1 Την εποχή που ο Δαβίδ κρυβόταν στη Σικλάγ, για να γλιτώσει από το Σαούλ, γιο του Κις, πήγαν και τον βρήκαν μερικοί εκπαιδευμένοι άντρες, έτοιμοι να πολεμήσουν στο πλευρό του. 2 Ήταν οπλισμένοι με τόξα και σφεντόνες, και μπορούσαν να ρίχνουν βέλη και πέτρες, χρησιμοποιώντας τόσο το δεξί όσο και το αριστερό χέρι. Ανήκαν στη φυλή Βενιαμίν, στην οποία ανήκε κι ο Σαούλ.
3 Τα ονόματά τους ήταν: Αχιέζερ, ο αρχηγός, κι ο αδερφός του ο Ιωάς, γιοι του Σεμαά, από τη Γιβεά· Ιεζιήλ και Ιωφαλήτ, γιοι του Αζμαβέθ· Βεραχά και Ιηού από την Αναθώθ· 4 Ισμαΐα από τη Γαβαών, ένας από το «σώμα των Τριάντα Επιλέκτων»σώμα των Τριάντα Επιλέκτων. Βλ. Β΄ Σαμ 23:8-39. – Σε ορισμένες μετ. οι στ. 12:4-5 είναι ενωμένοι ως 12:4· συνεπώς οι στ. 12:5-41 αριθμούνται σ’ αυτές ως 12:4β-40. και κάποτε αρχηγός τους· 5 Ιερεμίας, Ιεζιήλ, Ιωχανάν και Ιωζαβέθ από τη Γαδαρά· 6 Ελουζαΐ, Ιεριμώθ, Βεαλίας, Σαμαραΐας και Σεφατίας από τη Χαρούφ· 7 Ελκανά, Ιεσιά, Αζαρεήλ, Ιωεζέρ και Ιασωβεάμ, Κορίτες· 8 Ιωηλά και Ζεβαδίας, γιοι του Ιεροάμ από τη Γεδώρ.
9 Μερικοί από τη φυλή Γαδ χωρίστηκαν από τους δικούς τους, και ήρθαν να βρουν το Δαβίδ στο οχύρωμά του στην έρημο. Ήταν γενναίοι άντρες, εμπειροπόλεμοι, ασκημένοι στην ασπίδα και στη λόγχη. Τα πρόσωπά τους έμοιαζαν με πρόσωπα λιονταριών κι έτρεχαν όπως τα ελάφια στα βουνά. 10 Αυτοί ήταν ένδεκα, οι Έζερ, Οβαδίας, Ελιάβ, 11 Μεσμανεά, Ιερμιά, 12 Αταΐ, Ελιήλ, 13 Ιωχανάν, Ελζαβάδ, 14 Ιερεμίας και Μαχβανναΐ.
15 Όλοι αυτοί οι Γαδίτες ήταν αξιωματικοί του στρατεύματος· άλλος ήταν αρχηγός σε εκατό, αν ήταν χαμηλόβαθμος, κι άλλος αρχηγός σε χίλιους, αν ήταν υψηλόβαθμος. 16 Ήταν εκείνοι που πέρασαν τον Ιορδάνη, τον πρώτο μήνα του χρόνου, την εποχή που πλημμυρίζουν οι όχθες του, και έτρεψαν σε φυγή όλους τους κατοίκους των γύρω κοιλάδων και στην ανατολική όχθη και στη δυτική.
17 Πήγαν ακόμα και μερικοί από τη φυλή Βενιαμίν κι από τη φυλή Ιούδα, να βρουν το Δαβίδ στο οχύρωμά του. 18 Ο Δαβίδ βγήκε να τους συναντήσει και τους είπε: «Αν ήρθατε σαν φίλοι, για να με βοηθήσετε, είμαι έτοιμος να σας δεχτώ μ’ όλη μου την καρδιά· αλλά αν ήρθατε για να με προδώσετε στους εχθρούς μου, ενώ εγώ δεν έχω κάνει καμιά αδικία, ο Θεός των προγόνων μας ας δει και ας σας κρίνει γι’ αυτό». 19 Τότε το Πνεύμα του Θεού φώτισε τον Αμασαΐ, τελευταίο αρχηγό των Τριάντα Επιλέκτων, και του είπε:
«Δικοί σου είμαστε, Δαβίδ,
με το μέρος σου είμαστε, γιε του Ιεσσαί.
