Ο Αβιμέλεχ
1,2 Ο Αβιμέλεχ, γιος του Ιερουβάαλ, πήγε στη Συχέμ να μιλήσει σε όλη τη συγγένεια της μητέρας του από τη μεριά του πατέρα της. «Μιλήστε, σας παρακαλώ», τους είπε, «να σας ακούσουν όλοι οι κάτοικοι της Συχέμ και ρωτήστε τους: "τι είναι καλύτερο για σας: να σας κυβερνούν εβδομήντα άνθρωποι, δηλαδή όλοι οι γιοι του Ιερουβάαλ, ή να σας κυβερνάει μόνο ένας;" Θυμηθείτε, ακόμα, ότι εγώ είμαι σάρκα σας και αίμα σας». 3 Οι συγγενείς της μητέρας του, ανέφεραν όλα αυτά τα λόγια στους κατοίκους της Συχέμ και πήραν το μέρος του. Έτσι οι Συχεμίτες αποφάσισαν ν’ ακολουθήσουν τον Αβιμέλεχ, γιατί σκέφτηκαν: «Συγγενής μας είναι».
4 Έδωσαν, λοιπόν, στον Αβιμέλεχ εβδομήντα ασημένιους σίκλους από το ναό του Βάαλ-Βερίθ και μίσθωσε κάτι τυχοδιώκτες και άχρηστους τύπους, οι οποίοι έγιναν ακόλουθοί του. 5 Πήγε στο σπίτι του πατέρα του, στην Οφρά, και σκότωσε τους άλλους γιους του Ιερουβάαλ, τους αδερφούς του, εβδομήντα άντρες· τους σκότωσε όλους πάνω στην ίδια πέτρα. Έμεινε μόνο ο Ιωθάμ, ο μικρότερος γιος του Ιερουβάαλ, γιατί κατάφερε να κρυφτεί. 6 Τότε συγκεντρώθηκαν όλοι οι κάτοικοι της Συχέμ και της Μιλλώ, πήγαν στη Βελανιδιά της Συχέμ, πλάι στην πέτρα που είχε στήσει εκεί ο Ιησούς του Ναυή, κι ανακήρυξαν βασιλιά τον Αβιμέλεχ.
Το αίνιγμα του Ιωθάμ
7 Όταν ανάγγειλαν αυτά τα γεγονότα στον Ιωθάμ, αυτός πήγε και στάθηκε στην κορφή του όρους Γεριζίμ και φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Ακούστε με», είπε, «κάτοικοι της Συχέμ, αν θέλετε και ο Θεός να σας ακούσει! 8 Κάποτε τα δέντρα πήγαν να διαλέξουν ποιον θα χρίσουν βασιλιά τους. Είπαν στην ελιά: "έλα να γίνεις βασιλιάς μας". 9 Αλλά η ελιά τούς αποκρίθηκε: "ν’ αφήσω εγώ το λάδι που παράγω, που μ’ αυτό τιμούν θεούς κι ανθρώπους για να κυβερνήσω τα δέντρα;" 10 Τότε τα δέντρα είπαν στη συκιά: "έλα εσύ να γίνεις βασιλιάς μας". 11 Μα κι η συκιά τούς αποκρίθηκε: "ν’ αφήσω εγώ τους ωραίους και γλυκούς καρπούς που κάνω, για να κυβερνήσω τα δέντρα;" 12 Τότε τα δέντρα είπαν στο αμπέλι: "έλα εσύ να γίνεις βασιλιάς μας". 13 Μα και το αμπέλι τούς αποκρίθηκε: "ν’ αφήσω εγώ το κρασί που βγάζω, που το χαίρονται θεοί και άνθρωποι, για να κυβερνήσω τα δέντρα;" 14 Τότε τα δέντρα είπαν στην αγκαθιά: "έλα εσύ να γίνεις βασιλιάς μας". 15 Και η αγκαθιά τούς αποκρίθηκε: "αν θέλετε στ’ αλήθεια να με χρίσετε βασιλιά σας, ελάτε να κρυφτείτε στη σκιά μου· αν δεν έρθετε, φωτιά θα βγει από τ’ αγκάθια μου και θα κατακάψει τους κέδρους του Λιβάνου"».
