Publicidade

Deuteronômio 1

IRB20
Ο Μωυσής υπενθυμίζει στους Ισραηλίτες τις υποσχέσεις του Κυρίου

1 Αυτά είναι τα λόγια που είπε ο Μωυσής στους Ισραηλίτες, ενώ ακόμα βρίσκονταν στην έρημο, ανατολικά του Ιορδάνη. Ήταν στην πεδιάδα κοντά στη Σουφ, ανάμεσα στην έρημο Φαράν από τη μια μεριά και στις πόλεις Τόφελ, Λαβάν, Ασηρώθ και Διζαάβ από την άλλη. 2 (Από το όρος Χωρήβ ως την Κάδης-Βαρνή είναι πορεία έντεκα ημερών, περνώντας κανείς από το όρος Σηείρόρος Σηείρ. Άλλη ονομασία για την ορεινή περιοχή των Εδωμιτών (βλ. υποσ. εις Γεν 32:4).). 3 Το τεσσαρακοστό έτος μετά την έξοδο από την Αίγυπτο, την πρώτη του ενδέκατου μήνα, μίλησε ο Μωυσής στους Ισραηλίτες και τους είπε όλα όσα τον είχε διατάξει ο Κύριος σχετικά μαυτούς. 4 Αυτό έγινε αφού είχε νικήσει το Σιχόν, βασιλιά των Αμορραίων, που κατοικούσε στην Εσεβών, και τον Ωγ, βασιλιά της Βασάν, που κατοικούσε στην Ασταρώθ και στην Εδρεΐ. 5 Πέρα, λοιπόν, από τον Ιορδάνη, στη Μωάβ, ο Μωυσής άρχισε να εξηγεί αυτόν το νόμο:

6 Όταν ήμασταν στο όρος Χωρήβ, ο Κύριος ο Θεός μας μάς είπε: «Αρκετά καθίσατε σαυτό το βουνό. 7 Γυρίστε τώρα και πάρτε το δρόμο που οδηγεί στο βουνό των Αμορραίων και σόλη τη γύρω περιοχή στην πεδιάδα, στο βουνό και στην κοιλάδα του Ιορδάνη, στο νότιο μέρος και στην ακτή της θάλασσας, στη χώρα των Χαναναίων και στο Λίβανο ως τον μεγάλο ποταμό, τον Ευφράτη. 8 Βλέπετε, σας παραχωρώ όλη αυτή τη χώρα. Μπείτε και κυριέψτε την. Είναι η χώρα που εγώ, ο Κύριος, την υποσχέθηκα με όρκο να τη δώσω στους προγόνους σας Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, καθώς και στους απογόνους τους μετά απαυτούς».

Ο διορισμός κριτών

9 Εκείνη την εποχή εγώ σας είπα: «Δεν μπορώ να έχω μόνος μου την ευθύνη για όλους εσάς. 10 Ο Κύριος ο Θεός σας σάς πλήθυνε και τώρα είστε πολλοί, όσα ταστέρια του ουρανού· 11 Μακάρι ο Κύριος, ο Θεός των προγόνων σας, να σας κάνει χίλιες φορές περισσότερους και να σας ευλογήσει, όπως σας το υποσχέθηκε. 12 Αλλά πώς να σηκώσω εγώ μόνος μου το βάρος του διακανονισμού των διαφορών σας, των απαιτήσεων και των προστριβών σας; 13 Διαλέξτε, λοιπόν, από κάθε φυλή σας άντρες ικανούς, έμπειρους και δοκιμασμένους, για να τους βάλω αρχηγούς σας».

14 Κι εσείς μου αποκριθήκατε: «Καλό είναι αυτό που μας προτείνεις να κάνουμε».

