Ο Μιχαΐας και οι Δανίτες
1 Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ακόμη βασιλιάς στο λαό του Ισραήλ. Η φυλή Δαν ζητούσε να πάρει για ιδιοκτησία της ένα μερίδιο γης για να εγκατασταθεί, γιατί ως εκείνη την ημέρα δεν της είχε δοθεί μερίδιο, όπως είχαν οι άλλες φυλές του Ισραήλ. 2 Από τις πόλεις Σωρεά και Εσταόλ οι Δανίτες έστειλαν απ’ όλες τις οικογένειες της φυλής τους πέντε γενναίους άντρες για να κατασκοπεύσουν τη χώρα και να την εξερευνήσουν. «Πηγαίνετε», τους είπαν, «να εξερευνήστε τη χώρα». Αυτοί έφτασαν στην ορεινή περιοχή της φυλής Εφραΐμ, σταμάτησαν στο σπίτι του Μιχαΐα και διανυκτέρευσαν εκεί. 3 Καθώς όμως πλησίαζαν στο σπίτι του Μιχαΐα, αναγνώρισαν τη φωνή του Λευίτη νέου, τον πλησίασαν και του είπαν: «Εσένα ποιος σ’ έφερε εδώ; τι κάνεις εδώ; και για ποιο λόγο μένεις εδώ;» 4 Αυτός τους απάντησε: «Αυτό κι αυτό έκανε μ’ εμένα ο Μιχαΐας· μου δίνει μισθό και είμαι ιερέας του». 5 «Τότε λοιπόν», του είπαν, «ρώτησε, σε παρακαλούμε, το Θεό να ξέρουμε αν το ταξίδι μας θα έχει επιτυχία». 6 Ο ιερέας τούς είπε: «Πηγαίνετε και μη φοβάστε. Το ταξίδι σας είναι αρεστό στον Κύριο». 7 Οι πέντε άντρες συνέχισαν το δρόμο τους κι έφτασαν στη Λαϊσά. Εκεί είδαν ότι οι κάτοικοί της ζούσαν ασφαλείς, όπως οι Σιδώνιοι, ήσυχοι και ξένοιαστοι· καμιά έλλειψη δεν υπήρχε στη χώρα και καμιά καταπίεση. Ήταν μακριά από τους Σιδωνίους και καμιά σχέση δεν είχαν με τους Αραμαίους. 8 Γύρισαν, λοιπόν, πίσω στους ομοεθνείς τους, στην Σωρεά και στην Εσταόλ, κι εκείνοι τους ρώτησαν: «Τι έχετε να μας πείτε;» 9 «Σηκωθείτε», τους απάντησαν, «να πάμε να τους επιτεθούμε. Είδαμε τη χώρα και είναι πάρα πολύ ωραία· γιατί διστάζετε; Μην καθυστερείτε! Ξεκινήσετε να πάτε να την κατακτήσετε. 10 Όταν φτάσετε εκεί, θα συναντήσετε ένα λαό ασφαλή και μια χώρα απέραντη. Τίποτα δε λείπει απ’ αυτόν τον τόπο· έχει όλα τ’ αγαθά της γης. Ο Θεός θα σας τον παραδώσει στην εξουσία σας.
Ο Μιχαΐας ακολουθεί τους άντρες της φυλής Δαν
11 Ξεκίνησαν, λοιπόν, από τη Σωρεά και την Εσταόλ εξακόσιοι άντρες της φυλής Δαν, οπλισμένοι για πόλεμο. 12 Πήγαν και στρατοπέδευσαν στην Κιριάθ-Ιαρίμ, στην περιοχή της φυλής Ιούδα. Γι’ αυτό ο τόπος εκείνος στα δυτικά της Κιριάθ-Ιαρίμ ονομάζεται Μαχανέ-Δαν (Στρατόπεδο Δαν) μέχρι σήμερα. 13 Από ’κει προχώρησαν στην ορεινή περιοχή της φυλής Εφραΐμ, κι έφτασαν ως το σπίτι του Μιχαΐα.
14 Τότε, οι πέντε άντρες που είχαν πάει για να κατασκοπεύσουν τη Λαϊσά είπαν στους συντρόφους τους: «Το ξέρετε ότι σ’ ένα απ’ αυτά τα σπίτια εδώ υπάρχει ένα εφώδ, μικρά ειδώλια και ένα είδωλο καλυμμένο με χυτό μέταλλο; Σκεφτείτε λοιπόν, τώρα, τι πρέπει να κάνετε».
