Publicidade

1 Crônicas 16

IRB20

1 Την κιβωτό του Θεού την έφεραν και την τοποθέτησαν στη μέση της σκηνής που είχε στήσει ο Δαβίδ γιαυτήν. Τότε πρόσφεραν ολοκαυτώματα και θυσίες κοινωνίας ενώπιον του Θεού. 2 Αφού τέλειωσε ο Δαβίδ με τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες, ευλόγησε το λαό στο όνομα του Κυρίου. 3 Επίσης διέταξε και μοίρασαν σε κάθε Ισραηλίτη, άντρα και γυναίκα, ένα καρβέλι ψωμί, μια χουρμαδόπιτα και μια σταφιδόπιτα.

4 Ο Δαβίδ όρισε μερικούς λευίτες να λειτουργούν μπροστά στην κιβωτό του Κυρίου, να δοξάζουν, να ευχαριστούν και να υμνολογούν τον Κύριο, το Θεό του Ισραήλ. 5 Επικεφαλής τους διόρισε τον Ασάφ, με βοηθό του το Ζαχαρία. Επίσης διορίστηκαν οι Ουζζιήλ,Ουζζιήλ, κατά το κεφ. 15:18. Το εβραϊκό έχει «Ιεϊήλ», προφανώς από αντιγραφικό λάθος. Σεμιραμώθ, Ιεχιήλ, Ματταθίας, Ελιάβ, Βεναΐας και Ωβήδ-Εδώμ, οι οποίοι έπαιζαν άρπα και κιθάρα. Ο Ασάφ έπαιζε τα κύμβαλα. 6 Οι ιερείς Βεναΐας και Ουζζιήλ έπαιζαν αδιάκοπα σάλπιγγα μπροστά στην κιβωτό της διαθήκης του Θεού.

Ευχαριστήριος ψαλμός του Δαβίδ

7 Εκείνη την ημέρα ο Δαβίδ για πρώτη φορά παρέδωσε στον Ασάφ και στους συναδέλφους του τον ακόλουθο ψαλμό, για να υμνήσει τον Κύριο:

8 Δοξολογήστε τον Κύριο!

Το όνομά του επικαλείσθε·

γνωρίστε στους λαούς τα έργα του!

9 Ψάλτε σαυτόν, και τραγουδήστε του παιάνες,

όλα αναφέροντας τα θαυμαστά του έργα.

10 Να στε περήφανοι για τόνομά του το άγιο!

Όσοι τον Κύριο αναζητούν

ας χαίρεται η καρδιά τους!

11 Τον Κύριο ζητήστε και τη δύναμή του·

γυρεύετε ακατάπαυστα την παρουσία του.

12 Φέρτε στο νου σας τα έργα του τα θαυμαστά,

τα θαύματά του και τις αποφάσεις του,

13 εσείς οι γιοι του Ισραήλ, του δούλου του,

απόγονοι του Ιακώβ, οι εκλεκτοί του.

14 Ο Κύριος, αυτός είνο Θεός μας·

ισχύουν οι αποφάσεις του για ολόκληρη τη γη!

15 Θυμάται στους αιώνες τη διαθήκη του,

τις υποσχέσεις του σε χίλιες γενιές.

16 Ό,τι συμφώνησε με τον Αβραάμ,

και το υποσχέθηκε με όρκο στον Ισαάκ.

17 Το νόμο που κανε για τον Ιακώβ,

για τον Ισραήλ αιώνια διαθήκη,

18 όταν του είπε:

«Τη χώρα σού χαρίζω της Χαναάν,

μερίδιο για ιδιοκτησία σας».

19 Εσείς ήσασταν τότε μετρημένοι,

ελάχιστοι και ξένοι στη χώρα αυτή·

20 πηγαίνατε από έθνος

σάλλο έθνος,

από βασίλειο σάλλον λαό.

21 Μα ο Κύριος δεν άφησε κανένα να τους καταπιέσει

και βασιλιάδες προειδοποίησε για χάρη τους,

22 λέγοντας:

«Μην αγγίξετε τους εκλεκτούς μου

και τους προφήτες μου μην τους βλάψετε».

23 Ψάλτε στον Κύριο ολόκληρη η γη,

κηρύξτε κάθε μέρα τη σωτηρία του!

24 Διακηρύξτε τη δόξα του στους ειδωλολάτρες,

στους λαούς όλους τα έργα του τα θαυμαστά.

25 Μέγας είναι ο Κύριος

κι ύμνος μέγας του πρέπει.

Απόλους τους θεούς ο τρομερότερος.

26 Όλοι οι θεοί των λαών

είναι είδωλα·

αλλά μονάχα ο Κύριος ποίησε τα ουράνια.