15 Στους αρχηγούς, λοιπόν, των φυλών σας, οι οποίοι ήταν άντρες ικανοί και έμπειροι, έδωσα εξουσία πάνω σε χίλια, σε εκατό, σε πενήντα και σε δέκα άτομα, και σε άλλους απαυτούς ανέθεσα την επίβλεψη ολόκληρης φυλής. 16 Επίσης, με την ευκαιρία, έδωσα στους δικαστές σας αυτούς ορισμένες οδηγίες: «Νακούτε», τους είπα, «με προσοχή τις υποθέσεις των συμπατριωτών σας και να κρίνετε δίκαια τις διαφορές του καθενός, είτε αυτές είναι μέναν Ισραηλίτη είτε μέναν ξένο. 17 Να μη μεροληπτείτε όταν κρίνετε. Νακούτε με την ίδια προσοχή και τους ασήμαντους και τους σπουδαίους. Μη φοβάστε κανέναν, γιατί η κρίση είναι έργο θεϊκό. Κι αν κάποια περίπτωση είναι πολύ δύσκολη για σας, να τη φέρνετε σεμένα κι εγώ θα βγάζω την απόφαση».

18 Τότε σας έδωσα οδηγίες για όλα όσα έπρεπε να κάνετε.

Αποστολή κατασκόπων στην Κάδης-Βαρνή

19 Έπειτα φύγαμε από το Χωρήβ και διασχίσαμε όλη εκείνη τη μεγάλη και φοβερή έρημο που είδατε, ακολουθώντας το δρόμο προς τα βουνά των Αμορραίων, όπως μας διέταξε ο Κύριος, ο Θεός μας. Έτσι φτάσαμε στην Κάδης-Βαρνή. 20 Τότε σας είπα: «Να που φτάσατε στα βουνά των Αμορραίων, που μας τα δίνει ο Κύριος, ο Θεός μας. 21 Κοιτάξτε! Αυτός σας δίνει τη χώρα που απλώνεται μπροστά σας. Πηγαίνετε και κατακτήστε την, όπως σας είπε ο Κύριος, ο Θεός των προγόνων σας. Μη φοβάστε και μη χάνετε το θάρρος σας!»

22 Τότε ήρθατε όλοι σας και μου είπατε: «Να στείλουμε μερικούς άντρες πριν από μας, για να κατασκοπεύσουν τη χώρα και να μας δώσουν πληροφορίες σχετικά με το δρόμο που πρέπει νακολουθήσουμε και με τις πόλεις που θα συναντήσουμε». 23 Η ιδέα μού φάνηκε καλή και έστειλα από σας δώδεκα άντρες, έναν από κάθε φυλή. 24 Έφυγαν, πέρασαν το βουνό και έφτασαν στην Κοιλάδα ΕσκώλΚοιλάδα Εσκώλ. Βλ. Αρ 13:23 και την αντίστοιχη υποσημείωση. και την εξερεύνησαν. 25 Μάζεψαν και καρπούς από τη χώρα και μας τους έφεραν. Στην αναφορά που μας έδωσαν μας είπαν: «Η χώρα που μας δίνει ο Κύριος, ο Θεός μας, είναι πολύ εύφορη».

26 Εσείς, όμως δεν θελήσατε να προχωρήσετε και αρνηθήκατε να υπακούσετε στη διαταγή του Κυρίου, του Θεού σας. 27 Μέσα στις σκηνές σας δυσανασχετούσατε και λέγατε: «Ο Κύριος μας μισούσε και γιαυτό μας έβγαλε από την Αίγυπτο. Θέλει να μας παραδώσει στην εξουσία των Αμορραίων, για να μας εξοντώσουν. 28 Πού ξεκινάμε να πάμε; Χάσαμε πια το θάρρος μας, μετά απόσα μας είπαν αυτοί που γύρισαν από κει. Μας είπαν ότι ο λαός εκείνος είναι ισχυρότερος και πολυπληθέστερος από μας· ότι οι πόλεις τους είναι μεγάλες και οχυρωμένες, με τείχη που φτάνουν ως τον ουρανό· κι ακόμα ότι είδαν εκεί και τους απογόνους του γίγαντα Ανάκ».