16 «Τώρα, λοιπόν», συνέχισε ο Ιωθάμ, «ενεργήσατε άραγε ειλικρινά και τίμια όταν κάνατε βασιλιά τον Αβιμέλεχ; Φερθήκατε σωστά στον Ιερουβάαλ και στην οικογένειά του; Του δείξατε καθόλου ευγνωμοσύνη για όλα όσα έκανε για σας; 17 Ο πατέρας μου πολέμησε για σας κι έβαλε σε κίνδυνο τη ζωή του, για να σας ελευθερώσει από τους Μαδιανίτες. 18 Κι εσείς σήμερα ξεσηκωθήκατε ενάντια στην οικογένεια του πατέρα μου, σκοτώσατε τους γιους του, εβδομήντα άντρες, πάνω στην ίδια πέτρα κι ανακηρύξατε βασιλιά των Συχεμιτών τον Αβιμέλεχ, γιο της δούλης του, επειδή είναι συγγενής σας. 19 Αν, λοιπόν, σήμερα ενεργήσατε ειλικρινά και τίμια απέναντι στον Ιερουβάαλ και στην οικογένειά του, τότε να τον χαίρεστε τον Αβιμέλεχ και να σας χαίρεται κι αυτός. 20 Αν όχι, φωτιά θα βγει από τον Αβιμέλεχ και θα κατακάψει τους κατοίκους της Συχέμ και της Μιλλώ· και φωτιά θα βγει από τους κατοίκους της Συχέμ και της Μιλλώ και θα κατακάψει τον Αβιμέλεχ».
21 Μετά ο Ιωθάμ έφυγε με βιάση και κατέφυγε στη Βέερ, μακριά από τον Αβιμέλεχ, τον αδερφό του.
Διαφωνία ανάμεσα στον Αβιμέλεχ και στους Συχεμίτες
22 Ο Αβιμέλεχ κυβέρνησε τον Ισραήλ τρία χρόνια. 23 Έπειτα έστειλε ο Θεός πνεύμα διχόνοιας ανάμεσα σ’ αυτόν και στους κατοίκους της Συχέμ κι επαναστάτησαν εναντίον του. 24 Έτσι θα πλήρωναν όλοι για τα κακουργήματά τους: Ο Αβιμέλεχ για το φόνο στη Συχέμ των εβδομήντα γιων του Ιερουβάαλ, των αδερφών του, και οι Συχεμίτες, γιατί είχαν βοηθήσει τον Αβιμέλεχ να σκοτώσει τους αδερφούς του.
25 Έτσι, για να κάνουν κακό στον Αβιμέλεχ οι Συχεμίτες, έστησαν ενέδρες στα γύρω βουνά και λήστευαν όλους όσοι περνούσαν από το δρόμο κοντά στην πόλη.Αυτές οι ενέδρες στερούσαν από τον Αβιμέλεχ τους φόρους που είχε επιβάλει στους εμπόρους που περνούσαν από τη Συχέμ. Και τα ’μαθε αυτά ο Αβιμέλεχ.
