1 Τότε ο βασιλιάς ταράχτηκε.Σε ορισμένες μετ. οι στ. 19:1-44 αριθμούνται ως 18:33–19:43. Ανέβηκε στο δωμάτιο πάνω από την πύλη κι έκλαιγε. Βημάτιζε κι έλεγε: «Γιε μου Αβεσσαλώμ! Γιε μου, γιε μου Αβεσσαλώμ! Μακάρι να είχα σκοτωθεί εγώ αντί για σένα, Αβεσσαλώμ, γιε μου, γιε μου!»
Ο Ιωάβ επιτιμάει το Δαβίδ
2 Ήρθαν κι έφεραν την είδηση στον Ιωάβ ότι ο βασιλιάς κλαίει και πενθεί για τον Αβεσσαλώμ. 3 Εκείνη την ημέρα η νίκη είχε μεταβληθεί σε πένθος σ’ όλον το λαό, γιατί όλοι άκουγαν να λέγεται ότι ο βασιλιάς ήταν καταλυπημένος για το γιο του. 4 Την ίδια μέρα ο στρατός μπήκε στην πόλη κρυφά, σαν ντροπιασμένος που είχε εγκαταλείψει τη μάχη.
5 Ο βασιλιάς είχε το πρόσωπό του σκεπασμένο και συνέχιζε να φωνάζει: «Γιε μου, Αβεσσαλώμ! Αβεσσαλώμ, γιε μου, γιε μου!» 6 Ο Ιωάβ μπήκε στον κοιτώνα του βασιλιά και του είπε: «Σήμερα ντρόπιασες όλους τους στρατιώτες σου, που έσωσαν τη ζωή σου και τη ζωή των γιων σου, των θυγατέρων σου, των γυναικών σου και των παλλακίδων σου. 7 Αγαπάς εκείνους που σε μισούν και μισείς εκείνους που σ’ αγαπούν. Σήμερα απέδειξες ότι δεν εκτιμάς ούτε το στρατό σου ούτε τους αρχηγούς του. Τώρα καταλαβαίνω πως αν ο Αβεσσαλώμ ήταν ζωντανός και όλοι εμείς νεκροί, αυτό θα σ’ ευχαριστούσε. 8 Τώρα λοιπόν σήκω, βγες και μίλησε φιλικά στους στρατιώτες σου. Ορκίζομαι στον Κύριο ότι αν δε βγεις, κανείς δε θα μείνει αυτή τη νύχτα μαζί σου· και το κακό που θα πάθεις θα είναι μεγαλύτερο απ’ όλες τις συμφορές που σ’ έχουν βρεί, από τα νιάτα σου μέχρι σήμερα».
Ο Δαβίδ επιστρέφει στην Ιερουσαλήμ
9 Τότε σηκώθηκε ο βασιλιάς και κάθισε στην πύλη της πόλης. Όταν αναγγέλθηκε στο στρατό ότι ο βασιλιάς καθόταν στην πύλη, συγκεντρώθηκαν όλοι οι στρατιώτες μπροστά στον βασιλιά. Στο μεταξύ οι Ισραηλίτες, οι στρατιώτες του Αβεσσαλώμ, είχαν φύγει και είχαν γυρίσει καθένας στο σπίτι του. 10 Σ’ όλες τις φυλές του Ισραήλ γίνονταν έντονες συζητήσεις ανάμεσα στο λαό: «Ο βασιλιάς μάς έσωσε από τους εχθρούς μας», έλεγαν. «Αυτός μας ελευθέρωσε από τους Φιλισταίους. Και τώρα έφυγε από τη χώρα εξαιτίας του Αβεσσαλώμ. 11 Ο Αβεσσαλώμ, όμως, που τον χρίσαμε βασιλιά μας, σκοτώθηκε στη μάχη. Τώρα, λοιπόν, τι περιμένουμε και δε φροντίζουμε να ξαναφέρουμε το βασιλιά Δαβίδ;»το βασιλιά Δαβίδ, κατά τους Ο΄. Το εβρ. προσθέτει «στο ανάκτορό του».