29 Εγώ τότε σας έλεγα: «Μην τρομάζετε και μην τους φοβάστε. 30 Ο Κύριος, ο Θεός σας, πηγαίνει μπροστά από σας κι αυτός θα πολεμήσει για σας, όπως ακριβώς έκανε μπροστά στα μάτια σας στην Αίγυπτο 31 καθώς και στην έρημο. Είδατε πώς σας σήκωσε στα χέρια του, όπως ένας σηκώνει το παιδί του, σόλο το δρόμο που πορευτήκατε, ώσπου να φτάσετε σαυτόν εδώ τον τόπο». 32 Στο ζήτημα εκείνο όμως δε δείξατε εμπιστοσύνη στον Κύριο, το Θεό σας, 33 που πήγαινε μπροστά από σας για να σας βρίσκει τόπο να κατασκηνώνετε. Και για να σας δείχνει το δρόμο που έπρεπε να βαδίζετε προπορευόταν τη νύχτα μέσα σε φωτιά και τη μέρα μέσα στη νεφέλη.

Ο Θεός τιμωρεί τους Ισραηλίτες

34 Ο Κύριος άκουσε τα παράπονά σας, οργίστηκε και υποσχέθηκε με όρκο: 35 «Κανένας από τους ανθρώπους αυτής της κακής γενιάς δεν θα δει την εύφορη γη, που υποσχέθηκα με όρκο να δώσω στους προγόνους σας, 36 εκτός από το Χάλεβ, γιο του Ιεφοννή· αυτός θα τη δει και θα δώσω σαυτόν και στους γιους του, τη χώρα που κατασκόπευσε, γιατί ακολούθησε με απόλυτη πιστότητα εμένα, τον Κύριο».

37 Ακόμα κι εναντίον μου οργίστηκε ο Κύριος, εξαιτίας σας, και μου είπε: «Ούτε εσύ θα μπεις εκεί. 38 Ο υπηρέτης σου, ο Ιησούς γιος του Ναυή, αυτός θα μπει εκεί. Αυτόν να ενθαρρύνεις, γιατί αυτός θα οδηγήσει τους Ισραηλίτες να κατακτήσουν τη χώρα». 39 Έπειτα ο Κύριος απευθύνθηκε σε όλους σας και σας είπε: «Τα μικρά παιδιά σας, όμως, για τα οποία λέγατε ότι θα γίνουν λάφυρα, και οι γιοι σας, που σήμερα δεν μπορούν ακόμη να διακρίνουν ανάμεσα στο καλό και στο κακό, αυτοί θα μπουν εκεί. Σαυτούς θα δώσω τη χώρα για ιδιοκτησία τους. 40 Όσο για σας, γυρίστε πίσω και φύγετε στην έρημο, από τον δρόμο της Ερυθράς Θάλασσας».

41 Εσείς τότε μου αποκριθήκατε σόλα αυτά: «Αμαρτήσαμε στον Κύριο. Αλλά τώρα θα φύγουμε, να πάμε να πολεμήσουμε, σύμφωνα με όλα όσα μας διέταξε ο Κύριος, ο Θεός μας». Ζωστήκατε, λοιπόν, ο καθένας την πολεμική του εξάρτυση και νομίσατε πως ήταν εύκολο να φτάσετε σεκείνη την ορεινή περιοχή.

42 Αλλά ο Κύριος μου είπε: «Πες τους, να μην ξεκινήσουν για πόλεμο, γιατί εγώ δεν θα είμαι μαζί τους. Να μην πάνε πουθενά, για να μην τους νικήσουν οι εχθροί τους». 43 Εγώ σας μετέφερα αυτό το μήνυμα, αλλά εσείς δε δώσατε καμιά σημασία. Αρνηθήκατε να συμμορφωθείτε με τη διαταγή του Κυρίου και με απερισκεψία αποτολμήσατε νανεβείτε να κατακτήσετε την περιοχή. 44 Τότε βγήκαν να σας πολεμήσουν οι Αμορραίοι, που κατοικούσαν σεκείνα τα βουνά· σας νίκησαν στην περιοχή του όρους Σηείρ και σας καταδίωξαν ως τη Χορμά, σαν να σας κυνηγούσαν μέλισσες.