26 Μια μέρα ήρθε στη Συχέμ ο Γαάλ, γιος του Εβέδ, με τους συγγενείς του· οι Συχεμίτες του έδειξαν εμπιστοσύνη. 27 Βγήκαν στα χωράφια, τρύγησαν τ’ αμπέλια τους, πάτησαν τα σταφύλια και γιόρτασαν· έπειτα μπήκαν στο ναό του Θεού τους, έφαγαν και ήπιαν, κι έβρισαν τον Αβιμέλεχ: 28 «Ποιος είναι πια αυτός ο Αβιμέλεχ», έλεγε ο Γαάλ, «που εμείς οι Συχεμίτες θα του είμαστε δούλοι; Ένας γιος του Ιερουβάαλ είναι, και κυβερνάει την πόλη μέσω του Ζεβούλ. Εσείς κοιτάξτε να τα ’χετε καλά με το Χαμόρ, τον ιδρυτή της Συχέμ. 29 Αν είχα εγώ αυτό το λαό στα χέρια μου, θα έδιωχνα τον Αβιμέλεχ. Θα του ’λεγα· "πάρε όλο το στρατό σου και βγες να με πολεμήσεις"».
30 Ο Ζεβούλ, ο άρχοντας της πόλης, έμαθε αυτά που είπε ο Γαάλ κι οργίστηκε. 31 Έστειλε, λοιπόν, κρυφά αγγελιοφόρους στον Αβιμέλεχ στην Αρουμά με το εξής μήνυμα: «Ο Γαάλ, γιος του Εβέδ, ήρθε με τους συγγενείς του στη Συχέμ και ξεσηκώνουν την πόλη εναντίον σου. 32 Σήκω, λοιπόν, τη νύχτα με τους άντρες σου και στήσε ενέδρα στην ύπαιθρο. 33 Το πρωί με την ανατολή του ήλιου, θα σηκωθείς νωρίς και θα εξαπολύσεις επίθεση στην πόλη. Κι όταν ο Γαάλ με τους άντρες του βγουν να σε αντιμετωπίσουν, τότε κάνε τους ό,τι περνάει απ’ το χέρι σου». 34 Ο Αβιμέλεχ σηκώθηκε τη νύχτα μαζί με όλους τους άντρες του κι έστησαν ενέδρα κοντά στην Συχέμ με τέσσερις ομάδες.
35 Όταν ο Γαάλ βγήκε από την πόλη και στάθηκε στην είσοδο της πύλης, τότε σηκώθηκε από την ενέδρα ο Αβιμέλεχ και η ομάδα του. 36 Ο Γαάλ τους είδε και είπε στο Ζεβούλ: «Κοίτα! Λαός κατεβαίνει από τις κορφές των βουνών». Ο Ζεβούλ του είπε: «είναι η σκιά των βουνών κι εσύ την παίρνεις για ανθρώπους». 37 Ο Γαάλ ξαναείπε: «Μα κοίτα, είναι λαός που κατεβαίνει από το βουνό που είναι στο κέντρο της περιοχής, και μια ομάδα έρχεται από τον δρόμο της Βελανιδιάς των Μάντεων».Βελανιδιάς των Μάντεων. Πιθανόν άλλη ονομασία της Δρυός Μορέχ (Γεν 12:6· Δτ 11:30).38 Τότε ο Ζεβούλ του απάντησε: «Πού είναι τώρα τα μεγάλα λόγια που έλεγες: "ποιος είναι ο Αβιμέλεχ, που θα γίνουμε δούλοι του!"; Αυτοί είναι οι άντρες του που περιφρονούσες. Βγες, λοιπόν, τώρα να τον πολεμήσεις».
39 Έτσι, βγήκε ο Γαάλ επικεφαλής των αντρών της Συχέμ και πολέμησε εναντίον του Αβιμέλεχ. 40 Ο Αβιμέλεχ όμως τον έτρεψε σε φυγή και έπεσαν πολλοί θανάσιμα τραυματισμένοι, πριν φτάσουν στην είσοδο της πύλης. 41 Ο Αβιμέλεχ γύρισε στην Αρουμά κι ο Ζεβούλ έδιωξε από τη Συχέμ το Γαάλ και τους συγγενείς του, και τους απαγόρευσε να ξαναγυρίσουν στην πόλη.