15 Έπειτα, οι πέντε άντρες προχώρησαν προς το σπίτι του Μιχαΐα, μπήκαν μέσα και ρώτησαν το νεαρό Λευίτη που έμενε εκεί, πώς τα πάει. 16 Την ίδια ώρα οι εξακόσιοι Δανίτες στέκονταν οπλισμένοι στην είσοδο της πύλης. 17 Οι πέντε κατάσκοποι προχώρησαν μέσα στο σπίτι και πήραν τα ειδώλια, το εφώδ, και το είδωλο το καλυμμένο με χυτό μέταλλο. Ο ιερέας στεκόταν στην είσοδο της πύλης με τους εξακόσιους οπλισμένους άντρες.
18 Όταν ο ιερέας τους είδε να τα παίρνουν όλα αυτά, τους είπε: «Τι κάνετε εκεί;» 19 Αυτοί του είπαν: «Σώπα· κλείσ’ το στόμα σου κι έλα μαζί μας να γίνεις για μας ιερέας και πνευματικός πατέρας. Τι είναι προτιμότερο: Να είσαι ιερέας στο σπίτι ενός μόνο ανθρώπου ή σε μια ολόκληρη ισραηλιτική φυλή;» 20 Ο ιερέας χάρηκε· πήρε τα ειδώλια, το εφώδ και το είδωλο κι ανακατεύτηκε με τους στρατιώτες. 21 Ξεκίνησαν πάλι να φύγουν κι έβαλαν μπροστά τα παιδιά, τα ζώα και τα πράγματά τους.
22 Όταν πια είχαν απομακρυνθεί από το σπίτι του Μιχαΐα, οι γείτονες του σπιτιού συγκεντρώθηκαν κι έτρεξαν ξοπίσω τους. 23 Έβαλαν τις φωνές στους Δανίτες, κι αυτοί γύρισαν και είπαν στο Μιχαΐα: «Τι έπαθες; Γιατί συγκέντρωσες όλο αυτό το πλήθος;» 24 Αυτός τους απάντησε: «Πήρατε το θεό μου, που τον είχα φτιάξει για μένα, πήρατε και τον ιερέα μου και φύγατε. Δε μου απομένει τίποτα πια. Και τολμάτε να μου λέτε τι έπαθα»; 25 Οι Δανίτες του αποκρίθηκαν: «Μη μας σκοτίζεις με τα παράπονά σου· μπορεί μερικοί ευέξαπτοι από μας να σας επιτεθούν και να πεθάνεις κι εσύ και η οικογένειά σου».
26 Ο Μιχαΐας όταν είδε ότι αυτοί ήταν ισχυρότεροι απ’ αυτόν, γύρισε πίσω στο σπίτι του. Έτσι οι Δανίτες συνέχισαν το δρόμο τους.
27 Πήραν τα είδωλα που είχε κατασκευάσει ο Μιχαΐας και τον ιερέα του και πήγαν και χτύπησαν τη Λαϊσά. Κατέσφαξαν τους ήσυχους και φιλειρηνικούς κατοίκους της κι έβαλαν φωτιά στην πόλη. 28 Κανένας δε βρέθηκε να τη σώσει, γιατί ήταν χτισμένη μακριά από τη Σιδώνα, στην πεδιάδα της Βαιθ-Ρεχώβ και οι κάτοικοί της δεν είχαν σχέση με τους Αραμαίους. Οι Δανίτες ξανάχτισαν την πόλη κι εγκαταστάθηκαν σ’ αυτήν. 29 Άλλαξαν το όνομα της πόλης κι από Λαϊσά την ονόμασαν Δαν, όπως έλεγαν το γενάρχη τους το Δαν, γιο του Ιακώβ.
30 Οι Δανίτες έστησαν το είδωλο του Μιχαΐα για τις τελετουργίες τους κι ο Ιωνάθαν, γιος του Γερσώμ και εγγονός του Μανασσή, έγινε ιερέας της φυλής· το ίδιο και οι γιοι του, ως την εποχή που αιχμαλωτίστηκε ο πληθυσμός της χώρας.Πιθανώς πρόκειται για την αιχμαλωσία και μεταφορά του πληθυσμού στην Ασσυρία, που έλαβε χώρα από το βασιλιά Τιγλάθ-Πιλέσερ το 734 π.Χ. (Βλ. Β΄ Βασ 15:29).31 Το είδωλο που είχε κατασκευάσει ο Μιχαΐας, το είχαν στημένο εκεί όλο τον καιρό που ο ναός του Θεού βρισκόταν στη Σιλώ.
