Θάνατος του Αβεσσαλώμ
1 Ο Δαβίδ επιθεώρησε το στρατό που τον ακολουθούσε, και τοποθέτησε επικεφαλής των αντρών χιλίαρχους κι εκατόνταρχους. 2 Τους χώρισε σε τρία μέρη: Το ένα τρίτο υπό τις διαταγές του Ιωάβ, το άλλο τρίτο υπό τις διαταγές του Αβισάι, γιου της Σερουΐας και αδερφού του Ιωάβ, και το άλλο τρίτο υπό τις διαταγές του Ιτταΐ, του Γαθίτη.
Ο βασιλιάς τούς ανακοίνωσε: «Θα εκστρατεύσω κι εγώ μαζί σας». 3 Αλλά ο στρατός είπε: «Δεν πρέπει να έρθεις μαζί μας. Αν εμείς τραπούμε σε φυγή ή κι αν ακόμα οι μισοί από μας σκοτωθούν, για τους εχθρούς μας είναι αδιάφορο. Εσύ όμως αξίζεις όσο δέκα χιλιάδες από μας! Γι’ αυτό είναι προτιμότερο να μείνεις εδώ, στην πόλη και να είσαι έτοιμος να μας βοηθήσεις».
4 Τότε ο βασιλιάς τούς απάντησε: «Θα κάνω ό,τι εσείς νομίζετε σωστό». Έτσι στάθηκε ο βασιλιάς στο πλάι της πύλης της πόλης, ενώ όλος ο στρατός έβγαινε κατά εκατοντάδες και κατά χιλιάδες. 5 Τέλος, ο βασιλιάς είπε στον Ιωάβ, στον Αβισάι και στον Ιτταΐ: «Χάρη σάς το ζητάω: μην κάνετε κακό στο νεαρό Αβεσσαλώμ». Κι όλος ο στρατός άκουγε το βασιλιά που έδινε αυτή τη διαταγή στους αρχηγούς, σχετικά με τον Αβεσσαλώμ.
6 Ο στρατός του Δαβίδ ξεκίνησε για ν’ αντιμετωπίσει το στρατό του Αβεσσαλώμ. Η μάχη έγινε στο δάσος του Εφραΐμ. 7 Εκεί ο στρατός του Αβεσσαλώμ νικήθηκε από τα στρατεύματα του Δαβίδ κι έπαθε την ημέρα εκείνη μεγάλη καταστροφή, με είκοσι χιλιάδες νεκρούς. 8 Ο πόλεμος επεκτάθηκε σ’ όλη την περιοχή. Την ημέρα εκείνη σκοτώθηκαν περισσότεροι στις κακοτοπιές του δάσους, παρά στη μάχη.
9 Ο Αβεσσαλώμ καβάλα στο μουλάρι του, βρέθηκε συμπτωματικά αντιμέτωπος με τους στρατιώτες του Δαβίδ. Και καθώς το μουλάρι πέρασε κάτω από τα πυκνά κλαδιά μιας μεγάλης βελανιδιάς, τα μαλλιά του Αβεσσαλώμ πιάστηκαν στα κλαδιά και κρεμόταν εκεί μετέωρος, ενώ το μουλάρι έφυγε από κάτω του. 10 Τον είδε κάποιος και το είπε στον Ιωάβ: «Είδα τον Αβεσσαλώμ να κρέμεται απ’ τα κλαδιά μιας βελανιδιάς».
11 Τότε ο Ιωάβ του είπε: «Αφού τον είδες, γιατί δεν τον σκότωσες επί τόπου; Εγώ θα σου έδινα δέκα ασημένιους σίκλους και μία ζώνη». 12 Αλλά ο άνθρωπος του απάντησε: «Κι αν ακόμα μου μετρούσαν στο χέρι χίλιους ασημένιους σίκλους, εγώ δεν θ’ άπλωνα χέρι στο γιο του βασιλιά, γιατί όλοι ακούσαμε το βασιλιά που έδινε τη διαταγή σ’ εσένα, στον Αβισάι και τον Ιτταΐ: "προσέξτε μου το νεαρό Αβεσσαλώμ". 13 Αν παρέβαινα τη διαταγή του βασιλιά και σκότωνα τον Αβεσσαλώμ, ο βασιλιάς θα το μάθαινε, αφού τίποτα δε μένει κρυφό απ’ αυτόν. Και τότε ούτε εσύ ο ίδιος δε θα φρόντιζες να με υπερασπιστείς».