12 Αυτά που έλεγαν οι Ισραηλίτες, έφτασαν και στο βασιλιά Δαβίδ. Έστειλε μήνυμα, λοιπόν, στο Σαδώκ και στον Αβιάθαρ, τους ιερείς, να πουν στους πρεσβυτέρους της φυλής Ιούδα: «Γιατί καθυστερείτε να ξαναφέρετε το βασιλιά στο ανάκτορό του; 13 Εσείς είσαστε αδέρφια μου, σάρκα μου και αίμα μου. Γιατί να μείνετε οι τελευταίοι που θα ξαναφέρετε το βασιλιά;» 14 Και στον Αμασά διέταξε να πουν: «Εσύ είσαι αίμα μου και σάρκα μου. Να με θανατώσει ο Κύριος, αν δεν γίνεις ισόβιος αρχιστράτηγός μου, στη θέση του Ιωάβ».
15 Τα λόγια του Δαβίδ λύγισαν την καρδιά όλων των αντρών της φυλής Ιούδα. Με ομόφωνη συμφωνία έστειλαν μήνυμα στο βασιλιά: «Γύρισε», του έλεγαν, «μαζί με όλους τους ανθρώπους σου».
16 Ο βασιλιάς πήρε το δρόμο του γυρισμού κι έφτασε στον Ιορδάνη. Οι άντρες της φυλής Ιούδα ήρθαν στα Γάλγαλα για να τον προϋπαντήσουν και να τον βοηθήσουν να περάσει το ποτάμι. 17 Τότε έτρεξε κι ο Σιμεΐ, γιος του Γερά, ο Βενιαμινίτης, που καταγόταν από τη Βαχουρίμ και βιάστηκε να πάει με τους άντρες της φυλής Ιούδα για να προϋπαντήσει το βασιλιά Δαβίδ. 18 Μαζί του ήταν και χίλιοι Βενιαμινίτες και ο Σιβά, ο υπηρέτης της οικογένειας του Σαούλ, με τους δεκαπέντε γιους του και τους είκοσι υπηρέτες του. Ήρθαν κι αυτοί στον Ιορδάνη να προϋπαντήσουν το βασιλιά. 19 Όλοι αυτοί διαβήκαν το πέρασμα του ποταμού, για να μεταφέρουν την οικογένεια του βασιλιά και να εκτελέσουν τυχόν προσταγές του.
Ο Δαβίδ δείχνει έλεος στο Σιμεΐ
Ενώ ο βασιλιάς περνούσε τον Ιορδάνη, ο Σιμεΐ, γιος του Γερά, έπεσε μπροστά του. 20 «Μη μου λογαριάσεις, κύριέ μου βασιλιά, την αμαρτία μου!» του είπε. «Ξέχνα το κακό που σου ’κανα εγώ, ο δούλος σου, την ημέρα που έβγαινες από την Ιερουσαλήμ· μην το σκέφτεσαι πια βασιλιά μου. 21 Ο δούλος σου αναγνωρίζω ότι αμάρτησα. Και να, σήμερα ήρθα πρώτος απ’ όλες τις φυλές του Ιωσήφ για να σε συναντήσω κύριέ μου, βασιλιά».
22 Τότε ο Αβισάι, γιος της Σερουΐας πήρε το λόγο και είπε: «Πρέπει να πεθάνει ο Σιμεΐ, γιατί καταράστηκε τον εκλεκτό του Κυρίου». 23 Αλλά ο Δαβίδ είπε στον Αβισάι και στον αδερφό του τον Ιωάβ: «Τι σχέση έχετε εσείς μ’ εμένα, γιοι της Σερουΐας, και μ’ ενοχλείτε σήμερα; Κανείς δεν πρέπει να σκοτωθεί στον Ισραήλ σήμερα που αποκτώ τη βεβαιότητα ότι είμαι πραγματικά ο βασιλιάς αυτού του λαού». 24 Μετά γύρισε και είπε στο Σιμεΐ: «Δε θα πεθάνεις». Και του το υποσχέθηκε με όρκο.
