Ο Δαβίδ ανακηρύσσεται βασιλιάς του Ιούδα
1 Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα, ρώτησε ο Δαβίδ τον Κύριο: «Να πάω σε μια από τις πόλεις του Ιούδα;» Ο Κύριος του απάντησε: «Πήγαινε». Είπε πάλι ο Δαβίδ: «Πού να πάω;» Και πήρε απάντηση: «Στη Χεβρών». 2 Έτσι πήγε εκεί ο Δαβίδ με τις δυο γυναίκες του, την Αχινοάμ από την Ιζρεέλ και την Αβιγαία, πρώην γυναίκα του Νάβαλ, του Καρμηλίτη. 3 Ο Δαβίδ πήρε μαζί του και τους άντρες του με τις οικογένειές του κι εγκαταστάθηκαν στις πόλεις γύρω από τη Χεβρών. 4 Τότε ήρθαν οι άντρες του Ιούδα και έχρισαν εκεί το Δαβίδ βασιλιά της φυλής Ιούδα.
Όταν έφτασε στο Δαβίδ η είδηση ότι οι κάτοικοι της Ιαβές, στη Γαλαάδ, φρόντισαν κι έθαψαν το Σαούλ, 5 έστειλε σ’ αυτούς αγγελιοφόρους και τους είπε: «Να είστε ευλογημένοι από τον Κύριο, γι’ αυτή την αγάπη που δείξατε στον κύριό σας, το Σαούλ, και τον θάψατε. 6 Μακάρι τώρα ο Κύριος να δείξει σ’ εσάς αγάπη και πιστότητα. Κι εγώ θα σας ανταποδώσω το καλό που κάνατε. 7 Τώρα λοιπόν, πάρτε θάρρος και φανείτε γενναίοι. Πέθανε, βέβαια, ο κύριός σας, ο Σαούλ, αλλά η φυλή Ιούδα, έχρισε εμένα βασιλιά της».
Ο Ισβόσεθ γίνεται βασιλιάς στον Ισραήλ
8 Στο μεταξύ όμως, ο Αβενήρ, γιος του Νηρ και αρχιστράτηγος του Σαούλ, είχε πάρει τον Ισβόσεθ, γιο του Σαούλ, και τον είχε πάει στη Μαχαναΐμ. 9 Εκεί τον ανακήρυξε βασιλιά της Γαλαάδ, των Ασσουριτών, της Ιζρεέλ, της φυλής Εφραΐμ και της φυλής Βενιαμίν, δηλαδή τον ανακήρυξε βασιλιά στον Ισραήλ. 10 Ο Ισβόσεθ ήταν σαράντα χρονών όταν έγινε βασιλιάς στον Ισραήλ, και βασίλεψε δυό χρόνια. Αλλά η φυλή Ιούδα ακολούθησε το Δαβίδ. 11 Σ’ αυτούς ο Δαβίδ βασίλεψε για εφτά χρόνια κι έξι μήνες στη Χεβρών.
Πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Ιούδα
12 Ο Αβενήρ, γιος του Νηρ, και οι αξιωματούχοι του Ισβόσεθ, γιου του Σαούλ, έφυγαν από τη Μαχαναΐμ με κατεύθυνση τη Γαβαών. 13 Ο Ιωάβ, γιος της Σερουΐας, και οι αξιωματούχοι του Δαβίδ πήγαν και τους συνάντησαν στη δεξαμενή της Γαβαών, και παρατάχθηκαν αυτοί από το ένα μέρος της δεξαμενής και οι άλλοι από το άλλο. 14 Ο Αβενήρ είπε στον Ιωάβ: «Προτείνω οι νεότεροι ν’ αναμετρηθούν μπροστά μας σ’ ένα πολεμικό αγώνισμα». Ο Ιωάβ απάντησε: «Ας αναμετρηθούν». 15 Έτσι παρατάχθηκαν δώδεκα άντρες από τη φυλή του Βενιαμίν, για λογαριασμό του Ισβόσεθ και δώδεκα από τους άντρες του Δαβίδ. 16 Ο καθένας έπιασε το κεφάλι του αντιπάλου του και με το ξίφος του διαπέρασε την πλευρά κι έτσι έπεσαν μαζί. Γι’ αυτό ονόμασαν τον τόπο εκείνο στη Γαβαών «Χελκάθ-Ασουρίμ» (Αγρός Αντιπάλων).