14 Ο Ιωάβ του φώναξε: «Δεν έχω καιρό να χάνω μ’ εσένα». Πήρε τρία ακόντια στα χέρια του και πήγε και τα βύθισε στην καρδιά του Αβεσσαλώμ, ενώ αυτός ήταν ακόμα ζωντανός, κρεμασμένος στη βελανιδιά. 15 Τότε δέκα νέοι, οπλοφόροι του Ιωάβ, περικύκλωσαν τον Αβεσσαλώμ, τον χτύπησαν και τον αποτέλειωσαν.
16 Ο Ιωάβ σήμανε με τη σάλπιγγα το τέλος της μάχης, κι ο στρατός του Δαβίδ σταμάτησε την καταδίωξη των Ισραηλιτών. 17 Πήραν τον Αβεσσαλώμ και τον έριξαν σ’ ένα λάκκο στο δάσος κι έστησαν πάνω του ένα μεγάλο σωρό από λιθάρια. Ύστερα έφυγαν οι Ισραηλίτες, καθένας για το σπίτι του.
18 Όταν ακόμα ζούσε Αβεσσαλώμ, είχε παραγγείλει και έστησαν γι’ αυτόν μια πέτρινη στήλη. Είν’ αυτή που βρίσκεται στην Κοιλάδα του Βασιλιά, γιατί σκεφτόταν ότι δεν είχε γιο για να διατηρήσει τη μνήμη του ονόματός του. Είχε δώσει μάλιστα το όνομά του στη στήλη και ονομάζεται μέχρι σήμερα «Μνημείο του Αβεσσαλώμ».Η Κοιλάδα του Βασιλιά, περιοχή άγνωστη, βρισκόταν πιθανώς στα προάστια της Ιερουσαλήμ. Ο Τύμβος του Αβεσσαλώμ, που τον δείχνουν ακόμη και σήμερα στην Κοιλάδα των Κέδρων, ανεγέρθηκε πολύ αργότερα και είναι άσχετος με το Μνημείο του Αβεσσαλώμ.
Ο Δαβίδ πληροφορείται το θάνατο του Αβεσσαλώμ
19 Τότε ο Αχιμάας, γιος του Σαδώκ, είπε στον Ιωάβ: «Άσε με να τρέξω και ν’ αναγγείλω στο βασιλιά ότι ο Κύριος τον έσωσε απ’ τους εχθρούς του». 20 Ο Ιωάβ όμως του είπε: «Όχι, γιατί σήμερα δε θα είσαι αγγελιοφόρος καλών ειδήσεων. Άλλη μέρα θα πας να μεταφέρεις τα νέα. Όχι όμως σήμερα, γιατί ο γιος του βασιλιά είναι νεκρός». 21 Τότε είπε ο Ιωάβ στον Αιθίοπα δούλο του το Χουσί: «Πήγαινε ν’ αναγγείλεις στο βασιλιά όσα είδες». Ο Χουσί προσκύνησε τον Ιωάβ και έφυγε.
22 Ο Αχιμάας ξαναείπε στον Ιωάβ: «Ό,τι και να συμβεί, άσε με να τρέξω κι εγώ μετά το Χουσί». Αλλά ο Ιωάβ του απάντησε: «Γιατί να τρέξεις, γιε μου; Δεν πρόκειται για καμιά ευχάριστη είδηση, για να πάρεις αμοιβή!» 23 Ο Αχιμάας αποκρίθηκε: «Όπως και να ’χει το πράγμα, θέλω να τρέξω». Κι ο Ιωάβ του είπε: «Καλά πήγαινε». Έτρεξε, λοιπόν, από το δρόμο της κοιλάδας του Ιορδάνη και προσπέρασε το Χουσί.
