1,2 Στη συνέχεια ο Μωυσής είπε: «Αν υπακούτε πραγματικά στα λόγια του Κυρίου, του Θεού σας, και προσέχετε να εφαρμόζετε όλες τις εντολές του, που εγώ σας δίνω σήμερα, ο Κύριος, ο Θεός σας θα σας κάνει το πρώτο απ’ όλα τα έθνη της γης, και θα έρθουν πάνω σας ετούτες οι ευλογίες: 3 Ευλογημένος θα ’σαι στην πόλη και στο χωράφι. 4 Ευλογημένος θα ’ναι της κοιλιάς σου ο καρπός, και ο καρπός της γης σου, και ο καρπός των ζωντανών σου, των γελαδιών σου οι γέννες και των προβάτων σου. 5 Ευλογημένο θα ’ναι το καλάθι σου κι ευλογημένη η σκάφη που ζυμώνεις το ψωμί σου. 6 Ευλογημένος θα ’σαι, σ’ ό,τι κι αν κάνεις. 7 Ο Κύριος θα σου παραδώσει τους εχθρούς σου, αυτούς που θα ξεσηκωθούν να σε χτυπήσουν, νικημένους μπροστά σου. Από έναν δρόμο θα έρχονται εναντίον σου, κι από εφτά δρόμους θα φεύγουν από μπρος σου.
8 »Ο Κύριος θα διατάξει την ευλογία να ’ναι μαζί σου στις αποθήκες σου και σ’ ό,τι επιχειρείς, και θα σε ευλογήσει στη χώρα που σου δίνει. 9 Ο Κύριος, ο Θεός σου θα σε αναδείξει σε δικό του λαό, αφιερωμένον σ’ αυτόν, όπως με όρκο σού υποσχέθηκε, αν εκτελείς τις εντολές του και βαδίζεις στο δρόμο του. 10 Τότε θα δουν όλοι οι λαοί της γης, ότι ο Κύριος σε προστατεύει, και θα σε φοβούνται.
11 »Ο Κύριος θα σου δώσει άφθονα τ’ αγαθά, πλούσιο της κοιλιάς σου τον καρπό, και τον καρπό των ζωντανών σου και τον καρπό της γης σου, στη χώρα που ο Κύριος υποσχέθηκε στους προγόνους σου πως θα σου δώσει. 12 Ο Κύριος για χάρη σου θ’ ανοίγει τις δεξαμενές του νερού στον ουρανό, για να δίνει βροχή στη χώρα σου, στον κατάλληλο καιρό και να ευλογεί όλα σου τα έργα. Σε πολλά έθνη θα δανείζεις, ενώ εσύ δεν θα ’χεις ανάγκη να δανείζεσαι. 13 Έτσι ο Κύριος, ο Θεός σου θα σε κάνει αρχηγό και όχι ουραγό. Πάντα θα υπερέχεις και ποτέ δεν θα μειονεκτείς, αν τηρείς τις εντολές του που εγώ σήμερα σου δίνω κι αν φροντίζεις να τις εφαρμόζεις. 14 Να μην ξεφύγετε από καμιά εντολή που εγώ σας δίνω σήμερα, ούτε δεξιά ούτε αριστερά, για να ακολουθήσετε άλλους θεούς και να τους λατρέψετε».
15 «Αν όμως δεν υπακούσετε στον Κύριο, το Θεό σας, και δεν προσέχετε να εφαρμόζετε τις εντολές του και τους νόμους του, που εγώ σας δίνω σήμερα, τότε θα σας βρουν και θα πέσουν πάνω σας όλες ετούτες οι κατάρες: 16 Καταραμένος θα ’σαι στην πόλη και στο χωράφι. 17 Καταραμένο θα ’ναι το καλάθι σου και η σκάφη που ζυμώνεις το ψωμί σου. 18 Καταραμένος της κοιλιάς σου ο καρπός και ο καρπός της γης σου, των γελαδιών σου οι γέννες και των προβάτων σου. 19 Καταραμένος θα ’σαι, σ’ ό,τι κι αν κάνεις. 20 Αν εγκαταλείψεις τον Κύριο πράττοντας το κακό, αυτός θα στείλει πάνω σου την κατάρα, τον τρόμο και τη θλίψη σ’ ό,τι κι αν καταπιάνεσαι· και πολύ γρήγορα θα καταστραφείς τελείως.
