Jeú extermina a família de Acabe
1 Ora, viviam em Samaria setenta descendentes de Acabe. Jeú escreveu cartas e as enviou a Samaria, aos líderes da cidade,10.1 Conforme alguns manuscritos da Septuaginta e a Vulgata. O Texto Massorético traz de Jezreel. às autoridades e aos tutores dos descendentes de Acabe. As cartas diziam: 2 "Assim que receberem esta carta, vocês, que cuidam dos filhos do rei e que têm carruagens e cavalos, uma cidade fortificada e armas, 3 escolham o melhor e o mais capaz dos filhos do rei, ponham-no no trono do seu pai e lutem pela dinastia do seu senhor".
4 Eles, porém, estavam aterrorizados e disseram:
— Se dois reis não puderam enfrentá-lo, como poderemos nós?
5 Por isso, o administrador do palácio, o governador da cidade, as autoridades e os tutores enviaram esta mensagem a Jeú: "Somos os teus servos e faremos tudo o que exigires de nós. Não proclamaremos nenhum rei. Faz o que for bom aos teus olhos".
6 Então, Jeú escreveu-lhes uma segunda carta que dizia: "Se vocês estão do meu lado e estão dispostos a obedecer-me, tragam-me a cabeça de cada um dos descendentes do seu senhor a Jezreel, amanhã a esta hora".
Os setenta descendentes de Acabe estavam sendo criados pelas autoridades da cidade. 7 Logo que receberam a carta, mataram todos os setenta, colocaram as cabeças em cestos e as enviaram a Jeú, em Jezreel. 8 Quando o mensageiro chegou, ele disse ao rei:
— Trouxeram as cabeças dos príncipes.
Então, Jeú ordenou:
— Façam com elas dois montes à porta da cidade para que lá fiquem expostas até amanhã.
9 Na manhã seguinte, Jeú saiu e declarou a todo o povo:
— Vocês são inocentes! Fui eu que conspirei contra o meu senhor e o matei, mas quem matou todos estes? 10 Saibam, portanto, que não deixará de se cumprir uma só palavra que o Senhor falou contra a família de Acabe. O Senhor fez o que prometeu por meio do seu servo Elias.
11 Então, Jeú matou todos os que restavam da família de Acabe em Jezreel, bem como todos os aliados influentes, os amigos mais próximos e os sacerdotes, não deixando sobrevivente algum.
12 Depois disso, Jeú partiu para Samaria. Em Bete-Equede dos Pastores, 13 encontrou alguns parentes de Acazias, rei de Judá, e perguntou:
— Quem são vocês?
Eles responderam:
— Somos parentes de Acazias e estamos indo visitar as famílias do rei e da rainha-mãe.
14 Então, Jeú ordenou aos seus soldados:
— Capturem-nos vivos!
Eles os capturaram e os mataram junto ao poço de Bete-Equede. Eram quarenta e dois homens, e nenhum deles foi deixado vivo.
15 Saindo dali, Jeú encontrou Jonadabe, filho de Recabe, que tinha ido falar com ele. Depois de saudá-lo, Jeú perguntou:
— Você é realmente leal a mim, assim como sou a você?
Jonadabe respondeu:
— Sou.
Jeú disse:
— Então, dê-me a mão.
Jonadabe estendeu-lhe a mão, e Jeú o ajudou a subir na carruagem 16 e lhe disse:
— Venha comigo e veja o meu zelo pelo Senhor.
E o levou em sua carruagem.
17 Quando Jeú chegou a Samaria, matou todos os que restavam da família de Acabe na cidade; ele os exterminou, conforme a palavra que o Senhor tinha dito a Elias.
Jeú elimina os servos de Baal
18 Jeú reuniu todo o povo e declarou:
— Acabe não cultuou o deus Baal o bastante; eu, Jeú, o cultuarei muito mais. 19 Por isso, convoquem todos os profetas de Baal, todos os seus servos e todos os seus sacerdotes. Ninguém deverá faltar, pois oferecerei um grande sacrifício a Baal. Quem não vier morrerá.
No entanto, Jeú estava agindo traiçoeiramente, a fim de exterminar os servos de Baal.
20 Então, Jeú ordenou:
— Convoquem uma assembleia em honra a Baal.
Foi feita a proclamação, 21 e ele enviou mensageiros por todo o Israel. Todos os servos de Baal vieram; nem um deles faltou. Eles se reuniram no templo de Baal, que ficou completamente lotado. 22 Então, Jeú disse ao encarregado do guarda-roupa:
— Traga os mantos para todos os servos de Baal.
Ele os trouxe.