Ο Αβιμέλεχ κυριεύει και καταστρέφει τη Συχέμ
42 Την άλλη μέρα οι άντρες της Συχέμ ετοιμάστηκαν να βγουν από την πόλη στους αγρούς. Ο Αβιμέλεχ ειδοποιήθηκε σχετικά, 43 και πήρε τους άντρες του, τους μοίρασε σε τρεις ομάδες και έστησε ενέδρα στην ύπαιθρο. Μόλις είδε το λαό να βγαίνει από την πόλη, όρμησε εναντίον τους και τους χτύπησε. 44 Ο ίδιος και η ομάδα του προχώρησαν προς την πόλη και στάθηκαν στην είσοδο της πύλης, ενώ οι άλλες δύο ομάδες επιτεθήκαν σ’ αυτούς που βρίσκονταν στους αγρούς και τους σκότωσαν. 45 Ο Αβιμέλεχ πολέμησε ενάντια στην πόλη ολόκληρη εκείνη την ημέρα και την κυρίεψε. Σκότωσε τους κατοίκους της, την ερείπωσε και κάλυψε το έδαφός της με αλάτι.
46 Όταν τα ’μαθαν αυτά οι κάτοικοι του φρουρίου της Συχέμ, κλείστηκαν όλοι στο υπόγειο του ναού του Βάαλ-Βερίθ. 47 Όταν ειδοποιήθηκε ο Αβιμέλεχ ότι όλοι οι κάτοικοι του φρουρίου της Συχέμ είχαν συγκεντρωθεί στο υπόγειο του ναού, 48 ανέβηκε μαζί με τους άντρες του στο όρος Σαλμών, έκοψε με το τσεκούρι ένα κλαδί δένδρου, το έβαλε στον ώμο του και τους είπε: «Ό,τι είδατε να κάνω, κάντε το κι εσείς γρήγορα». 49 Έκοψαν λοιπόν όλοι από ένα κλαδί κι ακολούθησαν τον Αβιμέλεχ· έβαλαν τα κλαδιά τους στην είσοδο του υπογείου, τους έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν μαζί μ’ εκείνους που βρίσκονταν στο φρούριο. Έτσι πέθαναν όλοι οι άνθρωποι του φρουρίου της Συχέμ, περίπου χίλιοι άντρες και γυναίκες.
Το τέλος του Αβιμέλεχ
50 Έπειτα ο Αβιμέλεχ πήγε και επιτέθηκε στη Θαιβαίς· πολιόρκησε την πόλη και την κυρίεψε. 51 Υπήρχε όμως ένα ισχυρό φρούριο στο κέντρο της πόλης όπου κατέφυγαν και κλείστηκαν όλοι οι κάτοικοι, άντρες και γυναίκες, κι ανέβηκαν στη στέγη του φρουρίου.
52 Ο Αβιμέλεχ έφτασε στο φρούριο, του επιτέθηκε και πλησίασε στην πύλη για να του βάλει φωτιά. 53 Εκείνη τη στιγμή μια γυναίκα έριξε στο κεφάλι του ένα κομμάτι από μυλόπετρα και του ’σπασε το κρανίο. 54 Τότε ο Αβιμέλεχ φώναξε αμέσως τον νεαρό οπλοφόρο του και του είπε: «Τράβα το ξίφος σου και σκότωσέ με, για να μην πουν ότι με σκότωσε μια γυναίκα». Ο νέος τον διαπέρασε με το ξίφος του και πέθανε. 55 Όταν οι Ισραηλίτες είδαν ότι ο Αβιμέλεχ ήταν νεκρός, γύρισαν καθένας στο σπίτι του.
56 Έτσι ο Θεός έκανε να πέσει πάνω στον Αβιμέλεχ, το κακό που είχε κάνει στον πατέρα του, όταν σκότωσε τους εβδομήντα αδερφούς του. 57 Κι έκανε επίσης ο Θεός να πέσει πάνω στους κατοίκους της Συχέμ όλο το κακό που είχαν κάνει. Έτσι εκπληρώθηκε σ’ αυτούς η κατάρα του Ιωθάμ, γιου του Ιερουβάαλ.