21 »Ο Κύριος θα επιτρέψει να σε βρει θανατικό, ωσότου σ’ εξαφανίσει από τη χώρα που πηγαίνεις να την πάρεις ιδιοκτησία σου. 22 Ο Κύριος θα σε χτυπήσει με φθίση, με πυρετό, με ρίγος, με καύσωνα, με ξηρασία, με μαρασμό κι αρρώστια των φυτών. Όλα αυτά θα σε καταδιώκουν ωσότου καταστραφείς. 23 Χαλκός θα είν’ ο ουρανός πάνω από το κεφάλι σου και σίδερο η γη κάτω απ’ τα πόδια σου. 24 Ο Κύριος θα μετατρέψει τη βροχή στη χώρα σου σε σκόνη και σε χώμα. Θα πέφτει πάνω σου απ’ τον ουρανό, ώσπου να εξοντωθείς.
25 »Ο Κύριος θα επιτρέψει να σε νικούν οι εχθροί σου. Από ένα δρόμο θα βαδίζεις εναντίον τους, κι από εφτά δρόμους θα φεύγεις από μπροστά τους. Όλα τα βασίλεια της γης θα φρίττουν όταν θα βλέπουν το κατάντημά σου. 26 Το πτώμα σου θα γίνει τροφή για τ’ αρπαχτικά πουλιά του ουρανού και για τα θηρία της γης· και δε θα υπάρχει ούτ’ ένας να τα διώξει. 27 Ο Κύριος θα σε χτυπήσει με το αιγυπτιακό έλκος, με έκζεμα και ψώρα, αρρώστιες αγιάτρευτες. 28 Ο Κύριος θα σε χτυπήσει με τρέλα, με τύφλωση και με σύγχυση του μυαλού. 29 Μες στο καταμεσήμερο θα βαδίζεις ψηλαφώντας, όπως μες στο σκοτάδι του ο τυφλός. Τίποτε απ’ ό,τι κάνεις δεν θα πετυχαίνει· πάντα θα σε καταπιέζουν και θα σε ληστεύουν και δε θα βρίσκεται κανείς για να σε σώσει.
30 »Θ’ αρραβωνιάζεσαι γυναίκα, κι άλλος μαζί της θα πλαγιάζει. Θα χτίζεις σπίτι, μα δε θα κατοικείς σ’ αυτό. Αμπέλι θα φυτεύεις, μα δε θα το τρυγάς. 31 Το βόδι σου θα το σφάζουν μπροστά σου, αλλά απ’ το κρέας του εσύ δεν θα τρως. Θ’ αρπάζουν το γαϊδούρι σου από μπροστά σου και σε σένα δεν θα ξαναγυρνά. Θα παραδίνονται τα πρόβατά σου στους εχθρούς σου και δε θα υπάρχει ούτε ένας να σου παρασταθεί. 32 Οι γιοι και οι θυγατέρες σου θα παραδίνονται σ’ άλλον λαό· εσύ θα το βλέπεις και τα μάτια σου θα λιώνουν την κάθε μέρα να τους καρτεράς, μα δε θα μπορείς τίποτα να κάνεις. 33 Της γης σου τους καρπούς και τη σοδειά ολόκληρη του κόπου σου, ένας λαός που δεν τον ξέρεις θα τα τρώει· κι εσύ, μονάχα θα καταπιέζεσαι και θα τσακίζεσαι την κάθε μέρα.
34 »Κι από το θέαμα που θα βλέπουνε τα μάτια σου, θα τρελαθείς. 35 Ο Κύριος θα σε χτυπήσει με κακές πληγές στα γόνατα και στους μηρούς, που απ’ αυτές να γιατρευτείς δε θα μπορείς –από των ποδιών σου τις πατούσες ίσαμε της κεφαλής σου την κορφή. 36 Ο Κύριος θα σε παραδώσει, εσένα και το βασιλιά σου που θα ’χεις βάλει για αρχηγό σου, σ’ έναν λαό που ούτ’ εσύ, ούτε οι πρόγονοί σου τον γνωρίζαν, και θα λατρέψεις εκεί άλλους θεούς, φτιαγμένους από ξύλο κι από πέτρα. 37 Θα προκαλείς τη φρίκη, το χλευασμό και τον περίγελο σ’ όλους εκείνους τους λαούς, όπου ο Κύριος θα σε φέρει.