23 Depois disso, Jeú entrou no templo com Jonadabe, filho de Recabe, e disse aos servos de Baal:
— Olhem em volta e certifiquem-se de que nenhum servo do Senhor está aqui com vocês, mas somente servos de Baal.
24 Eles se aproximaram para oferecer sacrifícios e holocaustos.10.24 Isto é, sacrifícios totalmente queimados; também no versículo 25. Jeú havia posto oitenta homens do lado de fora, fazendo-lhes esta advertência:
— Se um de vocês deixar escapar um só dos homens que entrego a vocês, pagará com a própria vida.
25 Logo que Jeú terminou de oferecer o holocausto, ordenou aos guardas e oficiais:
— Entrem e matem todos! Não deixem ninguém escapar!
Eles os mataram à espada, jogaram os corpos para fora e depois entraram no santuário interno do templo de Baal. 26 Levaram a coluna sagrada para fora do templo de Baal e a queimaram. 27 Assim, destruíram a coluna sagrada de Baal e demoliram o seu templo, que foi transformado em latrina até o dia de hoje.
28 Foi assim que Jeú eliminou a adoração a Baal em Israel. 29 No entanto, não se afastou dos pecados de Jeroboão, filho de Nebate, pois levou Israel a cometer o pecado de adorar os bezerros de ouro em Betel e em Dã.
30 O Senhor disse a Jeú:
— Como você agiu bem ao fazer o que é justo aos meus olhos, fazendo com a família de Acabe tudo o que eu queria, os seus descendentes ocuparão o trono de Israel até a quarta geração.
31 Entretanto, Jeú não se preocupou em obedecer de todo o coração à lei do Senhor, Deus de Israel, nem se afastou dos pecados que Jeroboão levara Israel a praticar.
32 Naqueles dias, o Senhor começou a reduzir o tamanho de Israel. O rei Hazael conquistou todo o território israelita 33 a leste do Jordão, incluindo toda a terra de Gileade. Conquistou desde Aroer, junto ao rio Arnom, passando por Gileade até Basã, terras das tribos de Gade, de Rúben e de Manassés.
34 Os demais acontecimentos do reinado de Jeú, tudo o que realizou e todas as suas conquistas, constam nos registros históricos dos reis de Israel. 35 Jeú descansou com os seus antepassados e foi sepultado em Samaria. Jeoacaz, o seu filho, sucedeu-o como rei. 36 Jeú reinou vinte e oito anos sobre Israel em Samaria.
Ο Ιηού αφανίζει τους απογόνους του Αχαάβ
1 Ο Αχαάβ είχε εβδομήντα απογόνους που ζούσαν στη Σαμάρεια. Ο Ιηού έστειλε γράμματα στους άρχοντες της πόλης,της πόλης, (δηλ. της Σαμάρειας) σύμφωνα με ορισμένες αρχαίες μεταφρ. Το εβρ. έχει «της Ιζρεέλ». στους πρεσβυτέρους και σ’ εκείνους που είχαν τη φροντίδα των παιδιών του Αχαάβ, και τους έλεγε: 2 «Όλοι εσείς έχετε αναλάβει τη φροντίδα των παιδιών του κυρίου σας κι έχετε στη διάθεσή σας άρματα, άλογα, όπλα και οχυρωμένες πόλεις. Μόλις, λοιπόν, λάβετε αυτή την επιστολή, 3 διαλέξτε τον καλύτερο και συνετότερο από τους απογόνους του κυρίου σας, ανακηρύξτε τον βασιλιά στη θέση του πατέρα του και πολεμήστε για την οικογένεια του κυρίου σας».
4 Αυτοί όμως φοβήθηκαν πάρα πολύ και είπαν μεταξύ τους: «Εδώ δύο βασιλιάδες και δεν μπόρεσαν ν’ αντισταθούν στον Ιηού, πώς θ’ αντισταθούμε εμείς;» 5 Αμέσως ο αυλάρχης και ο δήμαρχος της πόλης, οι πρεσβύτεροι και οι παιδονόμοι, έστειλαν μήνυμα στον Ιηού και του έλεγαν: «Εμείς είμαστε δούλοι σου και ό,τι μας πεις θα κάνουμε. Κανέναν δε θα ορίσουμε βασιλιά· κάνε ό,τι νομίζεις εσύ σωστό».