但支派寻找可居之地
1 在那些日子,以色列中没有王。那时,但支派还在寻找可居住的地业,因为直到那一天,在以色列的众支派中,但支派仍没有得着地业。2 于是但人从琐拉和以实陶,差派他们家族中的五个勇士,去窥探查察那地,对他们说:"你们去查察那地吧。"他们来到以法莲山地,进了米迦的家,就在那里住宿。3 他们在米迦的家附近,认出那青年利未人的口音来,就过去他那里问他:"谁带你到这里来?你在这里作甚么?你在这里有甚么?"4 他回答他们:"米迦如此这般待我;他雇了我,我就作了他的祭司。"5 他们对他说:"请你求问 神,使我们知道我们要走的道路是否顺利。"6 祭司对他们说:"你们平安地去吧,你们要走的道路是蒙耶和华悦纳的。"
7 于是那五个人离开了,来到拉亿,看见那里的人民安然居住,好象西顿人一样,生活平静安稳;在那地又没有人掌权,使他们受屈辱"在那地又没有人掌权,使他们受屈辱"原文意思不明确,或译:"他们在地上没缺甚么,且拥有财富";他们离西顿人也很远,也没有与别人来往。8 他们回到琐拉和以实陶自己的族人那里去;族人问他们:"你们有甚么话说?"9 他们回答:"起来,我们上去攻击他们吧。因为我们已经看过那地,见那地十分美好,你们还静坐不动吗?不可再迟延,要赶快去取得那地。10 你们到了那里的时候,你们必遇见安然居住的人民;那地的两边宽阔, 神已经把那地交在你们手里;那地百物俱全,一无所缺。"
11 于是但人的家族中有六百人,带着兵器从那里出发,就是从琐拉和以实陶出发。12 他们上去,在犹大的基列.耶琳安营;因此人把那地方叫作玛哈尼.但"玛哈尼.但"意即"但的军营",直到现在;这地方是在基列.耶琳的西边。13 他们从那里经过,往以法莲山地去,来到米迦的家。
但支派取去神像和祭司
14 从前去窥探拉亿地的五个人,对他们的族人说:"这些屋子里有以弗得、神像、雕像和铸像,你们知道吗?现在你们要考虑一下应该怎样行。"15 于是他们五人转身,进入米迦的家,来到那青年利未人的屋里,向他问安。16 那六百但人,带着兵器,都站在门口。17 从前去窥探那地的五个人上前,进入里面,把雕像、以弗得、神像和铸像都拿去了;祭司和带着兵器的六百人都站在门口。18 当那五个人进了米迦的家,拿走雕像、以弗得、神像和铸像的时候,祭司就问他们:"你们作甚么呢?"19 他们回答他:"不要出声,用手掩着你的嘴,跟我们走吧,好作我们的师父和祭司。你作一家的祭司好呢?还是作以色列中一个支派一个家族的祭司好呢?"20 祭司心里高兴,就拿着以弗得、神像和雕像,来到众人中间。
21 他们就转身离去,把妇孺和牲畜,以及财物,都放在前面。22 他们离开米迦的家很远的时候,在米迦的家附近各家的人,都被召集出来,去追赶但人。23 他们呼叫但人;但人转过脸来,问米迦:"你召集了这么多人出来作甚么?"24 米迦回答:"你们把我所做的神像和我的祭司都带走了,我还有甚么呢?你们怎么还问我:‘你作甚么’呢?"25 但人对米迦说:"不要再让我们听见你的声音,恐怕有暴躁的人攻击你们,以致你和你全家尽都丧失性命。"26 但人继续走他们的路;米迦见他们比自己强,就转身回自己的家去了。
但支派攻取拉亿改名为但
27 但人把米迦所做的神像和他的祭司都带走,他们来到拉亿,去到平静安居的人民那里,就用刀剑击杀了他们,又用火烧了那城。28 没有人搭救,因为离西顿很远,他们又与别人没有来往。这城位于靠近伯.利合的山谷中。但人重建那城,住在其中。29 按着他们的祖宗,以色列所生的儿子但的名字,给那城起名叫但;其实那城原先的名字叫拉亿。30 但人就为自己把那雕像立起来;摩西的孙子、革顺的儿子约拿单和他的子孙,都作了但支派的祭司,直到那地遭受掳掠的日子。31 神的殿在示罗有多少日子,但人为自己设立米迦所做的雕像也有多少日子。