38 »Σπόρο πολύ θα ρίχνεις στο χωράφι, μα λίγο θα μαζεύεις, γιατί η ακρίδα θα τον έχει καταφάει. 39 Αμπέλια θα φυτεύεις και θα τα καλλιεργείς, μα ούτε κρασί θα πίνεις ούτε καν θα τρυγάς, γιατί θα τα ’χει καταφάει το σκουλήκι. 40 Λιόδεντρα θα ’χεις σ’ όλη σου τη χώρα, αλλά δε θα ’χεις λάδι ν’ αλειφτείς, γιατί οι ελιές θα πέφτουν. 41 Γιους θα γεννάς και θυγατέρες, δικά σου όμως δε θα μπορείς να τα ’χεις, γιατί θα τα πηγαίνουν στην αιχμαλωσία. 42 Όλα τα δένδρα σου και τους καρπούς της γης σου, τα σκουλήκια θα τα χαίρονται. 43 Οι ξένοι που θα ζουν ανάμεσά σας θα προοδεύουν πιότερο από σένα, όλο και πιο ψηλά· ενώ εσύ ολοένα και πιο χαμηλά θα πέφτεις. 44 Αυτοί θα σου δανείζουν, εσύ δε θα ’χεις πια να τους δανείσεις. Αυτοί θα είν’ οι αρχηγοί κι εσύ ο ουραγός.
45 »Όλες ετούτες οι κατάρες θα σας βρουν και θα πέσουν πάνω σας, ωσότου αφανιστείτε, αν δεν υπακούσετε τον Κύριο, το Θεό σας, και δεν εφαρμόσετε τις εντολές του και τους νόμους του, εκείνα που σας πρόσταξε. 46 Κι αυτά θα ’ναι παντοτινά σημεία κι αποδείξεις θαυμαστές σ’ εσάς και στους απογόνους σας.
47 »Αν δεν λατρεύσετε τον Κύριο, το Θεό σας, με χαρά και μ’ όλη σας την καρδιά, όταν θα έχετε όλα τ’ αγαθά σας άφθονα, 48 τότε θα γίνετε δούλοι στους εχθρούς σας, που θα τους στείλει ο Κύριος εναντίον σας. Θα πεινάτε, θα διψάτε, θα είστε γυμνοί και θα στερείστε τα πάντα· στον τράχηλό σας θα βάλει σιδερένιο ζυγό, ώσπου να σας εξοντώσει. 49 Ο Κύριος θα ξεσηκώσει εναντίον σας ένα έθνος από μακριά, από της γης την άκρη, που επιτίθεται όπως ο αετός· ένα έθνος, που τη γλώσσα του δεν θα μπορείτε να καταλάβετε. 50 Θα ’ναι ένα έθνος με άγριο πρόσωπο, που δε θα σέβεται τον γέροντα κι ούτε τον νέο θα σπλαχνίζεται. 51 Θα καταφάει τον καρπό των ζωντανών σας και τον καρπό της γης σας, ώσπου ν’ αφανιστείτε· δε θα σας αφήσει ούτε στάρι, ούτε κρασί, ούτε λάδι, ούτε τις γέννες των γελαδιών και των προβάτων σας, ωσότου σας εξαφανίσει. 52 Θα πολιορκήσει όλες σας τις πόλεις, τα ψηλά και δυνατά σας τείχη, μέσα στα οποία νιώθατε ασφαλείς, ώσπου να πέσουν, παντού στη χώρα που θα σας δώσει ο Κύριος, ο Θεός σας. 53 Κι όταν θα σας πολιορκεί ο εχθρός σας και θα στενεύει τον κλοιό του απελπιστικά, τότε εσείς θ’ αναγκαστείτε να φάτε τα ίδια τα παιδιά σας, θα καταβροχθίσετε τις σάρκες των γιων σας και των θυγατέρων σας, που σας έδωσε ο Κύριος, ο Θεός σας. 54 Ο τρυφερότερος και ο πιο ευαίσθητος άνθρωπος ανάμεσά σας θα βλέπει με κακό μάτι τον αδερφό του και την αγαπημένη του γυναίκα και τα υπόλοιπα παιδιά του, που θα ’χουν απομείνει. 