1 Γι’ αυτό είπε: «Εδώ θα είναι ο οίκος του Κυρίου του Θεού, κι εδώ θα είναι το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων για τους Ισραηλίτες».
2 Ο Δαβίδ διέταξε να συγκεντρωθούν οι ξένοι που κατοικούσαν στη χώρα του Ισραήλ και όρισε από αυτούς λιθοτόμους, να πελεκίσουν πέτρες για το χτίσιμο του ναού του Θεού. 3 Ετοίμασε ακόμα σίδερο πολύ για να κατασκευάσει τα καρφιά που χρειάζονταν για τα θυρόφυλλα των πυλών και για τις συνδέσεις, και χαλκό, τόσον που δεν μπορούσε να ζυγιστεί. 4 Επίσης ετοίμασε ξύλα κέδρων άφθονα –οι Σιδώνιοι και οι Τύριοι του τα έφερναν άφθονα. 5 «Ο γιος μου, ο ΣολομώνΣολομών. Βλ. υποσ. εις Α΄ Βασ 1:10.», έλεγε, «είναι νέος και άπειρος· και ο ναός που πρόκειται να χτιστεί για τον Κύριο πρέπει να είναι ξακουστός σ’ όλες τις χώρες για το μεγαλείο του και τη λαμπρότητά του. Εγώ λοιπόν θα κάνω τις προετοιμασίες γι’ αυτόν». Έτσι ο Δαβίδ έκανε πολλές προετοιμασίες πριν από το θάνατό του.
6 Κάλεσε το γιο του, το Σολομώντα, και τον διέταξε να χτίσει ναό για τον Κύριο, το Θεό του Ισραήλ. 7 «Γιε μου», του είπε, «εγώ είχα την επιθυμία να χτίσω ναό προς τιμήν του Κυρίου, του Θεού μου. 8 Αλλά ο Κύριος μου είπε: "εσύ έχεις κάνει να χυθεί πολύ αίμα στη διάρκεια των μεγάλων πολέμων που διεξήγαγες. Εξαιτίας, λοιπόν, όλου αυτού του αίματος που έκανες να χυθεί στη γη ενώπιόν μου, δεν θα χτίσεις εσύ ναό στο όνομά μου. 9 Θα αποκτήσεις όμως γιο. Αυτός θα είναι άνθρωπος της ειρήνης και θα τον αφήσω ήσυχο από όλους τους γύρω εχθρούς του. Το όνομά του θα είναι Σολομών και στις μέρες του θα εξασφαλίσω ειρήνη και ησυχία στο λαό του Ισραήλ. 10 Αυτός θα χτίσει ναό στο όνομά μου. Θα είναι γιος μου, κι εγώ θα είμαι πατέρας του, και θα κάνω το θρόνο της βασιλείας του στον Ισραήλ ακλόνητον για πάντα". 11 Και τώρα, γιε μου, ο Κύριος ο Θεός σου ας είναι μαζί σου, ώστε να κατορθώσεις να χτίσεις το ναό του, όπως ο ίδιος το είπε για σένα. 12 Μόνον εύχομαι ο Κύριος, ο Θεός σου, να σου δίνει διάκριση και φρόνηση, ώστε όταν σε τοποθετήσει βασιλιά στον Ισραήλ, να υπακούς στο νόμο του. 13 Τότε μόνο θα προκόψεις, αν προσέχεις να εφαρμόζεις τους νόμους και τα προστάγματα που έδωσε ο Κύριος στο Μωυσή για τους Ισραηλίτες. Να είσαι θαρραλέος και δυνατός. Μη φοβάσαι, μη δειλιάζεις! 14 Και πρόσεξε· εγώ με τη φτώχεια μου συνάθροισα για το ναό του Κυρίου εκατό χιλιάδες τάλαντα χρυσά και ένα εκατομμύριο τάλαντα ασήμι κι επίσης χαλκό και σίδερο ανυπολόγιστο. Ετοίμασα ακόμα ξύλα και πέτρες. Εσύ θα προσθέσεις τα υπόλοιπα. 15 Έχεις πάρα πολλούς εργάτες, λιθοτόμους, χτίστες και μαραγκούς, και κάθε είδους ειδικούς τεχνίτες για κάθε εργασία. 16 Το χρυσάφι, το ασήμι, ο χαλκός και το σίδερο είναι αμέτρητα. Εμπρός, λοιπόν, ξεκίνα το έργο και ο Κύριος ας είναι μαζί σου».