6 Ο Ιηού τότε τους έγραψε και δεύτερο γράμμα: «Αν είστε μαζί μου», τους έλεγε, «και είστε πρόθυμοι να με υπακούτε, τότε κόψτε τα κεφάλια όλων των απογόνων του κυρίου σας και φέρτε τα σ’ εμένα στην Ιζρεέλ, αύριο τέτοια ώρα». Οι εβδομήντα απόγονοι του βασιλιά έμεναν μαζί με τους άρχοντες της πόλης, οι οποίοι και είχαν αναλάβει την ανατροφή τους. 7 Μόλις έλαβαν κι αυτό το γράμμα, έσφαξαν όλους τους απογόνους του βασιλιά, έβαλαν τα κεφάλια τους μέσα σε καλάθια και τα έστειλαν στον Ιηού, στην Ιζρεέλ.
8 Όταν ήρθε ο αγγελιοφόρος κι ανάγγειλε στο βασιλιά ότι είχαν φέρει τα κεφάλια των απογόνων του Αχαάβ, τότε ο Ιηού διέταξε να τα βάλουν σε δύο σωρούς, κοντά στην είσοδο της πύλης ως το πρωί. 9 Το πρωί βγήκε ο Ιηού και στάθηκε στην πύλη και είπε στο λαό: «Όλοι εσείς είστε αθώοι! Εγώ συνωμότησα εναντίον του κυρίου μου, του βασιλιά Ιωράμ, και τον σκότωσα· αλλά αυτούς ποιος τους σκότωσε; 10 Μάθετε, λοιπόν, ότι κανένας από τους λόγους του Κυρίου εναντίον των απογόνων του Αχαάβ δε θα μείνει ανεκπλήρωτος. Ο Κύριος εκπλήρωσε όλα όσα είχε πει με το δούλο του τον Ηλία». 11 Τότε ο Ιηού σκότωσε όλους όσοι είχαν απομείνει από την οικογένεια του Αχαάβ στην Ιζρεέλ, τους άρχοντές του, τους εμπίστους του και τους ιερείς του. Δε γλίτωσε κανένας.
12 Έπειτα ο Ιηού ξεκίνησε να πάει στη Σαμάρεια. Ενώ βρισκόταν στο δρόμο προς τη Βαιθ-Ακάδ, 13 συνάντησε τους συγγενείς του Οχοζία, βασιλιά του Ιούδα, και τους ρώτησε: «Ποιοι είστε εσείς;» Εκείνοι απάντησαν: «Είμαστε συγγενείς του Οχοζία, και κατεβαίνουμε να χαιρετίσουμε τους συγγενείς του βασιλιά και τους γιους της βασιλομήτορος». 14 Τότε ο Ιηού διέταξε: «Πιάστε τους ζωντανούς». Τους συνέλαβαν όλους και τους έσφαξαν στο λάκκο της Βαιθ-Ακάδ, σαράντα δύο άτομα. Δε γλίτωσε κανένας.
15 Όταν έφυγαν από ’κει, ο Ιηού συνάντησε τον Ιωναδάβ, γιο του Ρηχάβ,Για τον Ιωναδάβ και τους απογόνους του, τους Ρηχαβίτες, βλ. Ιερ κεφ. 35. που ερχόταν για να τον συναντήσει. Ο Ιηού τον χαιρέτησε και του είπε: «Μου έχεις εμπιστοσύνη όπως σου έχω εγώ;» Ο Ιωναδάβ είπε: «Ναι». Τότε ο Ιηού απάντησε: «Αν είναι έτσι, δώσε μου το χέρι σου». Και τον ανέβασε στην άμαξά του, μαζί του. 16 «Έλα μαζί μου», του είπε, «και θα δεις το ζήλο μου για τον Κύριο».
17 Μόλις έφτασαν στη Σαμάρεια, ο Ιηού θανάτωσε όλους όσοι είχαν απομείνει από τους απογόνους του Αχαάβ στη Σαμάρεια. Τους εξολόθρευσε, σύμφωνα με το λόγο που ο Κύριος είχε ανακοινώσει στον προφήτη Ηλία.
Ο Ιηού καταργεί τη λατρεία του Βάαλ
18 Ο Ιηού συγκέντρωσε όλο το λαό της Σαμάρειας και τους είπε: «Ο Αχαάβ λάτρεψε το Βάαλ σε μικρό βαθμό· ο Ιηού θα τον λατρέψει πολύ περισσότερο! 19 Συγκεντρώστε μου εδώ όλους τους προφήτες του Βάαλ, τους λατρευτές του και τους ιερείς του. Κανείς να μη λείψει, γιατί θέλω να προσφέρω πολύ μεγάλη θυσία στο Βάαλ· όποιος λείψει, θα πεθάνει». Βέβαια, ο Ιηού το έκανε αυτό με πονηριά, για να εξοντώσει τους πιστούς του Βάαλ. 20 Είπε ακόμα ο Ιηού: «Προκηρύξτε πανηγυρική συγκέντρωση προς τιμήν του Βάαλ». Έτσι κι έκαναν. 21 Έτσι ο Ιηού έστειλε σ’ όλο το βασίλειο του Ισραήλ και σύναξε τους πιστούς του Βάαλ. Δεν έμεινε κανείς που να μην πάει. Μπήκαν όλοι στο ναό του Βάαλ, κι ο ναός γέμισε από τη μια άκρη ως την άλλη.