55 Σε κανέναν απ’ αυτούς δε θα δίνει από τις σάρκες των παιδιών του· θα τις τρώει όλες αυτός, γιατί τίποτε πια δεν θα του έχει απομείνει στη διάρκεια της πολιορκίας· τόση θα είναι η απόγνωση που θα ’χει φέρει ο εχθρός σας σ’ όλες τις πόλεις σας. 56 Η τρυφερότερη κι η πιο ευαίσθητη γυναίκα ανάμεσά σας, που απ’ την ευαισθησία και τη χλιδή απέφευγε και το πόδι της ακόμα να πατήσει στη γη, τώρα θα βλέπει με κακό μάτι τον αγαπημένο της άντρα, το γιο της και την κόρη της. 57 Θα σκέφτεται να φάει κρυφά το νεογέννητο βρέφος της, ως και τον πλακούντα που θα βγει από την κοιλιά της, γιατί θα στερείται τα πάντα στη διάρκεια της πολιορκίας· τόση θα είναι η απόγνωση που θα έχει φέρει ο εχθρός σας στις πόλεις σας. Βλ. Β΄ Βασ 6:28-29· Θρ 4:10.
58 »Φροντίστε, λοιπόν, να εφαρμόζετε όλα τα λόγια του νόμου, τα γραμμένα σ’ αυτό το βιβλίο, και να σεβόσαστε αυτό το όνομα, το δοξασμένο και φοβερό, τον Κύριο το Θεό σας. 59 Αλλιώς, ο Κύριος θα φέρει σ’ εσάς και στους απογόνους σας φοβερές πληγές, μεγάλες και μακρόχρονες, αρρώστιες βαριές και χρόνιες. 60 Θα φέρει πάνω σας όλα τα πλήγματα που έφερε στους Αιγυπτίους, τα οποία τόσο σας είχαν τρομάξει· δε θα φεύγουν από πάνω σας. 61 Ακόμη ο Κύριος θα φέρει εναντίον σας ασθένειες και πληγές που δεν είναι γραμμένες σ’ αυτό το βιβλίο του νόμου, ώσπου να εξαφανιστείτε. 62 Και θ’ απομείνετε ελάχιστοι, εσείς που ήσασταν τόσοι πολλοί σαν τ’ άστρα του ουρανού, αν δεν υπακούσετε στον Κύριο, το Θεό σας.
63 »Όπως ο Κύριος χαιρόταν να σας κάνει ευτυχισμένους και πολυάριθμους, έτσι τώρα θα χαίρεται να σας καταστρέφει και να σας εξαφανίζει· θα ξεριζωθείτε από τη χώρα που πάτε να πάρετε για ιδιοκτησία σας. 64 Ο Κύριος θα σας διασκορπίσει ανάμεσα σ’ όλους τους λαούς, από τη μια άκρη της γης ως την άλλη· κι εκεί θα λατρέψετε άλλους θεούς, φτιαγμένους από ξύλο κι από πέτρα, που ούτε εσείς τους γνωρίζατε ούτε οι πρόγονοί σας. 65 Αλλά κι ανάμεσα στα έθνη εκείνα δεν θα ησυχάσετε. Τα πόδια σας δεν θα βρίσκουν τόπο ν’ αναπαυτούν· ο Κύριος θα βάλει τον τρόμο στην καρδιά σας, θα κάνει τα μάτια σας να σβήνουν, την ψυχή σας να μαραίνεται. 66 Η ζωή σας θα κρέμεται από μια κλωστή· νύχτα και μέρα θα φοβάστε και θ’ αμφιβάλλετε για την ίδια σας την ύπαρξη. 67 Το πρωί θα εύχεστε να ήταν βράδυ και το βράδυ θα εύχεστε να ήταν πρωί. Τόσος θα είναι ο φόβος που θα πλημμυρίζει την καρδιά σας από το θέαμα που θ’ αντικρύζετε. 68 Ο Κύριος θα σας πάει πάλι με πλοία στην Αίγυπτο· θα πάρετε το δρόμο πίσω για τη χώρα, που σας υποσχέθηκα ότι πια δε θα την ξαναδείτε. Εκεί θα θέλετε να πουληθείτε στους εχθρούς σας σκλάβοι και σκλάβες και δε θα υπάρχει κανείς για να σας αγοράσει».