Ο Δαβίδ δείχνει έλεος στο Μεμφιβοσθέ
25,26 Ο Μεμφιβοσθέ, εγγονός του Σαούλ, ήρθε κι αυτός από την Ιερουσαλήμ για να προϋπαντήσει το βασιλιά. Δεν είχε πλύνει τα πόδια του, ούτε είχε περιποιηθεί τα γένεια του, ούτε είχε πλύνει τα ρούχα του από την ημέρα που είχε φύγει ο βασιλιάς ως εκείνη την ημέρα που γύριζε νικητής. Όταν τον είδε ο βασιλιάς του είπε: «Γιατί δεν ήρθες μαζί μου, Μεμφιβοσθέ;»
27 Εκείνος απάντησε: «Κύριέ μου βασιλιά, ο υπηρέτης μου με εξαπάτησε. Εγώ, ο δούλος σου, του είχα πει να σαμαρώσει το γαϊδούρι για μένα, για να ανέβω πάνω του και να έρθω μαζί σου, επειδή είμαι ανάπηρος στα πόδια. 28 Αλλά αυτός με συκοφάντησε σ’ εσένα, κύριέ μου βασιλιά. Όμως εσύ είσαι σαν άγγελος του Θεού. Κάνε λοιπόν όπως νομίζεις, ό,τι σου φαίνεται καλό. 29 Όλη η οικογένεια του πατέρα μου ήταν άνθρωποι άξιοι θανάτου μπροστά σου, κύριέ μου βασιλιά. Εσύ όμως έβαλες το δούλο σου ανάμεσα σ’ αυτούς που έτρωγαν στο τραπέζι σου. Τι άλλο δικαίωμα μπορώ να έχω ακόμα; Και τι άλλη χάρη να ζητήσω από σένα, βασιλιά;»
30 Ο βασιλιάς απάντησε: «Τι χρειάζονται όλ’ αυτά τα λόγια; Είπα: εσύ και ο Σιβά θα μοιραστείτε τα χωράφια του Σαούλ». 31 Τότε ο Μεμφιβοσθέ αποκρίθηκε στο βασιλιά: «Ας τα πάρει όλα ο Σιβά! Φτάνει εσύ, κύριέ μου βασιλιά, να γυρίσεις στο ανάκτορό σου σώος και αβλαβής!»
Ο Δαβίδ προσφέρεται να ευεργετήσει το Βαρζιλλαΐ
32 Ο Βαρζιλλαΐ, ο Γαλααδίτης, κατέβηκε από την Ρωγελίμ και πέρασε με το βασιλιά τον Ιορδάνη, για να τον αποχαιρετήσει εκεί. 33 Ήταν πολύ ηλικιωμένος, ογδόντα χρόνων. Αυτός φρόντιζε για το φαγητό του βασιλιά όταν κατοικούσε στη Μαχαναΐμ, γιατί ήταν πολύ πλούσιος άνθρωπος. 34 Ο βασιλιάς τού είπε: «Έλα μαζί μου, Βαρζιλλαΐ, κι εγώ θα φροντίζω για το φαγητό σου, όσο θα είσαι μαζί μου στην Ιερουσαλήμ».
35 Εκείνος όμως απάντησε στο βασιλιά: «Πόσα χρόνια ζωής έχω ακόμα για ν’ ανέβω μαζί σου, βασιλιά μου, στην Ιερουσαλήμ; 36 Σήμερα εγώ, ο δούλος σου, είμαι ογδόντα χρονών. Δεν μπορώ πια να απολαύσω τις ομορφιές της ζωής. Δεν μπορώ να καταλάβω τη γεύση αυτών που τρώω και πίνω. Δεν μπορώ πια ν’ ακούω και να χαίρομαι τους τραγουδιστές και τις τραγουδίστριες. Γιατί να σου γίνω βάρος, κύριέ μου, βασιλιά; 37 Μόλις που μπορώ να σε συνοδεύσω για λίγο στο πέρασμα του Ιορδάνη. Γιατί να μου κάνεις, βασιλιά μου, μια τέτοια ανταπόδοση; 38 Επίτρεψέ μου, λοιπόν, να γυρίσω και να πεθάνω στην πόλη μου, κοντά στον τάφο των γονέων μου. Είν’ εδώ, όμως, ο δούλος μου ο Χιμάμ· ας έρθει αυτός μαζί σου, κύριέ μου βασιλιά, και κάνε γι’ αυτόν ό,τι σου φαίνεται καλό».
39 Ο βασιλιάς είπε: «Ας έρθει μαζί μου ο Χιμάμ, κι εγώ θα κάνω γι’ αυτόν ό,τι μου ζητήσεις».