Ειρήνη, ειρήνη σ’ εσένα
και ειρήνη σ’ αυτούς που σε βοηθούν,
γιατί ο Θεός σου είναι βοηθός σου!»
Τότε ο Δαβίδ τους δέχτηκε και τους διόρισε αρχηγούς του στρατεύματος. 20 Μερικοί από τη φυλή Μανασσή πήγαν με το μέρος του Δαβίδ, όταν πήγε με τους Φιλισταίους για να πολεμήσει ενάντια στο Σαούλ. Τελικά, όμως, δεν πολέμησε στο πλευρό των Φιλισταίων, γιατί οι αρχηγοί τους, έκαναν συμβούλιο και τον απομάκρυναν, γιατί φοβήθηκαν μήπως πάει με το μέρος του Σαούλ, που ήταν πρωτύτερα κύριός του, και στραφεί εναντίον τους. 21 Κι ενώ ο Δαβίδ γύριζε πίσω στη Σικλάγ, τότε πήγαν με το μέρος του μερικοί από τη φυλή Μανασσή, οι Αδνά, Ιωζαβέθ, Ρωδιήλ, Μιχαήλ, Ιωζαβέθ, Ελιού και Σιλθαΐ, οι οποίοι ήταν χιλίαρχοι στο στρατό της φυλής Μανασσή. 22 Όλοι αυτοί ήταν δυνατοί πολεμιστές. Βοήθησαν το Δαβίδ να οργανώσει το στρατό τουνα οργανώσει το στρατό του. Άλλη απόδοση: «εναντίον του εκστρατευτικού σώματος». κι έγιναν αρχηγοί στο στράτευμα.
23 Καθημερινά έρχονταν στο Δαβίδ ενισχύσεις, έτσι που σχηματίστηκε ένα στράτευμα τεράστιο.
24 Οι αριθμοί των ετοιμοπόλεμων ανδρών που με εντολή του Κυρίου ενώθηκαν με το στρατό του Δαβίδ στη Χεβρών, για να του μεταβιβάσουν το βασιλικό αξίωμα του Σαούλ, είναι οι εξής:
25 Από τη φυλή Ιούδα, έξι χιλιάδες οκτακόσιοι ετοιμοπόλεμοι άντρες, οπλισμένοι με ασπίδες και λόγχες. 26 Από τη φυλή Συμεών, εφτά χιλιάδες εκατό γενναίοι στρατιώτες. 27 Από τη φυλή Λευί, τέσσερις χιλιάδες εξακόσιοι άντρες. 28 Μαζί τους ήταν κι ο Ιεωϊαδά, αρχηγός της συγγένειας του Ααρών, με τρεις χιλιάδες εφτακόσιους άντρες, 29 κι ακόμα ο Σαδώκ, νέος και γενναίος πολεμιστής, με είκοσι δύο αρχηγούς από τη δική του οικογένεια. 30 Από τη φυλή Βενιαμίν, στην οποία ανήκε κι ο Σαούλ, συμμετείχαν τρεις χιλιάδες άντρες που οι πιο πολλοί απ’ αυτούς ήταν ως τότε στην υπηρεσία του Σαούλ. 31 Από τη φυλή Εφραΐμ είκοσι χιλιάδες οκτακόσιοι γενναίοι πολεμιστές, άντρες ονομαστοί μέσα στις συγγένειές τους. 32 Από τη μισή φυλή Μανασσή δέκα οκτώ χιλιάδες άντρες, που προσκλήθηκαν ονομαστικά, για να έρθουν ν’ ανακηρύξουν βασιλιά το Δαβίδ. 33 Από τη φυλή Ισσάχαρ, διακόσιοι αξιωματικοί, άντρες σοφοί, που γνώριζαν τι έπρεπε να κάνει και πότε ο λαός Ισραήλ, και μαζί τους όλοι όσοι υπηρετούσαν υπό τις διαταγές τους. 34 Από τη φυλή Ζαβουλών, πενήντα χιλιάδες άντρες, καλογυμνασμένοι, έμπειροι στον πόλεμο, έτοιμοι να παραταχθούν για τη μάχη, εξοπλισμένοι με κάθε είδους όπλα και αποφασισμένοι να βοηθήσουν το Δαβίδ με όλη τους την καρδιά. 35 Από τη φυλή Νεφθαλί χίλιοι αξιωματικοί και μαζί τους τριάντα εφτά χιλιάδες άντρες οπλισμένοι με ασπίδες και λόγχες. 36 Από τη φυλή Δαν, είκοσι οκτώ χιλιάδες εξακόσιοι ετοιμοπόλεμοι άντρες. 37 Από τη φυλή Ασήρ σαράντα χιλιάδες άντρες καλογυμνασμένοι, έτοιμοι κι αυτοί να πολεμήσουν σε παράταξη μάχης. 38 Από τις φυλές που είχαν εγκατασταθεί πέρα από τον Ιορδάνη, στην ανατολική όχθη, δηλαδή από τη φυλή Ρουβήν, Γαδ και τη μισή φυλή Μανασσή, εκατόν είκοσι χιλιάδες ετοιμοπόλεμοι άντρες, εφοδιασμένοι με κάθε είδους πολεμικά όπλα.