69 ΑυτάΣε ορισμένες μετ. ο στ. 28:69 αριθμείται ως 29:1. είναι τα λόγια της διαθήκης που σύμφωνα με τη διαταγή του Κυρίου, έκανε ο Μωυσής με τους Ισραηλίτες, στη Μωάβ, εκτός από τη διαθήκη, που είχε κάνει μ’ αυτούς στο όρος Χωρήβ.
1 Ora, se tu ubbidisci diligentemente alla voce dell’Eterno, del tuo Dio, avendo cura di mettere in pratica tutti i suoi comandamenti che oggi ti do, avverrà che l’Eterno, il tuo Dio, ti innalzerà sopra tutte le nazioni della terra; 2 e tutte queste benedizioni verranno su te e si compiranno per te, se darai ascolto alla voce dell’Eterno, del tuo Dio: 3 Sarai benedetto nelle città e sarai benedetto nella campagna. 4 Benedetto sarà il frutto del tuo seno, il frutto del tuo suolo e il frutto del tuo bestiame; benedetti i parti delle tue vacche e delle tue pecore. 5 Benedetti saranno il tuo paniere e la tua madia. 6 Sarai benedetto al tuo entrare e benedetto al tuo uscire. 7 L’Eterno farà sì che i tuoi nemici, quando si alzeranno contro di te, siano sconfitti davanti a te; usciranno contro di te per una strada, e per sette strade fuggiranno davanti a te. 8 L’Eterno ordinerà alla benedizione di essere con te nei tuoi granai e in tutto ciò a cui metterai mano; e ti benedirà nel paese che l’Eterno, il tuo Dio, ti dà. 9 L’Eterno ti stabilirà perché tu sia il suo popolo santo, come ti ha giurato, se osserverai i comandamenti dell’Eterno tuo Dio, e se camminerai nelle sue vie; 10 e tutti i popoli della terra vedranno che tu porti il nome dell’Eterno, e ti temeranno. 11 L’Eterno, il tuo Dio, ti colmerà di beni, moltiplicando il frutto del tuo seno, il frutto del tuo bestiame e il frutto del tuo suolo, nel paese che l’Eterno giurò ai tuoi padri di darti. 12 L’Eterno aprirà per te il suo buon tesoro, il cielo, per dare alla tua terra la pioggia a suo tempo, e per benedire tutta l’opera delle tue mani, e tu presterai a molte nazioni e non prenderai nulla in prestito. 13 L’Eterno ti metterà alla testa e non alla coda, e sarai sempre in alto e mai in basso, se ubbidirai ai comandamenti dell’Eterno, del tuo Dio, i quali oggi ti do perché tu li osservi e li metta in pratica, 14 e se non devierai né a destra né a sinistra da nessuna delle cose che oggi vi comando, per andare dietro ad altri dèi e per servirli.
