Ο Ιωάβ προετοιμάζει την επιστροφή του Αβεσσαλώμ
1 Ο Ιωάβ, γιος της Σερουΐας, κατάλαβε ότι ο νους του βασιλιά δεν έφευγε από τον Αβεσσαλώμ. 2 Έτσι έστειλε κι έφερε από την Τεκωά μια έξυπνη γυναίκα και της είπε: «Κάνε ότι πενθείς· φόρεσε πένθιμα ρούχα, μην αλειφτείς με αρωματικό λάδι και προσποιήσου τη γυναίκα που πενθεί από καιρό έναν νεκρό. 3 Πήγαινε στο βασιλιά και πες του αυτά που θα σου πω». Κι ο Ιωάβ της είπε τι να πει.
4 Η γυναίκα ήρθε στο βασιλιά, έσκυψε το πρόσωπό της στη γη, προσκύνησε και είπε: «Βοήθησέ με, βασιλιά». 5 Ο βασιλιάς τη ρώτησε: «Τι σου συμβαίνει;» Εκείνη απάντησε: «Αλίμονο, είμαι χήρα! Ο άντρας μου έχει πεθάνει. 6 Εγώ, η δούλη σου, είχα δύο γιους. Κάποια μέρα φιλονίκησαν μεταξύ τους στο χωράφι αλλά δεν ήταν εκεί κανείς να τους χωρίσει· έτσι ο ένας χτύπησε τον άλλο και τον σκότωσε. 7 Τότε ξεσηκώθηκαν όλοι οι συγγενείς ενάντια σ’ εμένα, τη δούλη σου, και απαιτούσαν να τους παραδώσω το φονιά για να τον σκοτώσουν και να πάρουν εκδίκηση για το θάνατο του αδερφού του. Αλλά έτσι εγώ μένω χωρίς γιο και χωρίς κληρονόμο. Προσπαθούν να σβήσουν και την τελευταία ελπίδα που μου απέμεινε, και να μην αφήσουν στον άντρα μου έναν απόγονο με τ’ όνομά του στη χώρα». 8 Ο βασιλιάς απάντησε στη γυναίκα: «Πήγαινε στο σπίτι σου κι εγώ θα δώσω διαταγή σχετικά με την υπόθεσή σου».
9 Η γυναίκα της Τεκωά είπε στο βασιλιά: «Κύριέ μου, βασιλιά, ό,τι και να κάνεις, εγώ κι η οικογένεια του πατέρα μου θα υποστούμε τις συνέπειες, πάνω μας θα πέσει η τιμωρία. Εσύ κι ο θρόνος σου δε θα ’χουν τίποτε να φοβηθούν». 10 «Αν κάποιος μιλήσει εναντίον σου», είπε ο βασιλιάς, «φέρε μού τον εδώ και δε θα σε ξαναπειράξει». 11 «Δώσε μου λοιπόν υπόσχεση, βασιλιά», είπε εκείνη, «στο όνομα του Κυρίου του Θεού σου, ότι δε θ’ αφήσεις τον εκδικητή του φόνου που διέπραξε ο γιος μου να κάνει μεγαλύτερο κακό, σκοτώνοντας και τον άλλο μου το γιο». Τότε ο βασιλιάς τής ορκίστηκε: «Μα τον αληθινό Θεό, ούτε μία τρίχα από το κεφάλι του γιου σου δε θα πειραχτεί».
12 Η γυναίκα είπε πάλι: «Ας πω, σε παρακαλώ, εγώ η δούλη σου στον κύριό μου, το βασιλιά, ένα λόγο ακόμα». «Μίλησε», της είπε ο βασιλιάς. 13 Τότε η γυναίκα είπε: «Γιατί, λοιπόν, σχεδιάζεις μια παρόμοια ενέργεια ενάντια στο λαό του Θεού; Όπως μίλησες, βασιλιά, αποδεικνύεσαι ένοχος, αφού δεν φέρνεις πίσω τον Αβεσσαλώμ, που τον κρατάς εξόριστο. 14 Όλοι μας, βέβαια, θα πεθάνουμε μια μέρα· θα γίνουμε σαν το νερό που χύνεται στη γη και κανένας δεν μπορεί να το ξαναμαζέψει. Ούτε ο Θεός φέρνει πίσω τους νεκρούς. Αλλά ένας βασιλιάς μπορεί να βρει τρόπο να φέρει πίσω απ’ την εξορία έναν εξόριστο.Το εβρ. στο στ. 14 είναι ασαφές και η μετ. αβέβαιη.15 Τώρα αν ήρθα να τα πω όλα αυτά σ’ εσένα, κύριέ μου, βασιλιά, είναι γιατί με φόβισε ο λαός. Σκέφτηκα, η δούλη σου, να σου μιλήσω· ίσως εκπληρώσεις την παράκλησή μου. 16 Εσύ, βασιλιά, ασφαλώς θ’ ακούσεις και θα γλιτώσεις τη δούλη σου από έναν άνθρωπο που ζητάει να εξοντώσει εμένα και τον γιο μου, από το λαό αυτό, που ανήκει στο Θεό. 17 Λοιπόν, η δούλη σου, σκέφτηκα ότι ο λόγος σου, κύριέ μου βασιλιά, θα ειρηνεύσει τα πράγματα, γιατί, εσύ είσαι σαν ένας άγγελος του Θεού: ξέρεις να διακρίνεις το καλό από το κακό. Ο Κύριος, ο Θεός σου, ας είναι μαζί σου».