45 Όταν γυρίσατε, κλαφτήκατε στον Κύριο αλλά εκείνος δεν ήθελε νακούσει τίποτε κι ούτε σας έδωσε καθόλου προσοχή. 46 Έτσι μείνατε στην Κάδης, κι ο καιρός που περάσατε εκεί ήταν πολύς.

Primo discorso di Mosè. Egli ricorda agli Israeliti i benefici che Dio ha elargito loro nel deserto

1 Queste sono le parole che Mosè rivolse a Israele di dal Giordano, nel deserto, nella pianura di fronte a Suf, fra Paran, Tofel, Laban, Aserot e Di-Zaab. 2 (Ci sono undici giornate dall’Oreb, per la strada del monte Seir, fino a Cades-Barnea). 3 Il quarantesimo anno, l’undicesimo mese, il primo giorno del mese, Mosè parlò ai figli d’Israele, secondo tutto ciò che l’Eterno gli aveva ordinato di dire loro. 4 Questo avvenne dopo che egli ebbe sconfitto Sicon, re degli Amorei che abitava in Chesbon, e Og, re di Basan che abitava in Astarot e in Edrei. 5 Di dal Giordano, nel paese di Moab, Mosè cominciò a spiegare questa legge, dicendo: 6 "L’Eterno, il nostro Dio, ci parlò in Oreb e ci disse: Voi avete dimorato abbastanza in queste montagne; 7 voltatevi, partite, e andate nella regione montuosa degli Amorei e in tutte le vicinanze, nella pianura, sui monti, nella regione bassa, nel mezzogiorno, sulla costa del mare, nel paese dei Cananei e al Libano, fino al gran fiume, il fiume Eufrate. 8 Ecco, io ho posto il paese davanti a voi; entrate, prendete possesso del paese che l’Eterno giurò di dare ai vostri padri, Abraamo, Isacco e Giacobbe, e alla loro progenie dopo di loro. 9 In quel tempo io vi parlai e vi dissi: Io non posso sostenere da solo il carico del popolo. 10 L’Eterno, il vostro Dio, vi ha moltiplicati, ed ecco che oggi siete numerosi come le stelle del cielo. 11 - L’Eterno, l’Iddio dei vostri padri, vi aumenti anche mille volte di più e vi benedica come vi ha promesso di fare! - 12 Ma come posso io, da solo, portare il vostro carico, il vostro peso e le vostre liti? 13 Prendete nelle vostre tribù degli uomini saggi, intelligenti e conosciuti, e io li stabilirò per voi come capi. 14 E voi mi rispondeste, dicendo: È bene che facciamo ciò che tu proponi. 15 Allora presi i capi delle vostre tribù, uomini saggi e conosciuti, e li stabilii su di voi come capi di migliaia, capi di centinaia, capi di cinquantine, capi di decine, e come ufficiali nelle vostre tribù. 16 E in quel tempo diedi quest’ordine ai vostri giudici: Ascoltate le cause dei vostri fratelli, e giudicate con giustizia le questioni che uno può avere con il fratello o con lo straniero che sta da lui. 17 Nei vostri giudizi non avrete riguardi personali; darete ascolto al piccolo come al grande; non temerete nessun uomo, poiché il giudizio appartiene a Dio; e le cause troppo difficili per voi le porterete a me e io le ascolterò. 18 Così, in quel tempo, io vi ordinai tutte le cose che dovevate fare. 19 Poi partimmo da Oreb e attraversammo tutto quel grande e spaventoso deserto che avete visto, dirigendoci verso la regione montuosa degli Amorei, come l’Eterno, il nostro Dio, ci aveva ordinato di fare, e giungemmo a Cades-Barnea. 20 Allora vi dissi: Siete arrivati alla regione montuosa degli Amorei, che l’Eterno, il nostro Dio, ci . 21 Ecco, l’Eterno, il tuo Dio, ha posto il paese davanti a te; sali, prendine possesso, come l’Eterno, l’Iddio dei tuoi padri, ti ha detto; non temere e non ti spaventare. 