27 Τον περιβάλλουν δόξα και μεγαλοπρέπεια·

δύναμη και χαρά γεμάτος ο τόπος όπου βρίσκεται.

28 Προσφέρετε στον Κύριο,

λαοί όλων των χωρών,

προσφέρετε στον Κύριο τη δόξα και τη δύναμη.

29 Προσφέρετε δόξα στον Κύριο·

πάρτε τις προσφορές σας

και φέρτε τις μπροστά του.

Προσκυνήστε τον Κύριο στο μεγαλόπρεπο

αγιαστήριό του.

30 Συγκλονιστείτε όλη η γη μπροστά του·

η οικουμένη αμετακίνητη θα μένει

και δε θα σαλευθεί.

31 Οι ουρανοί ας χαίρονται

κι η γη ας αγαλλιάζει!

Ας λένε ανάμεσα στα έθνη:

«Ο Κύριος βασιλεύει!»

32 Η θάλασσα ας ταράζεται

και ό,τι τη γεμίζει·

ας αλαλάζουν οι αγροί

κι όσα φυτρώνουνε σαυτούς!

33 Τότε είναι που θα χαίρονται τα δέντρα όλα του δάσους

μπροστά στον Κύριο,

γιατί έρχεται να κρίνει τη γη.

34 Δοξολογείτε τον Κύριο,

γιατί είναι καλός

κι αιώνια διαρκεί η αγάπη του.

35 Φωνάξτε του:

«Σώσε μας, Θεέ, σωτήρα μας

και σύναξέ μας,

λευτέρωσέ μας απτα έθνη,

για να δοξολογούμε το άγιο σου το όνομα

και καύχημά μας να χουμε πως σε υμνούμε».

36 Ευλογητός ας είναι ο Κύριος,

ο Θεός του Ισραήλ,

από πάντα και για παντοτινά!

Τότε όλος ο λαός φώναξε: «Αμήν» και ύμνησαν τον Κύριο.

Η οργάνωση της λατρείας στην Ιερουσαλήμ και στη Γαβαών

37 Στη συνέχεια ο Δαβίδ έβαλε μπροστά στην κιβωτό της διαθήκης του Κυρίου τον Ασάφ και τους συναδέλφους του, για να υπηρετούν εκεί αδιάκοπα, σύμφωνα με τις ανάγκες του έργου της κάθε μέρας.

38 Τον Ωβήδ-Εδώμ με εξήντα οχτώ συγγενείς του τους τοποθέτησε θυρωρούς· επίσης και τον Ωβήδ-Εδώμ, γιο του Ιεδουθούν και τον Ωσά.

39 Στον ιερέα Σαδώκ, όμως, και στους ιερείς της οικογένειάς του ανέθεσε την υπηρεσία του αγιαστηρίου του Κυρίου, το οποίο βρισκόταν στον ιερό τόπο της Γαβαών. 40 Εκεί θα έπρεπε να προσφέρουν συνεχώς ολοκαυτώματα στον Κύριο, πάνω στο θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων πρωί και βράδυ, σύμφωνα με τα γραμμένα στο νόμο του Κυρίου, που δόθηκε στο λαό του Ισραήλ. 41 Μαζί μαυτούς, ο Δαβίδ διόρισε τον Αιμάν, τον Ιεδουθούν και όσους άλλους είχε διαλέξει ονομαστικά για να υμνούν τον Κύριο, που αιώνια διαρκεί η αγάπη του. 42 Ο Αιμάν και ο Ιεδουθούν έπαιζαν τις σάλπιγγες, τα κύμβαλα και τα διάφορα άλλα όργανα και συνόδευαν τους ύμνους που ψάλλονταν στο Θεό. Οι γιοι του Ιεδουθούν ήταν θυρωροί.

43 Έπειτα έφυγε ο λαός, καθένας για το σπίτι του. Ο Δαβίδ γύρισε κι αυτός σπίτι του να χαιρετίσει τους δικούς του.

