Η διαμάχη με τους Φιλισταίους διευρύνεται
1 Ύστερα από λίγον καιρό, την εποχή που θέριζαν τα στάρια, ο Σαμψών επισκέφθηκε τη γυναίκα του και της έφερε ένα κατσίκι. Αλλά όταν ζήτησε να πλαγιάσει με τη γυναίκα του στο νυφικό δωμάτιο, ο πατέρας της δεν τον άφησε να μπει. 2 «Σκέφτηκα, αλήθεια», του είπε, «πως εσύ τη μισείς θανάσιμα, και γι’ αυτό την έδωσα στον κουμπάρο σου. Αλλά η μικρή αδερφή της είναι ωραιότερη από κείνην. Μπορείς να πάρεις αυτήν αντί για κείνην».
3 Τότε είπε ο Σαμψών: «Αυτή τη φορά δε θα φταίω εγώ για το κακό που θα κάνω στους Φιλισταίους». 4 Πήγε, λοιπόν, κι έπιασε τριακόσιες αλεπούδες, βρήκε και δαυλούς· έδεσε ουρά με ουρά τις αλεπούδες και έβαλε από έναν δαυλό ανάμεσα σε κάθε ζευγάρι ουρές. 5 Άναψε τους δαυλούς κι άφησε τις αλεπούδες ελεύθερες στα σπαρτά των Φιλισταίων. Έτσι κάηκαν τα πάντα· τα δεμάτια ως και τα αθέριστα σπαρτά, ακόμη και τ’ αμπέλια και οι ελιές.
6 Τότε ρώτησαν οι Φιλισταίοι: «Ποιος το έκανε αυτό;». Και τους απάντησαν: «Ο Σαμψών, ο γαμπρός του Τιμναθίτη, γιατί ο πεθερός του πήρε τη γυναίκα του και την έδωσε στον κουμπάρο του». Τότε ανέβηκαν οι Φιλισταίοι κι έκαψαν κι αυτήν και το σπίτι του πατέρα της. 7 Ο Σαμψών τους είπε: «Έτσι που φερθήκατε, δε θα ησυχάσω αν δεν σας εκδικηθώ». 8 Και τους χτύπησε αλύπητα με μεγάλη σφαγή. Έπειτα πήγε κι έμεινε σε μια σπηλιά του βράχου της Ετάμ.Ετάμ. Απόκρημνα μέρη στην περιοχή της φυλής Ιούδα.
Ο Σαμψών νικάει τους Φιλισταίους στην Λεχί
9 Οι Φιλισταίοι ανέβηκαν και στρατοπέδευσαν στην περιοχή της φυλής Ιούδα και απλώθηκαν ως τη Λεχί. 10 Οι άντρες της φυλής Ιούδα τους ρώτησαν: «Γιατί ήρθατε να μας χτυπήσετε;» Αυτοί αποκρίθηκαν: «Ήρθαμε για να δέσουμε το Σαμψών και να του κάνουμε ό,τι μας έκανε».
11 Τότε κατέβηκαν τρεις χιλιάδες άντρες της φυλής Ιούδα στη σπηλιά του βράχου της Ετάμ και είπαν στο Σαμψών: «Δεν ξέρεις ότι οι Φιλισταίοι μας εξουσιάζουν; Τι είναι, λοιπόν, αυτό που μας έκανες;» Εκείνος τους απάντησε: «Ό,τι μου έκαναν, αυτό τους έκανα».
12 Τότε του είπαν: «Εμείς ήρθαμε εδώ να σε δέσουμε και να σε παραδώσουμε στους Φιλισταίους». Και τους είπε ο Σαμψών: «Ορκιστείτε μου ότι δε θα με σκοτώσετε εσείς». 13 Του απάντησαν: «Όχι, αλλά θα σε δέσουμε γερά και θα σε παραδώσουμε σ’ αυτούς. Πάντως δε θα σε σκοτώσουμε». Τον έδεσαν, λοιπόν, με δύο καινούρια σχοινιά και τον έβγαλαν έξω από τον βράχο.
14 Όταν έφτασε στη Λεχί, οι Φιλισταίοι έτρεχαν με αλαλαγμούς να τον συναντήσουν. Τότε το Πνεύμα του Κυρίου ήρθε πάνω του, και τα σχοινιά που έδεναν τα μπράτσα του έσπασαν σαν λινές κλωστές καμένες στη φωτιά, και οι χειροπέδες του κομματιάστηκαν κι έπεσαν απ’ τα χέρια του. 15 Κάπου εκεί βρήκε το σαγόνι ενός πρόσφατα σκοτωμένου γαϊδουριού, το πήρε στο χέρι του και σκότωσε μ’ αυτό χίλιους άντρες.