22 E voi vi avvicinaste a me tutti quanti, e diceste: Mandiamo degli uomini davanti a noi, che esplorino il paese per noi, e ci riferiscano qualcosa della strada per la quale noi dovremo salire, e delle città alle quali dovremo arrivare. 23 La cosa mi piacque, e presi dodici uomini tra voi, uno per tribù. 24 Quelli si incamminarono, salirono verso i monti, giunsero alla valle di Escol, ed esplorarono il paese. 25 Presero con le loro mani dei frutti del paese, ce li portarono, e ci fecero la loro relazione dicendo: Quello che l’Eterno, il nostro Dio, ci è un buon paese. 26 Ma voi non voleste andare e vi ribellaste all’ordine dell’Eterno, del vostro Dio; 27 mormoraste nelle vostre tende, e diceste: L’Eterno ci odia, per questo ci ha fatti uscire dal paese d’Egitto per darci in mano agli Amorei e per distruggerci. 28 Dove andiamo noi? I nostri fratelli ci hanno fatto affliggere il cuore, dicendo: Quella gente è più grande e più alta di noi; le città sono grandi e fortificate fino al cielo; e abbiamo perfino visto dei figli degli Anachim. 29 E io vi dissi: Non vi spaventate e non abbiate paura di loro. 30 L’Eterno, il vostro Dio, che va davanti a voi, combatterà egli stesso per voi, come ha fatto tante volte sotto gli occhi vostri, in Egitto 31 e nel deserto, dove hai visto come l’Eterno, il tuo Dio, ti ha portato come un uomo porta suo figlio, per tutto il cammino che avete fatto, finché siete arrivati in questo luogo. 32 Nonostante questo non aveste fiducia nell’Eterno, nel vostro Dio, 33 che andava davanti a voi nel cammino per cercarvi un luogo dove piantare le tende: di notte, nel fuoco, per mostrarvi la via per la quale dovevate andare, e, di giorno, nella nuvola. 34 E l’Eterno udì le vostre parole, si adirò gravemente, e giurò dicendo: 35 Certo, nessuno degli uomini di questa malvagia generazione vedrà il buon paese che ho giurato di dare ai vostri padri, 36 salvo Caleb, figlio di Gefunne. Egli lo vedrà; e a lui e ai suoi figli darò la terra che egli ha calcato, perché ha pienamente seguito l’Eterno. 37 L’Eterno si adirò anche contro di me, a causa vostra, e disse: Neanche tu vi entrerai; 38 Giosuè, figlio di Nun, che ti serve, vi entrerà; fortificalo, perché egli metterà Israele in possesso di questo paese. 39 E i vostri fanciulli, dei quali avete detto: "Diventeranno tanta preda!" e i vostri figli, che oggi non conoscono il bene il male, sono quelli che vi entreranno; a loro lo darò, e saranno loro che lo possederanno. 40 Ma voi, tornate indietro e avviatevi verso il deserto, in direzione del Mar Rosso. 41 Allora voi rispondeste, dicendomi: Abbiamo peccato contro l’Eterno; noi saliremo e combatteremo, interamente come l’Eterno, il nostro Dio, ci ha ordinato. E ognuno di voi prese le armi, e vi metteste temerariamente a salire verso i monti. 42 E l’Eterno mi disse: Diloro: Non salite, e non combattete, perché io non sono in mezzo a voi; voi sareste sconfitti davanti ai vostri nemici. 43 Io ve lo dissi, ma voi non mi deste ascolto; anzi foste ribelli all’ordine dell’Eterno, foste presuntuosi, e vi metteste a salire verso i monti. 44 Allora gli Amorei, che abitano quella contrada montuosa, uscirono contro di voi, vi inseguirono come fanno le api, e vi batterono in Seir fino a Corma. 45 E voi tornaste e piangeste davanti all’Eterno; ma l’Eterno non diede ascolto alla vostra voce e non vi porse orecchio. 46 Così rimaneste in Cades molti giorni; sapete bene quanti giorni vi siete rimasti.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-