17 Εκείνη την ημέρα ξέσπασε σκληρή μάχη και νικήθηκε ο Αβενήρ και οι Ισραηλίτες από τους άντρες του Δαβίδ. 18 Εκεί ήταν και οι τρεις γιοι της Σερουΐας: ο Ιωάβ, ο Αβισάι και ο Ασαήλ. Ο Ασαήλ ήταν γοργοπόδαρος σαν άγρια ελαφίνα. 19 Έτρεξε, λοιπόν, πίσω από τον Αβενήρ να τον καταδιώξει, χωρίς να ξεφεύγει δεξιά ή αριστερά. 20 Ο Αβενήρ κοίταξε πίσω του και είπε: «Εσύ είσαι Ασαήλ;» «Εγώ είμαι», απάντησε εκείνος. 21 Ο Αβενήρ του είπε: «Πήγαινε να κυνηγήσεις κανέναν άλλο! Ψάξε δεξιά ή αριστερά, πιάσε έναν από τους πολεμιστές και πάρ’ του την πανοπλία». Αλλά ο Ασαήλ τον καταδίωκε ασταμάτητα.
22 Ο Αβενήρ του ξαναείπε: «Φύγε από πίσω μου. Αλλιώς θα σε καρφώσω στη γη, και τότε πώς θ’ αντικρύσω τον αδερφό σου τον Ιωάβ;» 23 Αλλά ο Ασαήλ αρνιόταν να φύγει. Τότε ο Αβενήρ τον χτύπησε προς τα πίσω με την αιχμή του δόρατος στην κοιλιά· το δόρυ βγήκε από την πλάτη του κι έπεσε και πέθανε εκεί. Κι όλοι όσοι έφταναν στον τόπο όπου είχε πέσει ο Ασαήλ, σταματούσαν εκεί.
24 Ο Ιωάβ όμως και ο Αβισάι καταδίωξαν τον Αβενήρ. Την ώρα που βασίλευε ο ήλιος, έφτασαν στο λόφο Αμμά, που είναι απέναντι στη Γιά, στο δρόμο της ερήμου της Γαβαών. 25 Οι Βενιαμινίτες παρατάχθηκαν σε πυκνές γραμμές πίσω από τον Αβενήρ, έτσι που σχημάτισαν ένα σώμα και στάθηκαν στην κορυφή ενός λόφου. 26 Τότε φώναξε ο Αβενήρ στον Ιωάβ: «Είναι ανάγκη να πολεμάμε συνέχεια μεταξύ μας;» του είπε. «Δεν ξέρεις ότι στο τέλος μόνο πίκρα θα μείνει; Πότε θα διατάξεις το στρατό σου να σταματήσει την καταδίωξη των αδερφών τους;» 27 Τότε ο Ιωάβ απάντησε: «Μα τον αληθινό Θεό, αν δεν είχες μιλήσει, οι άντρες μου δε θα σταματούσαν την καταδίωξή σας ως το πρωί». 28 Τότε σάλπισε ο Ιωάβ με την σάλπιγγα και όλος ο στρατός στάθηκε· έπαψαν να καταδιώκουν τους Ισραηλίτες και ο πόλεμος μεταξύ τους σταμάτησε.
29 Ο Αβενήρ και οι άντρες του βάδισαν μέσα από την Κοιλάδα του Ιορδάνη όλη εκείνη τη νύχτα, πέρασαν το ποτάμι, διέσχισαν όλη τη χαράδρα κι έφτασαν στη Μαχαναΐμ. 30 Όταν ο Ιωάβ σταμάτησε την καταδίωξη του Αβενήρ, συγκέντρωσε το στρατό, έκανε καταμέτρηση και έλειπαν από τους άντρες του Δαβίδ δεκαεννέα και ο Ασαήλ. 31 Αντίθετα, οι στρατιώτες του Δαβίδ είχαν σκοτώσει τριακόσιους εξήντα άντρες του Αβενήρ και άλλους Βενιαμινίτες. 32 Μετά σήκωσαν το πτώμα του Ασαήλ και το έθαψαν στον τάφο του πατέρα του, στη Βηθλεέμ. Ο Ιωάβ και οι άντρες του βάδισαν όλη τη νύχτα και την αυγή έφτασαν στη Χεβρών.
