσάφι και δώρα. Ακόμη έστειλε άντρες του στη Γάζαρα να σκοτώσουν τον Ιωάννη. 20 Τέλος έστειλε άλλους να καταλάβουν την Ιερουσαλήμ και το λόφο όπου ήταν κτισμένος ο ναός. 21 Κάποιος όμως έτρεξε πρωτύτερα στον Ιωάννη στη Γάζαρα και του ανάγγειλε ότι σκοτώθηκαν ο πατέρας του και ταδέρφια του και ότι ο Πτολεμαίος είχε στείλει να σκοτώσουν κι εκείνον. 22 Ο Ιωάννης όταν τα άκουσε αυτά ταράχτηκε πάρα πολύ. Συνέλαβε τους άντρες που είχαν έρθει να τον δολοφονήσουν και τους εκτέλεσε, αφού είχε ενημερωθεί για τα σχέδιά τους.

23,24 Τα υπόλοιπα έργα του Ιωάννη, αφότου έγινε αρχιερέας μετά το θάνατο του πατέρα του, οι πόλεμοι που έκανε τα ανδραγαθήματά του, η επισκευή των τειχών, έχουν όλα καταγραφεί στο βιβλίο των ημερών της αρχιερατείας του.

Veja também