Ordinamento del servizio divino. Cantico

1 Portarono dunque l’arca di Dio e la collocarono in mezzo alla tenda che Davide aveva eretto per essa; e si offrirono olocausti e sacrifici di ringraziamento davanti a Dio. 2 E quando Davide ebbe finito di offrire gli olocausti e i sacrifici di ringraziamento, benedisse il popolo nel nome dell’Eterno; 3 e distribuì a tutti gli Israeliti, uomini e donne, un pane ciascuno, una porzione di carne, e un dolce di uva passa. 4 Poi stabilì davanti all’arca dell’Eterno alcuni fra i Leviti per fare il servizio per ringraziare, lodare e celebrare l’Eterno, l’Iddio d’Israele. 5 Erano: Asaf, il capo; Zaccaria, il secondo dopo di lui; poi Ieiel, Semiramot, Ieiel, Mattitia, Eliab, Benaia, Obed-Edom e Ieiel. Essi suonavano saltèri e cetre, e Asaf suonava i cembali; 6 i sacerdoti Benaia e Iaaziel suonavano sempre la tromba davanti all’arca del patto di Dio. 7 Allora, in quel giorno, Davide diede per la prima volta ad Asaf e ai suoi fratelli l’incarico di cantare le lodi dell’Eterno: 8 "Celebrate l’Eterno, invocate il suo nome; fate conoscere le sue gesta fra i popoli. 9 Cantate a lui, salmeggiate a lui, meditate su tutte le sue meraviglie. 10 Gloriatevi nel suo santo nome; si rallegri il cuore di quelli che cercano l’Eterno! 11 Cercate l’Eterno e la sua forza, cercate sempre il suo volto! 12 Ricordatevi delle meraviglie che egli ha fatto, dei suoi miracoli e dei giudizi della sua bocca, 13 o voi, discendenza d’Israele, suo servitore, figli di Giacobbe, suoi eletti! 14 Egli, l’Eterno, è il nostro Dio; i suoi giudizi si esercitano su tutta la terra. 15 Ricordatevi per sempre del suo patto, della parola da lui data per mille generazioni, 16 del patto che fece con Abraamo, che giurò a Isacco, 17 e che confermò a Giacobbe come uno statuto, a Israele come un patto eterno, 18 dicendo: Io ti darò il paese di Canaan come tua parte di eredità. 19 Non erano che poca gente allora, pochissimi e stranieri nel paese, 20 e andavano da una nazione all’altra, da un regno a un altro popolo. 21 Egli non permise che nessuno li opprimesse; anzi, castigò dei re per amore loro, 22 dicendo: Non toccate i miei unti, e non fate nessun male ai miei profeti. 23 Cantate all’Eterno, abitanti di tutta la terra, annunciate di giorno in giorno la sua salvezza! 24 Raccontate la sua gloria fra le nazioni e le sue meraviglie fra tutti i popoli! 25 Perché l’Eterno è grande e degno di sovrana lode; egli è tremendo sopra tutti gli dèi. 26 Poiché tutti gli dèi dei popoli sono idoli vani, ma l’Eterno ha fatto i cieli. 27 Splendore e maestà stanno davanti a lui, forza e gioia sono nella sua casa. 28 Date all’Eterno, o famiglie dei popoli, date all’Eterno gloria e forza. 29 Date all’Eterno la gloria dovuta al suo nome, portategli offerte e venite alla sua presenza. Prostratevi davanti all’Eterno vestiti di sacri ornamenti, 30 tremate davanti a lui, o abitanti di tutta la terra! Il mondo è stabile e non sarà smosso. 31 Si rallegrino i cieli e gioisca la terra; si dica fra le nazioni: L’Eterno regna. 32 Risuoni il mare e ciò che esso contiene; festeggi la campagna e tutto quello che c’è in essa. 33 Gli alberi delle foreste diano grida di gioia nel cospetto dell’Eterno, poiché egli viene a giudicare la terra. 34 Celebrate l’Eterno, perché egli è buono, perché la sua benignità dura per sempre. 35 E dite: Salvaci, o Dio della nostra salvezza! Raccoglici fra le nazioni e liberaci, affinché celebriamo il tuo santo nome e mettiamo la nostra gloria nel lodarti. 36 Benedetto sia l’Eterno, l’Iddio d’Israele, di eternità in eternità!". E tutto il popolo disse: "Amen!", e lodò l’Eterno. 37 Poi Davide lasciò , davanti all’arca del patto dell’Eterno, Asaf e i suoi fratelli perché fossero sempre di servizio davanti all’arca, secondo i bisogni di ogni giorno. 38 Lasciò Obed-Edom e Cosa e i loro fratelli, in numero di sessantotto: Obed-Edom, figlio di Iedutun, e Cosa, come portieri. 39 Lasciò pure il sacerdote Sadoc e i sacerdoti suoi fratelli davanti al tabernacolo dell’Eterno, sull’alto luogo che era a Gabaon, 40 perché offrissero sempre all’Eterno olocausti, mattina e sera, sull’altare degli olocausti, ed eseguissero tutto quello che sta scritto nella legge data dall’Eterno a Israele. 41 E con essi c’erano Eman, Iedutun, e gli altri che erano stati scelti e designati per nome per lodare l’Eterno, perché la sua benignità dura per sempre. 42 Eman e Iedutun erano con loro, con trombe e cembali per i musicisti, e con degli strumenti per i cantici di lode a Dio. I figli di Iedutun erano addetti alla porta. 43 Tutto il popolo se ne andò, ciascuno a casa sua, e Davide se ne ritornò per benedire la propria casa.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-