24 Ο Δαβίδ περίμενε ανάμεσα στις δύο πύλες της πόλεως, την εσωτερική και την εξωτερική. Κάποια στιγμή ανέβηκε ο φρουρός στη στέγη της πύλης, πάνω στο τείχος· κοίταξε πέρα μακριά και είδε έναν άνθρωπο που έτρεχε μόνος του. 25 Αμέσως φώναξε και το ανάγγειλε στο βασιλιά. Ο βασιλιάς είπε: «Αν είναι μόνος του, φέρνει καλές ειδήσεις». Ο αγγελιοφόρος έτρεχε συνεχώς και πλησίαζε. 26 Τότε ο φρουρός είδε κι άλλον ένα να τρέχει και φώναξε προς την πύλη: «Να κι άλλος ένας, που τρέχει κι αυτός μόνος του». Ο βασιλιάς είπε: «Κι αυτός φέρνει καλές ειδήσεις». 27 Ο φρουρός είπε: «Έτσι που τρέχει ο πρώτος, μου φαίνεται πως είναι ο Αχιμάας, ο γιος του Σαδώκ». Και είπε ο βασιλιάς: «Είναι αξιόλογος άνθρωπος· θα φέρνει οπωσδήποτε καλές ειδήσεις».
28 Ο Αχιμάας φτάνοντας φώναξε στο βασιλιά: «Χαίρε!» και τον προσκύνησε με το πρόσωπο στη γη. «Ευλογημένος να ’ναι ο Κύριος, ο Θεός σου», είπε μετά, «που σου παρέδωσε τους ανθρώπους, που επαναστάτησαν εναντίον σου, κύριέ μου, βασιλιά!» 29 Ο βασιλιάς ρώτησε: «Είναι καλά ο νεαρός Αβεσσαλώμ;» Ο Αχιμάας απάντησε: «Όταν ο δούλος σου ο Ιωάβ με έστελνε, παρατήρησα μεγάλη αναστάτωση. Αλλά δεν ξέρω τι έγινε». 30 Ο βασιλιάς τού είπε: «Παραμέρισε και στάσου εδώ κοντά». Και στάθηκε παράμερα.
31 Τότε ακριβώς ήρθε ο Χουσί και είπε στο βασιλιά: «Μια καλή είδηση για σένα, κύριέ μου, βασιλιά! Ο Κύριος σήμερα σου απέδωσε δικαιοσύνη και σε απάλλαξε απ’ όλους εκείνους που είχαν επαναστατήσει εναντίον σου». 32 «Είναι καλά ο νεαρός Αβεσσαλώμ;» ρώτησε ο βασιλιάς το Χουσί. Εκείνος απάντησε: «Μακάρι να καταλήξουν σαν αυτόν το νεαρό οι εχθροί σου κύριέ μου, βασιλιά, κι όλοι όσοι επαναστατούν εναντίον σου με σκοπό να σε βλάψουν».