40 Πέρασε όλος ο στρατός τον Ιορδάνη· κι όταν ο βασιλιάς πέρασε κι αυτός, φίλησε το Βαρζιλλαΐ και τον ευλόγησε, κι ο Βαρζιλλαΐ γύρισε στο σπίτι του.
Ο Ιούδας και ο Ισραήλ φιλονικούν για το βασιλιά
41 Ο βασιλιάς έφτασε στα Γάλγαλα κι ο Χιμάμ ήταν μαζί του. Όλος ο στρατός του Ιούδα και ο μισός στρατός του Ισραήλ συνόδευαν το βασιλιά.
42 Τότε οι Ισραηλίτες πλησίασαν το βασιλιά και τον ρώτησαν: «Με ποιο δικαίωμα, βασιλιά, σε άρπαξαν οι άντρες της φυλής Ιούδα και σ’ έφεραν, εσένα και την οικογένειά σου, μαζί και το στρατό σου, πέρα από τον Ιορδάνη;»
43 Οι άντρες της φυλής Ιούδα απάντησαν στους Ισραηλίτες: «Ο βασιλιάς συγγενεύει περισσότερο μ’ εμάς. Κι εσείς γιατί οργιστήκατε μ’ αυτή μας την ενέργεια; Μήπως εξαρτηθήκαμε οικονομικά από το βασιλιά ή μήπως μας δωροδόκησε;»
44 Οι Ισραηλίτες αποκρίθηκαν στους άντρες του Ιούδα: «Εμείς έχουμε δέκα φορές περισσότερα δικαιώματα στο βασιλιά από σας», τούς είπαν, «έστω κι αν ο Δαβίδ είναι απ’ τη φυλή σας. Γιατί μας περιφρονείτε; Δεν ήμασταν εμείς οι πρώτοι που προτείναμε να ξαναφέρουμε το βασιλιά μας;» Οι άντρες όμως του Ιούδα απάντησαν με γλώσσα σκληρότερη από κείνη των Ισραηλιτών.Για την αρίθμηση των στ. βλ. υποσ. εις στ. 1.
约押劝谏大卫
1 有人告诉约押:"看哪!王正在为押沙龙悲哀哭泣。"本节在《马索拉文本》为19:22 那一天,众人胜利的欢乐变成了悲哀,因为他们听说王为他的儿子伤痛。3 那一天,众人偷偷进城,就像军人从战场上逃跑,羞愧地偷偷回来一样。4 王蒙着脸,大声哀哭,说:"我儿押沙龙啊!押沙龙,我儿,我儿啊!"5 约押进了屋子去见王,说:"你所有的臣仆今天救了你的性命,和你儿女妻妾的性命,你今天却使他们满面羞愧;6 你爱那些恨你的,恨那些爱你的。因为你今天表明了你不重视将帅和臣仆;我今天才明白,如果押沙龙活着,我们大家都死去,你就欢喜了。7 现在请你起来,出去,说些安慰你仆人们的话。我指着耶和华起誓,如果你不出去,今夜就必没有一人留下来与你在一起。这祸患就比你从幼年到现在所遭受的一切祸患更厉害了。"8 于是王起来,坐在城门口。有人告诉众民说:"看哪!王坐在城门口。"于是众人都来到王的面前。
以色列人已经逃跑,各回自己的家去了。9 以色列众支派的人都纷纷议论,说:"王曾经拯救我们脱离仇敌的手,又救了我们脱离非利士人的手,现在他却躲避押沙龙,离开这地逃走了。10 我们所膏立统治我们的押沙龙,已经在战场上死了。现在你们为甚么不出声请王回来呢?"