22 Τότε πρόσταξε τον ιματιοφύλακα: «Βγάλε στολές για όλους τους λατρευτές του Βάαλ». Αυτός έβγαλε στολές για όλους. 23 Μπήκε, λοιπόν, ο Ιηού μαζί με τον Ιωναδάβ, γιο του Ρηχάβ, μέσα στο ναό και είπε στους πιστούς του Βάαλ: «Κοιτάξτε δίπλα σας και βεβαιωθείτε ότι δεν είναι εδώ κανένας από τους πιστούς του Κυρίου, παρά μόνον οι πιστοί του Βάαλ».
24 Έπειτα ο Ιηού κι ο Ιωναδάβ πλησίασαν να προσφέρουν θυσίες και ολοκαυτώματα. Ο Ιηού όμως, είχε βάλει έξω ογδόντα άντρες και τους είχε πει: «Σας βάζω εδώ να επιβλέπετε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Όποιος από σας αφήσει να ξεφύγει έστω κι ένας ζωντανός θα το πληρώσει με τη ζωή του». 25 Αφού πρόσφερε ολοκαύτωμα, ο Ιηού πρόσταξε τους φρουρούς και τους υπασπιστές του: «Πηγαίνετε τώρα μέσα και σκοτώστε τους όλους. Να μην ξεφύγει κανείς!» Τότε εκείνοι τους κατέσφαξαν και πέταξαν τα πτώματά τους έξω από το ναό του Βάαλ. Μετά μπήκαν στο εσωτερικό δωμάτιο του ναού, 26 έβγαλαν έξω την ξύλινη λατρευτική στήλη και την έκαψαν. 27 Γκρέμισαν επίσης την πέτρινη λατρευτική στήλη του Βάαλ και κατέστρεψαν το ναό· τον μετέτρεψαν σε δημόσιο αποχωρητήριο, κι έτσι λειτουργεί μέχρι σήμερα.
28 Έτσι ο Ιηού ξερίζωσε τη λατρεία του Βάαλ από τον Ισραήλ. 29 Παρ’ όλα αυτά, ο Ιηού δεν απαρνήθηκε τις αμαρτίες του Ιεροβοάμ, γιου του Ναβάτ, ο οποίος είχε παρασύρει τον Ισραήλ να αμαρτήσει, όταν λάτρεψε τα χρυσά μοσχάρια που έστησε στη Βαιθήλ και στη Δαν.
Τελευταίες πληροφορίες για τον Ιηού
30 Τότε ο Κύριος είπε στον Ιηού: «Επειδή έπραξες αυτό που εγώ θεωρώ σωστό κι εκπλήρωσες όλες τις επιθυμίες μου εναντίον των απογόνων του Αχαάβ, οι απόγονοί σου, θα σε διαδέχονται στο θρόνο του Ισραήλ ως την τέταρτη γενιά». 31 Ο Ιηού, όμως, δε φρόντισε να εφαρμόσει με όλη την καρδιά του το νόμο του Κυρίου, του Θεού του Ισραήλ, και δεν απαρνήθηκε τις αμαρτίες του Ιεροβοάμ, ο οποίος είχε παρασύρει τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
32 Εκείνη την εποχή, ο Κύριος άρχισε να αφαιρεί εδάφη από το βασίλειο του Ισραήλ. Ο Αζαήλ, βασιλιάς της Συρίας, νίκησε τους Ισραηλίτες παντού στη χώρα τους. 33 Χάθηκαν όλες οι περιοχές ανατολικά του Ιορδάνη και νότια ως την πόλη Αροήρ, πάνω από τον ποταμό Αρνών, γνωστές ως χώρες της Γαλαάδ και της Βασάν, τις οποίες κατείχαν οι φυλές Ρουβήν, Γαδ και Μανασσή.
34 Η υπόλοιπη ιστορία του Ιηού, η δράση του και τα ανδραγαθήματά του, είναι όλα καταχωρισμένα στο Βιβλίο των Χρονικών των βασιλιάδων του Ισραήλ. 35 Ο Ιηού πέθανε κι ενταφιάστηκε στη Σαμάρεια. Στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του ο Ιωάχαζ. 36 Ο Ιηού βασίλεψε στον Ισραήλ, στη Σαμάρεια, είκοσι οκτώ χρόνια.