16 Τότε είπε:
«Μ’ ένα σαγόνι γαϊδουριού τους ξέκανα,
μ’ ένα σαγόνι γαϊδουριού σκότωσα χίλιους άντρες».
17 Μετά απ’ αυτό, πέταξε το σαγόνι από το χέρι του. Κι ονόμασαν εκείνο τον τόπο Ραμάθ-Λεχί (Απόρριψη).
18 Ξάφνου δίψασε πάρα πολύ και φώναξε στον Κύριο: «Εσύ μέσω του δούλου σου έδωσες τη μεγάλη αυτή σωτηρία· και τώρα να πεθάνω από δίψα και να πέσω στα χέρια των απερίτμητων;» 19 Τότε ο Θεός έσχισε το κοίλωμα του βράχου που βρίσκεται στη Λεχί, και βγήκε από ’κει νερό· ήπιε ο Σαμψών κι αναζωογονήθηκε και έζησε. Γι’ αυτό ονόμασε την πηγή εκείνη Αιν-Ακκορέ (Πηγή Επικαλουμένου)· κι αυτή σώζεται μέχρι σήμερα στη Λεχί.
20 Ο Σαμψών κυβέρνησε τον Ισραήλ στις μέρες των Φιλισταίων για είκοσι χρόνια.
参孙火烧非利士人的禾稼
1 过了些日子,到收割麦子的时候,参孙带着一只山羊羔去看他的妻子;他心里说:"我要进内室去见我的妻子。"但是他妻子的父亲不让他进去。2 她父亲说:"我以为你非常恨她,所以我把她给了你的一个同伴;她的妹妹不是比她更美丽吗?你可以娶来代替她啊。"3 参孙对他们说:"这次如果我加害非利士人,就可以不必负责了。"4 于是参孙去捉了三百只狐狸,又拿了火把来,把狐狸尾巴对尾巴缚在一起,又把一枝火把插在两条尾巴中间。5 他点着了火把,就放狐狸进入非利士人的禾田里,把堆积的禾捆,和未割的禾稼,以及橄榄园都烧了。6 非利士人问:"这是谁作的呢?"有人回答:"是亭拿人的女婿参孙作的,因为他岳父把他的妻子给了他的同伴。"于是非利士人上去,放火烧了那女子和她的父亲。7 参孙对他们说:"你们既然这样行,我必在你们身上报仇,然后才肯罢休。"8 参孙击打他们,连腿带腰都砍断了,那是一场极大的杀戮;然后他下去,住在以坦盘石的穴中。
参孙用驴腮骨击杀千人
9 非利士人上去,在犹大安营,在利希散开。10 犹大人说:"你们为甚么上来攻打我们呢?"他们说:"我们上来是要捆绑参孙,要报复他向我们所行的。"11 于是有三千犹大人下到以坦盘石的穴中去,对参孙说:"非利士人统治我们,你不知道吗?你为甚么向我们行这事呢?"参孙对他们说:"他们怎样待我,我也怎样待他们。"12 犹大人对他说:"我们下来要捆绑你,把你交在非利士人手里。"参孙对他们说:"你们要向我发誓,你们不亲自杀害我。"13 他们告诉他说:"我们不会杀害你,我们只要把你捆绑住,交在非利士人手里,我们决不杀死你。"于是他们用两条新绳子把参孙捆绑起来,从盘石的穴里把他带上来。
14 参孙来到利希,非利士人就吶喊着出来迎接他,耶和华的灵大大临到参孙身上,他臂上的绳子就像被火烧的麻一样,他的捆绑都从他的手上落下来。15 他找着一块新鲜的驴腮骨,就伸手拾起来,击杀了一千人。16 参孙说:
"我用驴腮骨杀人成堆;
我用驴腮骨击杀了一千人。"
17 说完了,就把那腮骨从手里拋出去,因此那地方就叫拉末.利希"拉末.利希"意即"腮骨的山"。18 参孙非常口渴,就呼求耶和华说:"你既然借着你仆人的手施行这么大的拯救,现在我怎可以渴死,落在未受割礼的人手中呢?"19 于是 神在利希使一洼地裂开,就有水从那里涌出来;参孙喝了,就恢复精神,活力充足;因此那泉名叫隐.哈歌利"隐.哈歌利"意即"呼求者之泉",那泉直到今日还在利希。20 在非利士人统治的日子,参孙治理以色列人二十年。