大卫回耶路撒冷京城
11 大卫王派人去见撒督祭司和亚比亚他,说:"你们要对犹大的众长老说:‘你们为甚么在请王回宫的事上落在人后头呢?全以色列请王回宫的话已经传到王和王宫那里去了。12 你们是我的兄弟,我的骨肉至亲,为甚么在请王回来的事上,倒落在人后头呢?’13 你们又要对亚玛撒说:‘你不是我的骨肉至亲吗?我若不立你代替约押,在我面前作军队的元帅,愿 神重重地惩罚我,并且加倍严厉地惩罚我。’"14 这样,大卫挽回了犹大众人的心,好象一人的心。于是他们差派人去见王,说:"请你和你的众臣仆都回来!"15 王就回来,到了约旦河。犹大人也来到吉甲,要去迎接王,接王过约旦河。
示每与洗巴出迎
16 巴户琳的便雅悯人,基拉的儿子示每,急忙与犹大人一同下去迎接大卫王。17 与示每同来的有一千便雅悯人,还有扫罗家的仆人洗巴,和他的十五个儿子,以及二十个仆人。他们都冲过约旦河去迎接王。18 有人渡过渡口,把王的家眷接过去,并且照着王的心意去作。大卫过约旦河的时候,基拉的儿子示每俯伏在王面前,19 对王说:"我主我王从耶路撒冷出来的那一天,你仆人所犯的错,现在求我主不要归罪于我,求你不要记念,求王也不要放在心上。20 因为你的仆人知道自己犯了罪,所以你看,在约瑟全家之中,今天我是第一个下来迎接我主我王的。"21 洗鲁雅的儿子亚比筛回答说:"示每咒骂了耶和华的受膏者,岂不该因此把他处死吗?"22 大卫说:"洗鲁雅的儿子们啊,我与你们有甚么关系呢?今天你们竟与我作对!今天在以色列中,岂可有人被处死呢?难道我不知道今天我作以色列的王吗?"23 于是王对示每说:"你一定不会被处死!"王又向他起誓。
米非波设向大卫辩白
24 扫罗的孙子米非波设也下去迎接王。他自从王出走那天,直到王平平安安回来的日子,都没有修脚,没有刮胡子,也没有洗衣服。25 他从耶路撒冷来迎接王的时候,王问他:"米非波设啊,你为甚么没有与我一同离开呢?"26 他回答:"我主我王,你仆人是瘸腿的;那天,我心里想我要预备驴子,可以骑上,与王一同离开,但是我的仆人却欺骗了我,27 又在我主我王面前毁谤你仆人。但我主我王像 神的使者一样,现在,你看怎样好,就怎样行吧!28 因为我祖父全家的人,在我主我王面前都算不得甚么,都不过是该死的人;你却使仆人在你席上与你一同吃饭。我还有甚么权利再向王哀求甚么呢?"29 王就对他说:"你为甚么再提你的事呢?我已经决定,你与洗巴要均分那地。"30 米非波设对王说:"我主我王既然已平平安安回宫,所有的一切就都任凭洗巴拿去好了。"
巴西莱给大卫送行
31 基列人巴西莱也从罗基琳下来,与王一同过约旦河,要在约旦河边给王送行。32 巴西莱年纪非常老迈,已经八十岁。王住在玛哈念的时候,是他供养王的,因为他是一个很富有的人。33 王对巴西莱说:"你与我一同过河去,在耶路撒冷与我同住,我要供养你。"34 巴西莱对王说:"我活着的年日还能有多少,可使我与王一同上耶路撒冷呢?35 我现在已经八十岁了,还能分别美丑吗?你仆人还能尝出吃喝的味道吗?我还能细听男女歌手的声音吗?你仆人为甚么要负累我主我王呢?36 你仆人只不过与王一同过约旦河,王为甚么要这样赏赐我呢?37 请让你仆人回去,好死在我自己的城里,埋葬在我父母的坟墓旁。看哪,你仆人金罕在这里,请让他与我主我王一同过河;你看怎么好,就怎么待他吧!"38 王说:"金罕可以与我一同过河。你看怎么好,我就怎么待他。你向我所要求的,我都必为你成全。"39 于是众人都渡过约旦河,王也渡过了。王与巴西莱亲吻,为他祝福,巴西莱就回自己的地方去了。
犹大人和以色列人的争论
40 王过了河,到了吉甲,金罕也与王一同渡河。所有的犹大人和半数以色列人,也都与王一同渡河。41 以色列众人都来见王,问王说:"我们的兄弟犹大人为甚么把你偷去了,把王和王的家眷接过约旦河呢?属大卫的人不都一样是他的人民吗?"42 犹大众人回答以色列人说:"因为王与我们的关系亲密。你们为甚么因这事而生气呢?我们从王那里得到甚么吃的呢?或是他给了我们甚么礼物呢?"43 以色列人回答犹大人说:"在王的事上,我们有十分的投入。在大卫身上,我们也与大卫比你们更有情分。你们为甚么轻视我们呢?先说要请我们的王回来的,不是我们吗?"但是犹大人的话比以色列人的话更强硬。