18 Τότε ο βασιλιάς είπε στη γυναίκα: «Θα σε ρωτήσω κάτι και μη μου κρύψεις τίποτα». Η γυναίκα απάντησε: «Ας μιλήσει ο κύριός μου, ο βασιλιάς». 19 «Ο Ιωάβ δε σ’ έβαλε να μου τα πεις όλα αυτά;» ρώτησε ο βασιλιάς. Η γυναίκα αποκρίθηκε: «Ο κύριός μου, ο βασιλιάς, δεν έπεσε καθόλου έξω. Και βέβαια ο δούλος σου ο Ιωάβ με διέταξε να σου τα πω όλα αυτά. 20 Και το ’κανε αυτό για να δώσει άλλη τροπή στην υπόθεση. Αλλά εσύ, κύριέ μου είσαι σοφός σαν άγγελος του Θεού, και μπορείς να καταλαβαίνεις όλα όσα συμβαίνουν στη γη».
21 Ο βασιλιάς είπε στον Ιωάβ: «Ορίστε, λοιπόν, η υπόθεση τακτοποιήθηκε όπως ήθελες: Πήγαινε και φέρε πίσω τον νεαρό Αβεσσαλώμ». 22 Τότε ο Ιωάβ έπεσε με το πρόσωπο στη γη, προσκύνησε κι ευχαρίστησε το βασιλιά μ’ αυτά τα λόγια: «Σήμερα εγώ ο δούλος σου κατάλαβα ότι έχω την εύνοιά σου, κύριέ μου βασιλιά, αφού εκπλήρωσες την παράκληση του δούλου σου».
23 Μετά σηκώθηκε και πήγε στη Γεσούρ κι έφερε από ’κει τον Αβεσσαλώμ στην Ιερουσαλήμ. 24 Ο βασιλιάς είπε: «Ας γυρίσει στο σπίτι του. Αλλά εμένα δε θα με δει». Έτσι ο Αβεσσαλώμ γύρισε στο σπίτι του, χωρίς να δει το βασιλιά.
Συμφιλίωση Δαβίδ και Αβεσσαλώμ
25 Σ’ όλον τον Ισραήλ δεν υπήρχε σαν τον Αβεσσαλώμ άνθρωπος που να εγκωμιάζεται τόσο πολύ για την ομορφιά του. Από τα νύχια ως την κορυφή δεν είχε κανένα ψεγάδι. 26 Στο τέλος κάθε χρόνου κούρευε το κεφάλι του, γιατί τον βάραιναν τα μαλλιά του. Τα ζύγιζαν και ήταν διακόσιοι σίκλοι, με βάση το κανονικό βασιλικό ζύγι. 27 Ο Αβεσσαλώμ απέκτησε τρεις γιους και μία κόρη, που ονομαζόταν Ταμάρ και ήταν πολύ ωραία γυναίκα.
28 Ο Αβεσσαλώμ έμεινε στην Ιερουσαλήμ δύο ολόκληρα χρόνια χωρίς να δει το βασιλιά. 29 Μια μέρα κάλεσε τον Ιωάβ να τον στείλει στο βασιλιά, αλλά ο Ιωάβ δε θέλησε να ’ρθει στον Αβεσσαλώμ. Τον κάλεσε και δεύτερη φορά, αλλά και πάλι δε θέλησε να ’ρθει. 30 Τότε διάταξε τους υπηρέτες του: «Το χωράφι του Ιωάβ είναι κοντά στο δικό μου κι είναι σπαρμένο κριθάρι. Πηγαίνετε και βάλτε του φωτιά». Έτσι οι υπηρέτες του Αβεσσαλώμ έβαλαν φωτιά στο χωράφι του Ιωάβ.
31 Τότε ο Ιωάβ πήγε στο σπίτι του Αβεσσαλώμ και του ζήτησε το λόγο: «Γιατί οι υπηρέτες σου έβαλαν φωτιά στο χωράφι μου;» 32 Ο Αβεσσαλώμ του απάντησε: «Επειδή σου ζήτησα να ’ρθεις εδώ και δεν ήρθες. Ήθελα να σε στείλω στο βασιλιά, να του πεις εκ μέρους μου: "γιατί μ’ έφερες από τη Γεσούρ; Ήταν προτιμότερο για μένα να είχα μείνει εκεί". Τώρα, λοιπόν, θέλω να γίνω δεκτός από το βασιλιά. Και αν είμαι ένοχος, ας με σκοτώσει».