大卫受膏作犹大王
1 这事以后,大卫求问耶和华说:"我可以上犹大的一座城去吗?"耶和华回答:"你上去吧。"大卫又问:"我应该上到哪里去呢?"他回答:"上希伯仑去!"2 于是大卫带着他的两个妻子,一个是耶斯列人亚希暖,一个是作过迦密人拿八妻子的亚比该,上到那里去了。3 大卫也把与他在一起的人,和他们各人的家眷都带上去。他们就在希伯仑的城镇里住下来。4 于是犹大人来到希伯仑,在那里膏立了大卫作王,统治犹大家。
有人报告大卫说:"埋葬扫罗的是基列.雅比人。"5 大卫就差派使者到基列.雅比人那里去,对他们说:"愿耶和华赐福给你们,因为你们厚待了你们的主扫罗,把他埋葬了。6 你们既作了这事,现在就愿耶和华以慈爱和诚实待你们,我也要善待你们。7 现在你们要坚强,要作勇敢的人,因为你们的主扫罗已经死了;犹大家已经膏立了我作他们的王了。"
伊施波设作以色列王
8 当时,扫罗的元帅尼珥的儿子押尼珥已经领着扫罗的儿子伊施波设,把他带过河到玛哈念去,9 并且立了他作王,统治基列、亚书利、耶斯列、以法莲、便雅悯和以色列众人。10 扫罗的儿子伊施波设作以色列王的时候,已经四十岁;他作王共两年。犹大家却追随大卫。11 大卫在希伯仑作王统治犹大家的时候共有七年零六个月。
以色列家与犹大家之战争
12 尼珥的儿子押尼珥带着扫罗的儿子伊施波设的仆从,离开玛哈念,到基遍去。13 洗鲁雅的儿子约押和大卫的臣仆也出来,在基遍的水池旁边与他们会面。大家都坐下,一队在水池这边,一队在水池那边。14 押尼珥对约押说:"让年轻人起来,在我们面前比比武。"约押说:"好!叫他们起来。"15 他们就起来,按着人数走过去:属便雅悯,就是属扫罗的儿子伊施波设的,有十二人;属大卫臣仆的也有十二人。16 他们各人都紧紧抓住对手的头,用刀刺进对手的肋旁,于是他们全都倒毙。所以在基遍那地方就叫作希利甲.哈素林。17 那天的战事非常激烈,结果押尼珥和以色列人败在大卫的臣仆面前。
18 洗鲁雅的三个儿子约押、亚比筛和亚撒黑都在那里。亚撒黑的腿轻快如野地的羚羊一般。19 亚撒黑追赶押尼珥,紧紧地跟着他,不偏左,也不偏右。20 押尼珥往后瞧着,说:"你是亚撒黑吗?"他回答:"我正是。"21 押尼珥对他说:"你或转左或转右,抓住一个年轻人,夺去他的武器吧!"可是亚撒黑不愿意离开不追赶他。22 押尼珥再一次对亚撒黑说:"你离开,别追赶我!我为甚么要把你砍倒在地上呢?以后怎么还有脸见你的哥哥约押呢?"23 亚撒黑不肯离开,所以押尼珥就用枪的尾端刺入了他的肚子,枪从他的背后穿出。亚撒黑仆倒在那里,当场死了。所有来到亚撒黑倒毙的地方的人,都站住不动。
24 约押和亚比筛却继续追赶押尼珥。日落的时候,他们来到亚玛山,就在通往基遍旷野的路旁,基亚的对面。25 便雅悯人集结在押尼珥后面,站在一座山头上,列成一个队伍。26 押尼珥对约押喊叫,说:"刀剑要不停地杀人吗?你不知道结局是痛苦的吗?你要等到甚么时候才吩咐人民转去,不追赶自己的兄弟呢?"27 约押说:"我指着永活的 神起誓,如果你没有说过比武的话,大家必在早晨的时候离去,不再追赶自己的兄弟。"28 于是约押吹响号角,众人就站住,不再追赶以色列人,也不再打仗了。29 押尼珥和属他的人,整夜走过亚拉巴,渡过约旦河,又走过毕伦,才回到玛哈念。
30 约押追赶押尼珥回来,集合所有人的时候,发现在大卫的臣仆中,除了亚撒黑以外,还少了十九个人。31 但大卫的臣仆击杀便雅悯人和跟随押尼珥的人,共有三百六十人死了。32 他们把亚撒黑抬回去,埋葬在伯利恒他父亲的坟墓里。约押和属他的人走了一整夜,天亮的时候才回到希伯仑。