亚比米勒杀基甸的众子
1 耶路.巴力的儿子亚比米勒,到示剑去见他的众母舅,对他们和他母亲的全体族人说:2 "请你们给示剑的众人说:‘是耶路.巴力的众子七十人都统治你们好呢?还是一个人统治你们好呢?’你们也要记得我是你们的骨肉。"3 他的众母舅就把这一切话为他说给示剑的众人听;他们的心都倾向亚比米勒,因为他们说:"他本是我们的亲族。"4 他们就从巴力.比利土的庙里,取了八百克银子给亚比米勒,亚比米勒用这些银子雇了一些无赖流氓,那些人就跟随了他。5 他回到俄弗拉他父亲的家,把自己的兄弟,耶路.巴力的众子七十人,都杀在一块石头上;只剩下耶路.巴力的小儿子约坦,因为他藏了起来。6 示剑的众人和伯特米罗人都聚集起来,到示剑橡树旁的望楼那里,立亚比米勒为王。
约坦的寓言
7 有人把这事告诉了约坦,约坦就去,站在基利心山顶上,高声向他们呼喊,说:"示剑人哪,你们要听我的话, 神也就听你们的话。8 有一次,众树要去膏立一个王统治它们,就对橄榄树说:‘请你作王统治我们吧。’9 橄榄树对它们说:‘我怎可以放弃生产人用来荣耀 神和尊崇人的油,飘摇在众树之上呢?’10 众树对无花果树说:‘请你来作王统治我们吧。’11 无花果树对它们说:‘我怎可以放弃结出我的甜美果子,飘摇在众树之上呢?’12 众树对葡萄树说:‘请你来作王统治我们吧。’13 葡萄树对它们说:‘我怎可以放弃生产那使 神和世人都喜乐的新酒,飘摇在众树之上呢?’14 于是众树都对荆棘说:‘请你来作王统治我们吧。’15 荆棘对众树说:‘如果你们真诚地膏立我作王统治你们,就要来,投靠在我的荫下;否则,火必从荆棘里出来,吞灭黎巴嫩的香柏树。’
16 "现在你们立亚比米勒为王,你们若是诚实和正直,如果你们善待耶路.巴力和他的家,照着他手所作的待他;17 我父亲从前冒死为你们争战,把你们从米甸人手中救了出来;18 今日你们竟起来攻击我的父家,在一块石头上杀了他七十个儿子,又立了他的婢女所生的儿子亚比米勒作示剑人的王,因为他原是你们的亲族。19 今日你们若是按着诚实和正直待耶路.巴力和他的家,你们就可以因亚比米勒得喜乐,亚比米勒也可以因你们得喜乐。20 若不是这样,愿火从亚比米勒出来,吞灭示剑人和伯特米罗人;又愿火从示剑人和伯特米罗人出来,吞灭亚比米勒。"21 接着约坦就逃跑了;他逃到比珥去,住在那里,躲避他的兄弟亚比米勒。
示剑人背叛亚比米勒王
22 亚比米勒治理以色列人三年。23 神差派邪恶的灵来到亚比米勒与示剑人中间,示剑人就背弃了亚比米勒。24 这是要报复对耶路.巴力七十个儿子的暴行,把流他们血的罪归到他们的兄弟亚比米勒身上,就是那杀害他们的;也归到示剑人身上,就是那些帮助亚比米勒去杀他自己的兄弟的。25 示剑人在山顶上设下埋伏,路过他们那里的,他们都劫掠;有人把这事告诉亚比米勒。
26 那时,以别的儿子迦勒与他的兄弟都来了,到示剑去,示剑人竟信任他。27 他们出到田间去,收取葡萄,榨酒,举行庆祝会,进入他们的神庙吃喝,并且咒诅亚比米勒。28 以别的儿子迦勒说:"亚比米勒是谁?示剑是谁?竟要我们服事他呢?他不是耶路.巴力的儿子吗?他的副官不是西布勒吗?你们要服事示剑的始祖哈抹的后人啊;我们为甚么要服事亚比米勒呢?29 但愿这些人民都归在我手下,我好把亚比米勒除掉。"迦勒又对亚比米勒说:"增添你的军队出来吧!"