39 Όλοι αυτοί οι πολεμιστές, έτοιμοι να παραταχθούν σε μάχη, ήρθαν στη Χεβρών με κοινή απόφαση ν’ ανακηρύξουν το Δαβίδ βασιλιά όλων των Ισραηλιτών· επίσης και οι υπόλοιποι Ισραηλίτες ήταν κι αυτοί σύμφωνοι να κάνουν βασιλιά το Δαβίδ. 40 Αυτοί έμειναν εκεί μαζί με το Δαβίδ τρεις μέρες, τρώγοντας και πίνοντας, αφού οι συμπατριώτες τους είχαν κάνει κάθε ετοιμασία γι’ αυτούς. 41 Άνθρωποι από γειτονικές περιοχές, αλλά ακόμα κι από μακρινές, όπως από τις φυλές Ισσάχαρ, Ζαβουλών και Νεφθαλί, έφεραν πάνω σε γαϊδούρια, καμήλες, μουλάρια και βόδια, άφθονες προμήθειες, αλεύρι, πίττες από σύκα, σταφίδες, κρασί, λάδι, ακόμα και πρόβατα και βόδια άφθονα. Κι όλα αυτά γιατί ήταν διάχυτη η χαρά σ’ όλο το λαό Ισραήλ.
1 Questi sono coloro che andarono da Davide a Siclag, mentre egli era ancora fuggiasco per timore di Saul, figlio di Chis; essi facevano parte dei prodi che gli prestarono aiuto durante la guerra. 2 Erano armati di arco, abili a lanciare sassi e a tirare frecce tanto con la destra quanto con la sinistra; erano della tribù di Beniamino, dei fratelli di Saul. 3 Il capo Aiezer e Ioas, figli di Semaa, da Ghibea; Ieziel e Pelet, figli di Azmavet; Beraca; Ieu da Anatot; 4 Ismaia da Gabaon, valoroso fra i trenta e capo dei trenta; 5 Geremia; Iaaziel; Iocanan; Iozabad da Ghedera; 6 Eluzai; Ierimot; Bealia; Semaria; Sefatia da Carif; 7 Elcana; Isia; Azareel; Ioezer e Iasobeam, Corachiti; 8 Ioela e Zebadia, figli di Ieroam, da Ghedor; 9 alcuni uomini, fra i Gaditi, partirono per recarsi da Davide nella fortezza del deserto: erano uomini forti e valorosi, esercitati alla guerra, che sapevano maneggiare scudo e lancia: dalle facce leonine e veloci come gazzelle sui monti. 10 Ezer era il capo; Obadia, il secondo; Eliab, il terzo; 11 Mismanna, il quarto; Geremia, il quinto; 12 Attai, il sesto; Eliel, il settimo; 13 Iocanan, l’ottavo; Elzabad, il nono; 14 Geremia, il decimo; Macbannai, l’undicesimo. 15 Questi erano dei figli di Gad, capi dell’esercito; il più piccolo ne comandava cento; il più grande, mille. 16 Questi sono quelli che passarono il Giordano il primo mese quando era straripato dappertutto, e misero in fuga tutti gli abitanti delle valli, a oriente e a occidente. 17 Anche dei figli di Beniamino e di Giuda andarono da Davide, nella fortezza. 18 Davide uscì loro incontro, e si rivolse a loro, dicendo: "Se venite da me con il buon proposito di soccorrermi, il mio cuore sarà unito con il vostro; ma se venite per tradirmi e darmi nelle mani dei miei avversari, mentre io non commetto nessuna violenza, l’Iddio dei nostri padri lo veda e faccia egli giustizia!". 19 Allora lo Spirito investì Amasai, capo dei trenta, che esclamò: "Noi siamo tuoi, o Davide; e siamo con te, o figlio di Isai! Pace, pace a te, e pace a quelli che ti soccorrono, poiché il tuo Dio ti soccorre!". Allora Davide li accolse, e li fece capi delle sue schiere. 