押沙龙战败
1 大卫数点了跟随他的人,亦立千夫长、百夫长率领他们。2 大卫派遣众人出战:三分之一在约押手下,三分之一在约押的兄弟、洗鲁雅的儿子亚比筛手下,三分之一在迦特人以太手下。大卫对众人说:"我也必与你们一同出战。"3 众人却说:"你不可以出战。因为如果我们逃跑,他们不会把我们放在心上,即使我们死了一半,他们也不会把我们放在心上。因为你一个人抵得上我们一万人;所以你最好还是留在城里,随时支援我们。"4 王对他们说:"你们看怎么好,我就怎样作吧!"于是王站在城门旁边,众人组成百人一队或千人一队出发了。5 王吩咐约押、亚比筛和以太说:"为我的缘故,你们要宽待那年轻人押沙龙。"王为押沙龙吩咐众将领的话,众人都听到了。
6 众人出到田野迎战以色列人;战争发生在以法莲的树林里。7 在那里,以色列人在大卫的臣仆面前被打败了;那天被杀的人很多,共有二万人。8 战事在那里蔓延到全地;那一天,树林所吞灭的比刀剑所吞灭的更多。
押沙龙惨死
9 押沙龙偶然遇上了大卫的臣仆。那时押沙龙骑着骡子,骡子从一棵大橡树茂密的树枝下经过,押沙龙的头发被橡树枝紧紧勾住,他就吊在空中,他所骑的骡子却跑开了。10 有一个人看见了,就告诉约押说:"看哪!我看见押沙龙悬在一棵橡树上。"11 约押对那向他报告的人说:"你既然看见了,为甚么不当场把他击杀,落在地上呢?那样,我就赏赐你一百一十四克银子和一条腰带。"12 那人回答约押:"就是量十一公斤银子放在我手中,我也不敢伸手伤害王的儿子,因为我们亲耳听见王吩咐你、亚比筛和以太说:‘你们要为我的缘故,照顾那年轻人押沙龙。’13 我若是胆大妄为伤害了他的性命,甚么事情都瞒不过王的,那时你也不会维护我。"14 约押说:"我不能与你这样耽误时间。"于是约押手里拿起三根短矛,趁押沙龙还悬挂在橡树上活着的时候,就刺透了他的心。15 给约押拿武器的十个年轻人围着押沙龙,攻击他,把他杀死。
16 约押吹响号角,众人就回来,不再追赶以色列人;因为约押拦阻众人继续追赶。17 他们把押沙龙的尸体抬起来,丢在树林中的一个大坑里,又在上面堆起一大堆石头。以色列众人都逃跑,各回自己的家去了。18 押沙龙生前曾在王谷为自己立了一根石柱,因为他想:"我没有儿子记念我的名字。"他就以自己的名字称那石柱。因此人称那石柱为押沙龙柱,直到今日。
二人向大卫报信
19 撒督的儿子亚希玛斯说:"让我跑去,把这好消息向王报告,就是耶和华已经把他从仇敌的手中拯救出来了。"20 约押对他说:"你今天不可去报消息,改天才可以去报。你今天不可去报消息,因为王的儿子死了。"21 于是约押对一个古实人说:"你去把你所看见的告诉王吧!"那古实人叩拜了约押,就跑去了。22 撒督的儿子亚希玛斯又对约押说:"不管怎样,请让我也跟着那古实人跑去。"约押说:"你为甚么要跑去呢?我儿,你是不会得到报消息的赏赐的。"23 "不管怎样,请让我跑去!"于是约押对他说:"你跑去吧!"亚希玛斯就沿着约旦河大道跑去,赶过了那古实人。
24 那时,大卫正坐在内外城门中间的地方。守望的人上到城楼的平顶上,举目观看,见有一个人独自跑来。25 守望的人就喊叫,把这事告诉王;王说:"他若是单独一人,必是来报好消息的。"那人越走越近了。26 后来,守望的人又看见另一个人跑来,就对守城门的人喊叫,说:"看哪!又有一个人独自跑来!"王说:"这也必是来报好消息的。"27 守望的人说:"我看前头那人的跑法好象撒督的儿子亚希玛斯的跑法一样。"王说:"他是个好人,必是带好消息来的。"
28 亚希玛斯向王呼叫,说:"平安!"就脸伏于地,叩拜王,说:"耶和华你的 神是应当称颂的,因为他已经把举手攻击我主我王的人交给你了!"29 王问:"那年轻人押沙龙平安不平安?"亚希玛斯回答:"约押差派王的仆人,就是你的仆人我来的时候,我看见有大动乱,却不知道是甚么事。"30 王说:"你退到一旁,站在那里!"他就退到一旁,站在那里。
大卫闻报大大哀恸
31 那古实人也到了。他说:"有好消息报给我主我王;今天耶和华已经救你脱离那些起来攻击你的人的手了!"32 王问古实人:"那年轻人押沙龙平安吗?"古实人回答:"愿我主我王的仇敌和一切来攻击你、伤害你的人,都像那年轻人一样。"33 王悲恸得全身发抖,就上城楼去哀哭。他一面走一面这样说:"我儿押沙龙啊!我儿,我儿押沙龙啊!但愿我替你死。押沙龙啊!我儿,我儿啊!"本节在《马索拉文本》为19:1