33 Ο Ιωάβ παρουσιάστηκε στο βασιλιά και του ανέφερε τα καθέκαστα. Ο βασιλιάς κάλεσε τον Αβεσσαλώμ κι εκείνος παρουσιάστηκε μπροστά του κι έπεσε με το πρόσωπο στη γη και τον προσκύνησε. Κι ο βασιλιάς φίλησε τον Αβεσσαλώμ.
约押设计安排押沙龙回来
1 洗鲁雅的儿子约押知道王的心想念押沙龙,2 就派人到提哥亚去,从那里带了一位聪明的妇人来,对她说:"你要假装居丧的,穿上丧服,不要用油膏抹身体。要装成一个为死者居丧很久的妇人。3 然后进去见王,对他这样这样说。"于是约押把要说的话教了她。
4 提哥亚妇人进去见王,俯伏在地,叩拜他,说:"王啊!求你帮助我。"5 王问她:"你有甚么事呢?"她回答:"我实在是个寡妇,我的丈夫死了。6 婢女有两个儿子;有一天,他们两人在田里打架,当时没有人劝开他们,这个就击打那个,竟把他打死了。7 看哪!现在全家族的人都起来攻击婢女,说:‘你要把那击杀他兄弟的凶手交出来,好让我们把他处死,以偿他兄弟的命,也可以灭绝那继承产业的。’这样他们要使我所剩下的炭火也都熄灭了,不让我丈夫在这世上留下名字,或留下后代。"
8 王对那妇人说:"你回家去吧!我必为你下令办这件事。"9 提哥亚妇人又对王说:"我主我王,愿这罪归于我和我父的家;愿王和王的王位与这罪无关。"10 王说:"对你说这事的,你就把他带到我这里来,他必不会再打扰你了。"11 妇人说:"愿王记念耶和华你的 神,不许报血仇的人多行杀戮,免得他们灭绝我的儿子。"王说:"我指着永活的耶和华起誓,你的儿子连一根头发也不会落在地上。"
12 那妇人又说:"请允许婢女对我主我王再说一句话。"王说:"你说吧。"13 妇人说:"你为甚么想出这样的事来陷害 神的子民呢?王说了这话,如果不让自己逃亡的人回来,就是个有罪的人了。14 我们都是必死的,像水泼在地上不能收回来一样;但 神并不取去人的命,反而设法使逃亡的人不致永远离开他逃亡。15 现在我来对我主我王说这话,是因为众民使我害怕,所以婢女想:‘现在我要对王说,也许王会成全婢女所求的。’16 人要把我和我的儿子从 神的产业上一同消灭,也许王会垂听,会把婢女从那人的手下救出来。17 婢女又想:‘我主我王的话必能使我得安慰,因为我主我王像 神的使者一样,能分辨是非。愿耶和华你的 神与你同在。’"
18 王对那妇人说:"我要问你一句话,请你不要瞒我。"妇人回答:"我主我王,请说!"19 王问:"这一切都是约押一手安排的吗?"妇人回答:"我指着我主我王起誓,王所说的丝毫不差。这正是王的仆人约押吩咐我的,这一切话也都是他教婢女说的。20 王的仆人约押这样作,为要挽回这件事。我主有智慧,像 神使者的智慧一样,能知道世上的一切事。"
21 王对约押说:"看哪!这事我已经同意了。你去把那年轻人押沙龙带回来吧!"22 约押就面伏于地,叩拜王,为王祝福;又说:"今天你仆人知道在我主我王眼前蒙了恩宠,因为王成全了你仆人所求的。"23 于是约押起来,往基述去,把押沙龙带回耶路撒冷。24 王说:"让他回自己的家里去,不要见王的面。"押沙龙就转回自己的家里去,没有见王的面。
押沙龙的仪表及其子女
25 在全以色列中,没有一个人像押沙龙那样英俊,得人称赞,从脚底到头顶,都没有一点缺陷。26 他每年年底剪发一次,因为他头上的头发太厚,所以把它剪下来;他把头发剪下来以后,总是把头发称一称;按照王的法码重约两公斤。27 押沙龙生了三个儿子,一个女儿。女儿名叫他玛,是个容貌美丽的女子。
大卫召见押沙龙和好如初
28 押沙龙在耶路撒冷住了两年,都没有见王的面。29 押沙龙派人去叫约押来,要托他去见王,约押却不肯来见他。他第二次再派人去叫他,他还是不肯来。30 于是押沙龙对仆人说:"你们看,约押的一块田和我相邻,田里有大麦。你们去放火烧田!"押沙龙的仆人就放火把那块田烧了。31 于是约押起来,到了押沙龙的家,问他:"你的仆人为甚么放火烧了我那块田呢?"32 押沙龙回答约押:"看哪,我派人去见你,说:‘请你到这里来,我要托你去见王,替我说:"我为甚么从基述回来呢?我若是还留在那边,会觉得更好。"’现在,我要见王的面,如果我有罪,任由他把我杀死好了。"33 于是约押进去见王,把这事告诉了他,王就召见押沙龙。押沙龙进去见王,在王面前脸伏在地拜他,王就与押沙龙亲吻。