17,18 Ο Δαβίδ διέταξε όλους τους άρχοντες του Ισραήλ να βοηθήσουν το γιο του, το Σολομώντα. «Μήπως δεν είναι μαζί σας ο Κύριος ο Θεός σας;» τους έλεγε. «Δε σας εξασφάλισε ησυχία από παντού; Παρέδωσε στα χέρια μου τους αρχικούς κατοίκους της χώρας και τώρα όλη η χώρα είναι υποταγμένη στον Κύριο και στο λαό του. 19 Εμπρός, λοιπόν, βάλτε όλη σας την καρδιά και την ψυχή σας στην αναζήτηση του Κυρίου, του Θεού σας. Χτίστε το αγιαστήριο του Κυρίου και Θεού, για να φέρουμε την κιβωτό της διαθήκης του και τα ιερά σκεύη του στο ναό που θα χτιστεί στο όνομά του».
1 Davide disse: "Qui sarà la casa di Dio, dell’Eterno, e qui sarà l’altare degli olocausti per Israele".
2 Davide ordinò che si radunassero gli stranieri che erano nel paese d’Israele, e diede incarico a degli scalpellini di lavorare le pietre da taglio per la costruzione della casa di Dio. 3 Davide preparò anche del ferro in abbondanza per i chiodi per i battenti delle porte e per le spranghe; e una quantità di bronzo dal peso incalcolabile 4 e del legno di cedro da non potersi contare; perché i Sidoni e i Tirî avevano portato a Davide del legno di cedro in abbondanza. 5 Davide diceva: "Salomone, mio figlio, è giovane e di tenera età, e la casa che si deve costruire all’Eterno deve essere talmente magnifica da acquistarsi fama e gloria in tutti i paesi; perciò io voglio fare dei preparativi per lui". Così Davide preparò materiale in abbondanza prima di morire. 6 Poi chiamò Salomone, suo figlio, e gli ordinò di costruire una casa all’Eterno, all’Iddio d’Israele. 7 Davide disse a Salomone: "Figlio mio, io stesso avevo in cuore di costruire una casa al nome dell’Eterno, del mio Dio; 8 ma mi fu rivolta la parola dell’Eterno, e mi fu detto: ‘Tu hai sparso molto sangue, e hai fatto grandi guerre; tu non costruirai una casa al mio nome, poiché hai sparso molto sangue sulla terra, davanti a me. 9 Ma ecco, ti nascerà un figlio che sarà uomo di pace, e io gli darò tranquillità, liberandolo da tutti i suoi nemici circostanti. Il suo nome sarà Salomone; e io darò pace e tranquillità a Israele durante la sua vita. 10 Egli costruirà una casa al mio nome; egli sarà figlio per me, e io sarò padre per lui; e renderò stabile il trono del suo regno sopra Israele per sempre’. 11 Ora, figlio mio, l’Eterno sia con te, affinché tu prosperi, e costruisca la casa dell’Eterno, del tuo Dio, secondo quanto egli ha detto di te. 12 Soltanto, l’Eterno ti dia senno e intelligenza, e ti costituisca re d’Israele, per osservare la legge dell’Eterno, del tuo Dio. 13 Allora prospererai, se ti applichi a mettere in pratica le leggi e i precetti che l’Eterno prescrisse a Mosè per Israele. Sii forte e coraggioso; non temere e non ti spaventare. 14 Ora ecco io, con le mie fatiche, ho preparato per la casa dell’Eterno centomila talenti d’oro, un milione di talenti d’argento e una quantità di bronzo e di ferro da non potersi pesare, tanto è abbondante; ho preparato anche del legname e delle pietre; e tu ne potrai aggiungere ancora. 15 Tu hai presso di te degli operai in abbondanza: degli scalpellini, dei muratori, dei falegnami, e ogni sorta di uomini esperti in qualunque specie di lavoro. 16 Quanto all’oro, all’argento, al bronzo, al ferro, ce n’è una quantità incalcolabile. Alzati dunque, mettiti all’opera, e l’Eterno sia con te!". 17 Davide ordinò anche a tutti i capi d’Israele di aiutare Salomone, suo figlio, e disse loro: 18 "L’Eterno, il vostro Dio, non è forse con voi, e non vi ha dato tranquillità da ogni parte? Infatti egli mi ha dato nelle mani gli abitanti del paese, e il paese è sottomesso all’Eterno e al suo popolo. 19 Disponete dunque il vostro cuore e la vostra anima a cercare l’Eterno, che è il vostro Dio; poi alzatevi, e costruite il santuario dell’Eterno Iddio, per trasferire l’arca del patto dell’Eterno e gli utensili consacrati a Dio, nella casa che deve essere costruita al nome dell’Eterno".