15 Ma se non ubbidisci alla voce dell’Eterno, del tuo Dio, se non hai cura di mettere in pratica tutti i suoi comandamenti e tutte le sue leggi che oggi ti do, avverrà che tutte queste maledizioni verranno su di te e si compiranno per te: 16 Sarai maledetto nella città e sarai maledetto nella campagna. 17 Maledetti saranno il tuo paniere e la tua madia. 18 Maledetto sarà il frutto delle tue viscere, il frutto del tuo suolo; maledetti i parti delle tue vacche e delle tue pecore. 19 Sarai maledetto al tuo entrare e maledetto al tuo uscire. 20 L’Eterno manderà contro di te la maledizione, lo spavento e la minaccia in ogni cosa a cui metterai mano e che farai, finché tu sia distrutto e tu perisca rapidamente, a causa della malvagità delle tue azioni per la quale mi avrai abbandonato. 21 L’Eterno farà in modo che la peste si attaccherà a te, finché ti abbia consumato nel paese nel quale stai per entrare per prenderne possesso. 22 L’Eterno ti colpirà di consunzione, di febbre, d’infiammazione, di arsura, di aridità, di carbonchio e di ruggine, che ti perseguiteranno finché tu sia perito. 23 Il tuo cielo sarà di bronzo sopra il tuo capo, e la terra sotto di te sarà di ferro. 24 L’Eterno manderà sul tuo paese, invece di pioggia, sabbia e polvere, che cadranno su di te dal cielo, finché tu sia distrutto. 25 L’Eterno farà in modo che sarai messo in rotta davanti ai tuoi nemici; uscirai contro a loro per una strada e per sette strade fuggirai davanti a loro, e nessuno dei regni della terra ti darà riposo. 26 I tuoi cadaveri saranno pasto di tutti gli uccelli del cielo e delle bestie della terra, che nessuno scaccerà. 27 L’Eterno ti colpirà con l’ulcera d’Egitto, con emorroidi, con la rogna e con la tigna, da cui non potrai guarire. 28 L’Eterno ti colpirà di follia, di cecità e di smarrimento di cuore; 29 e andrai brancolando in pieno giorno, come il cieco brancola nel buio; non prospererai nelle tue vie, sarai sempre oppresso e spogliato, e non ci sarà nessuno che ti soccorra. 30 Ti fidanzerai con una donna, e un altro si giacerà con lei; costruirai una casa, ma non la abiterai; pianterai una vigna e non ne godrai il frutto. 31 Il tuo bue sarà ammazzato sotto i tuoi occhi, e tu non ne mangerai; il tuo asino sarà portato via in tua presenza e non ti sarà reso; le tue pecore saranno date ai tuoi nemici, e non ci sarà chi ti soccorra. 32 I tuoi figli e le tue figlie saranno dati in balìa di un altro popolo: i tuoi occhi lo vedranno e si consumeranno del continuo rimpianto per loro, e la tua mano sarà senza forza. 33 Un popolo, che tu non avrai conosciuto, mangerà il frutto della tua terra e di tutta la tua fatica, e sarai sempre oppresso e schiacciato. 34 E sarai fuori di te per le cose che vedrai con i tuoi occhi. 35 L’Eterno ti colpirà sulle ginocchia e sulle cosce con un’ulcera maligna, dalla quale non potrai guarire; ti colpirà dalle piante dei piedi alla sommità del capo. 36 L’Eterno farà andare te e il tuo re che avrai costituito sopra di te, verso una nazione che né tu né i padri tuoi avrete conosciuto; e lì servirai dèi stranieri, il legno e la pietra; 37 e diventerai oggetto di stupore, di proverbio e la favola di tutti i popoli fra i quali l’Eterno ti avrà condotto. 38 Porterai molta semenza al campo e raccoglierai poco, perché la locusta la divorerà. 39 Pianterai vigne, le coltiverai, ma non berrai vino né coglierai uva, perché il verme le roderà. 40 Avrai degli ulivi in tutto il tuo territorio ma non ti ungerai di olio, perché i tuoi ulivi perderanno il loro frutto. 41 Genererai figli e figlie, ma non saranno tuoi, perché andranno in schiavitù. 42 Tutti i tuoi alberi e il frutto del tuo suolo saranno preda alla locusta. 43 Lo straniero che sarà in mezzo a te salirà sempre più in alto sopra di te, e tu scenderai sempre più in basso. 44 Egli presterà a te, e tu non presterai a lui; egli sarà alla testa, e tu in coda. 45 Tutte queste maledizioni verranno su te, ti perseguiteranno e ti raggiungeranno, finché tu sia distrutto, perché non avrai ubbidito alla voce dell’Eterno, del tuo Dio, osservando i comandamenti e le leggi che egli ti ha dato. 46 Esse saranno per te e per la tua progenie come un segno e come un prodigio, per sempre. 