30 那城的首长西布勒听了以别的儿子迦勒的话,他的怒气就发作,31 秘密差派使者去见亚比米勒,说:"以别的儿子迦勒和他的兄弟已经到了示剑,他们正在煽动"煽动"意思不明确,或译:"围困"那城的人反叛你。32 现在,你和与你在一起的人,要在夜间起来,在野地埋伏。33 到了早晨,太阳出来的时候,你就要起来攻城;你要注意,迦勒和与他在一起的人出来对抗你的时候,你就把握机会对付他们。"
34 于是亚比米勒和与他在一起的人,都在夜间起来,分作四队,埋伏着等候示剑人。35 以别的儿子迦勒出去,站在城门口;亚比米勒和与他在一起的人,从埋伏的地方起来。36 迦勒看见了那些人,就对西布勒说:"你看,有人从山顶上下来。"西布勒说:"你看见山的影子以为是人。"37 迦勒又说:"看哪,有人从高地下来,又有一队从米恶尼尼橡树的路径而来。"38 西布勒对他说:"你曾经说过:‘亚比米勒是谁,竟要我们服事他呢?’现在你说这话的嘴在哪里呢?这不是你轻视的人吗?现在请你出去与他们交战吧。"39 于是迦勒在示剑人面前出去,与亚比米勒争战。40 亚比米勒追赶迦勒,迦勒在他面前逃跑,直到城门口,有很多受伤的人仆倒。41 亚比米勒住在亚鲁玛;西布勒把迦勒和他的兄弟赶走,不许他们住在示剑。
亚比米勒的反击
42 次日,城中众人出到田间去,有人把这事告诉亚比米勒。43 亚比米勒就把他的人分作三队,埋伏在田间;他在那里观看,见有人从城里出来,就起来攻击他们,把他们击杀了。44 亚比米勒和与他在一起的一队人忽然冲过去,站在城门口;其他两队人也冲出来攻打所有在田间的人,把他们击杀了。45 那一天,亚比米勒整天攻打那城,把城攻下了,杀了城中的众人;把城拆毁,又撒上盐。
46 示剑楼的众人听见了这事,就逃入伊勒.比利土庙的地穴里。47 有人告诉亚比米勒,说:"示剑楼所有的人都聚集在一起。"48 亚比米勒和与他在一起的人都上了撒们山;亚比米勒手里拿着斧子,砍下一根树枝,拿起来放在自己的肩头上,然后对与他在一起的人说:"你们看我作甚么,你们也要赶快照样作。"49 于是众人也各自砍下一根树枝,跟随着亚比米勒,把树枝放在地穴上,放火烧了地穴,以致示剑楼的人都死了,男女约有一千人。
亚比米勒的结局
50 后来亚比米勒到提备斯去,安营攻打提备斯,攻取了那城。51 城中有一座坚固的城楼;那城所有的人,无论男女,都逃到那里去,关上门,上了楼顶。52 亚比米勒到了城楼前,攻打城楼;他走近城楼门口,要用火焚烧。53 有一个妇人把一块上磨石拋在亚比米勒的头上,打破了他的头盖骨。54 他急忙呼喊替他拿兵器的少年人,对他说:"拔出你的刀来,把我杀死吧。免得人讲论我说:‘他被一个妇人所杀。’"于是那少年人把他刺透,他就死了。55 以色列人看见亚比米勒死了,就各回自己的地方去了。56 这样, 神报应了亚比米勒向他父亲所行的恶事,就是他杀了自己的兄弟七十个人。57 神也把示剑人的一切恶事,都报应在他们的头上;耶路.巴力的儿子约坦的咒诅,也归到他们身上。