Publicidade

1 Crônicas 13

IRB20
Ο Δαβίδ παίρνει την κιβωτό από την Κιριάθ-Ιαρίμ

1 Ο Δαβίδ έκανε συμβούλιο με τους χιλίαρχους, τους εκατόνταρχους και με τους άλλους αρχηγούς. 2 Έπειτα μίλησε σόλη τη συνέλευση του λαού του Ισραήλ: «Αν σας φαίνεται καλό», τους είπε, «κι αν είναι θέλημα Κυρίου του Θεού μας, ας στείλουμε μήνυμα στους συμπατριώτες μας, που κατοικούν σόλη τη χώρα του Ισραήλ, κι επίσης στους ιερείς και στους λευίτες στις πόλεις και στα βοσκοτόπια όπου κατοικούν, για να έρθουν όλοι εδώ μαζί μας. 3 Και να φέρουμε εδώ την κιβωτό του Θεού μας, που την είχαμε παραμελήσει την εποχή του Σαούλ». 4 Η συνέλευση συμφώνησε να γίνει έτσι, γιατί η πρόταση φάνηκε σε όλους σωστή.

5 Έτσι ο Δαβίδ κάλεσε τους Ισραηλίτες απόλη την επικράτεια, από τη Σιχώρ στα σύνορα της Αιγύπτου νότια, ως την είσοδο της Χαμάθ, στο βορρά, για να πάρουν την κιβωτό του Θεού από την Κιριάθ-Ιαρίμ. 6 Έπειτα ο Δαβίδ, μαζί με το λαό ανέβηκε στη Βααλά, δηλαδή στην Κιριάθ-Ιαρίμ, στην περιοχή της φυλής Ιούδα, για να σηκώσουν από κει την κιβωτό που είναι αφιερωμένη στον Κύριο το Θεό, ο οποίος έχει το θρόνο του πάνω στα χερουβίμ.πάνω στα χερουβίμ. Για την προέλευση της φρ. βλ. Εξ 25:22.7 Πήραν την κιβωτό του Θεού, από το σπίτι του Αμιναδάβ όπου βρισκόταν και την ανέβασαν πάνω σε καινούργια άμαξα, που οδηγούσαν ο Ουζζά και ο Αχιώ. 8 Ο Δαβίδ κι όλοι οι Ισραηλίτες χόρευαν μόλη τους τη δύναμη, τραγουδώντας με συνοδεία από κιθάρες, άρπες, τύμπανα, κύμβαλα και σάλπιγγες, για να τιμήσουν το Θεό.

9 Όταν έφτασαν στο αλώνι του Χειδών, ο Ουζζά άπλωσε το χέρι του για να συγκρατήσει την κιβωτό, γιατί τα βόδια την είχαν γείρει. 10 Αμέσως ο Κύριος οργίστηκε εναντίον του Ουζζά και τον τιμώρησε που τόλμησε ναγγίξει την κιβωτό· πέθανε εκεί ενώπιον του Θεού. 11 Όταν είδε ο Δαβίδ ότι ο Κύριος ξέσπασε πάνω στον Ουζζά και τον έπληξε θανάσιμα, λυπήθηκε, κι ονόμασε τη θέση εκείνη Φαρές-Ουζζά (Θάνατος του Ουζζά), όπως λέγεται μέχρι σήμερα.

12 Εκείνη την ημέρα ο Δαβίδ φοβήθηκε το Θεό και είπε: «Πώς είναι δυνατόν τώρα να πάρω μαζί μου την κιβωτό του Θεού;» 13 Έτσι δεν έφερε την κιβωτό στο σπίτι του, στην Πόλη Δαβίδ, αλλά την πήγε στο σπίτι ενός Γαθίτη, του Ωβήδ-Εδώμ. 14 Η κιβωτός του Θεού έμεινε στο σπίτι του Ωβήδ-Εδώμ τρεις μήνες. Κι ο Κύριος ευλόγησε την οικογένεια αυτού του ανθρώπου και όλα όσα είχε.

L’arca posta da Davide nella casa di Obed-Edom

1 Davide tenne consiglio con i capi di migliaia e di centinaia, cioè con tutti i prìncipi del popolo, 2 poi disse a tutta la comunità d’Israele: "Se vi sembra bene, e se l’Eterno, il nostro Dio, lo approva, mandiamo dappertutto a dire ai nostri fratelli che sono rimasti in tutte le regioni d’Israele, e così pure ai sacerdoti e ai Leviti nelle loro città e nelle loro campagne, che si uniscano a noi; 3 e riconduciamo qui da noi l’arca del nostro Dio; poiché non ce ne siamo occupati ai tempi di Saul". 4 E tutta l’assemblea rispose che si facesse così, poiché la cosa sembrò buona agli occhi di tutto il popolo. 5 Davide dunque radunò tutto Israele dal Sicor d’Egitto fino all’ingresso di Camat, per ricondurre l’arca di Dio da Chiriat-Iearim. 6 Davide, con tutto Israele, salì verso Baala, cioè verso Chiriat-Iearim, che appartiene a Giuda, per trasferire di l’arca di Dio, davanti alla quale è invocato il nome dell’Eterno, che siede su di essa fra i cherubini. 7 Posero l’arca di Dio sopra un carro nuovo, portandola via dalla casa di Abinadab; e Uzza e Aio conducevano il carro. 8 Davide e tutto Israele festeggiavano a tutta forza davanti a Dio, cantando e suonando cetre, saltèri, timpani, cembali e trombe. 9 Quando giunsero all’aia di Chidon, Uzza stese la mano per reggere l’arca, perché i buoi la facevano inclinare. 10 L’ira dell’Eterno si accese contro Uzza, e l’Eterno lo colpì per avere steso la mano sull’arca; e Uzza morì davanti a Dio. 11 Davide si rattristò perché l’Eterno aveva fatto una breccia nel popolo, colpendo Uzza; e quel luogo è stato chiamato Perez-Uzza fino a oggi. 12 In quel giorno Davide ebbe paura di Dio e disse: "Come farò a portare a casa mia l’arca di Dio?". 13 Davide non ritirò l’arca presso di , nella città di Davide, ma la fece portare in casa di Obed-Edom di Gat. 14 L’arca di Dio rimase tre mesi dalla famiglia di Obed-Edom, in casa sua; e l’Eterno benedisse la casa di Obed-Edom e tutto quello che gli apparteneva.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-