20 Anche degli uomini di Manasse passarono a Davide, quando questi andò con i Filistei a combattere contro Saul; ma Davide e i suoi uomini non furono di alcun aiuto ai Filistei; poiché i prìncipi dei Filistei, dopo essersi consultati, mandarono indietro Davide, dicendo: "Egli passerebbe dalla parte del suo signore Saul, a prezzo delle nostre teste". 21 Quando egli tornò a Siclag, questi furono quelli di Manasse, che passarono a lui: Adna, Iozabad, Iediael, Micael, Iozabad, Eliù, Silletai, capi di migliaia nella tribù di Manasse. 22 Questi uomini diedero aiuto a Davide contro le bande dei predoni, perché erano tutti uomini forti e valorosi; e furono costituiti capi nell’esercito. 23 Ogni giorno veniva gente da Davide per soccorrerlo: così tanta, che si formò un esercito grande come un esercito di Dio.
24 Questo è il numero degli uomini armati per la guerra, che si recarono da Davide a Ebron per trasferire a lui l’autorità regale di Saul, secondo l’ordine dell’Eterno. 25 Figli di Giuda, che portavano scudo e lancia, seimilaottocento, armati per la guerra. 26 Dei figli di Simeone, uomini forti e valorosi in guerra, settemilacento. 27 Dei figli di Levi, quattromilaseicento; 28 e Ieoiada, principe della famiglia di Aaronne, e con lui tremilasettecento uomini; 29 Sadoc, giovane forte e valoroso, e la sua casa patriarcale, che contava ventidue capi. 30 Dei figli di Beniamino, fratelli di Saul, tremila; poiché la maggior parte di essi fino allora era rimasta fedele alla casa di Saul. 31 Dei figli di Efraim, ventimilaottocento: uomini forti e valorosi, gente di grande fama, divisi secondo le loro case patriarcali. 32 Della mezza tribù di Manasse, diciottomila che furono designati per nome, per andare a proclamare re Davide. 33 Dei figli di Issacar, capaci di capire i tempi, in modo da sapere quello che Israele doveva fare, duecento capi e tutti i loro fratelli sotto i loro ordini. 34 Di Zabulon, cinquantamila, adatti a servire, equipaggiati per il combattimento di tutte le armi da guerra, e pronti a impegnare l’azione con cuore risoluto. 35 Di Neftali, mille capi, e con essi trentasettemila uomini armati di scudo e lancia. 36 Dei Daniti, armati per la guerra, ventottomilaseicento. 37 Di Ascer, adatti a servire, e pronti a ordinarsi in battaglia, quarantamila. 38 E di là dal Giordano, dei Rubeniti, dei Gaditi e della mezza tribù di Manasse, equipaggiati per il combattimento di tutte le armi da guerra, centoventimila. 39 Tutti questi uomini, gente di guerra, pronti a ordinarsi in battaglia, giunsero a Ebron, con sincerità di cuore, per proclamare Davide re sopra tutto Israele; e anche tutto il rimanente d’Israele era unanime per fare re Davide. 40 Essi rimasero là tre giorni con Davide a mangiare e a bere, perché i loro fratelli avevano preparato per loro dei viveri. 41 Anche quelli che erano loro vicini, e perfino gente da Issacar, da Zabulon e da Neftali, portavano dei viveri sopra asini, sopra cammelli, sopra muli e buoi: farina, fichi secchi, uva secca, vino, olio, buoi e pecore in abbondanza; perché c’era gioia in Israele.