47 E perché non avrai servito l’Eterno, il tuo Dio, con gioia e di buon cuore in mezzo all’abbondanza di ogni cosa, 48 servirai i tuoi nemici che l’Eterno manderà contro di te, in mezzo alla fame, alla sete, alla nudità e alla mancanza di ogni cosa; ed essi ti metteranno un giogo di ferro sul collo, finché ti abbiano distrutto. 49 L’Eterno farà muovere contro di te, da lontano, dalle estremità della terra, una nazione, pari all’aquila che vola: una nazione della quale non comprenderai la lingua, 50 una nazione dall’aspetto minaccioso, che non avrà riguardo al vecchio e non avrà pietà del fanciullo; 51 che mangerà il frutto del tuo bestiame e il frutto del tuo suolo, finché tu sia distrutto, e non ti lascerà residuo né di frumento, né di mosto, né di olio, né parti delle tue vacche e delle tue pecore, finché ti abbia fatto perire. 52 E ti assedierà in tutte le tue città, finché in tutto il tuo paese cadano le alte e forti mura nelle quali avrai riposto la tua fiducia. Ti assedierà in tutte le tue città, in tutto il paese che l’Eterno, il tuo Dio, ti avrà dato. 53 E durante l’assedio e nell’angoscia alla quale ti ridurrà il tuo nemico, mangerai il frutto delle tue viscere, le carni dei tuoi figli e delle tue figlie, che l’Eterno, il tuo Dio, ti avrà dato. 54 L’uomo più delicato e più tenero tra voi guarderà con occhio malvagio suo fratello, la donna che riposa sul suo seno, i figli che ancora gli rimangono, 55 non volendo dare a nessuno di essi della carne dei suoi figli della quale si ciberà, perché non gli sarà rimasto nulla in mezzo all’assedio e all’angoscia alla quale i nemici ti avranno ridotto in tutte le tue città. 56 La donna più delicata e più tenera tra voi, che per tenerezza e delicatezza non si sarebbe azzardata a posare la pianta del piede a terra, guarderà con occhio malvagio il marito che riposa sul suo seno, suo figlio e sua figlia, 57 per non dare loro nulla della placenta uscita dal suo seno e dei figli che metterà al mondo, perché, mancando di tutto, se ne ciberà di nascosto, in mezzo all’assedio e alla povertà alla quale i nemici ti avranno ridotto in tutte le tue città. 58 Se non hai cura di mettere in pratica tutte le parole di questa legge, scritte in questo libro, se non temi questo nome glorioso e tremendo dell’Eterno, del tuo Dio, 59 l’Eterno renderà straordinarie le piaghe con le quali colpirà te e la tua progenie: piaghe grandi e persistenti e malattie maligne e persistenti, 60 e farà tornare su te tutte le malattie d’Egitto, davanti alle quali tu tremavi, e si attaccheranno a te. 61 E anche le molte malattie e le molte piaghe non menzionate nel libro di questa legge, l’Eterno le farà venire su di te, finché tu sia distrutto. 62 Voi rimarrete soltanto in pochi, dopo essere stati numerosi come le stelle del cielo, perché non avrete ubbidito alla voce dell’Eterno, che è il vostro Dio. 63 E avverrà che come l’Eterno prendeva piacere a farvi del bene e moltiplicarvi, così l’Eterno prenderà piacere a farvi perire e a distruggervi; e sarete strappati dal paese del quale andate a prendere possesso. 64 L’Eterno ti disperderà fra tutti i popoli, da un’estremità della terra sino all’altra; e là servirai ad altri dèi, che né tu né i tuoi padri avete mai conosciuto: al legno e alla pietra. 65 E fra quelle nazioni non avrai riposo, e non ci sarà luogo di riposo per la pianta dei tuoi piedi; ma l’Eterno là ti darà un cuore tremante, degli occhi che si spegneranno e un’anima languente. 66 La tua vita ti starà davanti come sospesa; tremerai notte e giorno e non sarai sicuro della tua esistenza. 67 La mattina dirai: ‘Fosse sera!’, e la sera dirai: ‘Fosse mattina!’, a causa dello spavento di cui avrai pieno il cuore, e a causa delle cose che vedrai con i tuoi occhi. 68 E l’Eterno ti farà tornare in Egitto su delle navi, per la via della quale ti avevo detto: ‘Non la rivedrai mai più!’. E là sarete offerti in vendita ai vostri nemici come schiavi e come schiave, e mancherà il compratore!". 69 Queste sono le parole del patto che l’Eterno comandò a Mosè di stabilire con i figli d’Israele nel paese di Moab, oltre il patto che aveva stabilito con essi a Oreb.