Publicidade

Deuteronômio 32

IRB20

1 Ακούστε, ουρανοί, που θα μιλήσω·

κι άκουσε γη, τα λόγια που θα πω.

2 Ας στάξει σαν βροχή η διδασκαλία μου

κι ο λόγος μου, ας σταλάξει σαν δροσιά,

καθώς πάνω στη χλόη το ψιλόβροχο

και σαν ψιχάλα πάνω στο χορτάρι.

3 Θα διαλαλήσω του Κυρίου τόνομα,

το μεγαλείο υμνήστε του Θεού μας.

4 Γιατί είναι βράχος, τέλεια τα έργα του·

οι δρόμοι του όλοι με δικαιοσύνη.

Θεός πιστός και δίχως αδικία,

Θεός ευθύς και δίκαιος.

5 Μα σεις πράξατε το κακό,

μες στη βρωμιά βουτήξατε,Το πρώτο τμήμα του στ. στα εβρ. είναι ασαφές.

δεν είστε πια παιδιά του.

Γενιά της διαστροφής και της ψευτιάς!

6 Είναυτός τρόπος για να φέρεσαι στον Κύριο,

λαέ ανόητε, άμυαλε;

Αυτός δεν είναι ο πατέρας σου, που σεξαγόρασε;

Αυτός δεν είναι που σε δημιούργησε,

που σέκανε λαό;

7 Τις μέρες τις παλιές θυμήσου,

σκέψου το πέρασμα των χρόνων

από γενιά σάλλη γενιά.

Ρώτησε τον πατέρα σου, και θα στο μάθει,

τους πρεσβυτέρους σου και θα στο πουν.

8 Όταν έδινε ο Ύψιστος στο κάθε έθνος τη χώρα του,

όταν χώριζε τους ανθρώπους,

των λαών τα σύνορα τα όρισε,

ανάλογα με τους αγγέλους τους.με τους αγγέλους τους, το πιθανό κείμενο (βλ. Δαν 10:20-21). Το εβρ. έχει κατά λ. «τους Ισραηλίτες».

9 Αλλά μερίδιο κράτησε δικό του, το λαό τού Ισραήλ,

και πήρε αυτός στην προστασία του

του Ιακώβ τους απογόνους.

10 Βρήκε ο Κύριος τον Ισραήλ στην έρημο

μες στης ερμιάς τη φρίκη

και στων θεριών τα ουρλιαχτά.

Τον φρόντισε, τον παιδαγώγησε,

και τον εφύλαξε καθώς την κόρη των ματιών του.

11 Σαν τον αετό, που προστατεύει τη φωλιά του,

πετάει πάνω απτα μικρά του

και τα μαθαίνει να πετούν,

τις φτερούγες του απλώνει, τα παίρνει,

και τα σηκώνει σταπλωμένα του φτερά.

12 Μόνος ο Κύριος το λαό του οδήγησε,

κανένας δεν τον βοήθησε ξένος θεός.

13 Τον εγκατέστησε στης χώρας τα ψηλώματα,

τον έθρεψε με τα γεννήματα του αγρού.

Του δωσε μέλι να ρουφήξει από τα βράχια

και λάδι από λιόδεντρα που φύτρωσαν

στις πέτρες τις σκληρές.

14 Βούτυρο του δωσε αγελαδινό

και γάλα πρόβειο,

κρέας από αρνιά κι από κριάρια,

θρέμματα της Βασάν,

κι από τραγιά·

αλεύρι από το στάρι το καλύτερο,

κρασί από των σταφυλιών το αίμα.

15 Και πλούτισε ο Ισραήλ

κι άρχισε να κλωτσάει·

πάχυνε, χόντρυνε, έγινε θρεφτάρι,

και εγκατέλειψε το Θεό, τον πλάστη του

και καταφρόνεσε το Βράχο

που σωτηρία τού δίνει.

16 Προκάλεσαν τη ζηλοτυπία του

λατρεύοντας ξένους θεούς,

τον ερεθίσανε με βδελυρές λατρείες.

17 Θυσίασαν στους δαίμονες, που δεν είναι θεοί,

σε θεούς, που δεν γνώρισαν,

καινούριους, νιοφερμένους,

που δεν είχαν γιαυτούς

οι πρόγονοί τους κανένα σεβασμό.

18 Το Βράχο που σε γέννησε, Ισραήλ, τον παραμέλησες

και λησμόνησες το Θεό, τον πλαστουργό σου.

19 Ο Κύριος το είδε και οργίστηκε

κι απόρριψε τις κόρες και τους γιους του.

20 Και είπε: «Θα τους αποστραφώ

να δω τι θαπογίνουν.

Γιατί αυτοί είναι γενιά διεστραμμένη,

παιδιά, χωρίς καθόλου πίστη μέσα τους.

21 Προκάλεσαν τη ζηλοτυπία μου

λατρεύοντας ανύπαρκτους θεούς,

μεξόργισαν με τα είδωλά τους.

Αλλά κι εγώ θα προκαλέσω τη ζηλοτυπία τους

μεκείνους που δεν είναληθινός λαός,

με ένα έθνος ανόητο θα διεγείρω την οργή τους.

22 Ναι, ο θυμός μου άρπαξε φωτιά

και καίει ίσαμε τα βάθη του άδη,

και κατατρώει τη γη με τους καρπούς της

και λιώνει τα θεμέλια των βουνών.

23 »Θα επισωρεύσω συμφορές επάνω τους,

κι ενάντια τους τα βέλη μου θαδειάσω.

24 Θα εξαντληθούν από την πείνα και θα λιώσουν

από τον πυρετό κι από φαρμακερό κεντρί·

τα δόντια άγριων θηρίων θα τους στείλω,

και το δηλητήριο των ερπετών της γης.

25 Έξω το ξίφος θα θερίζει

και μέσα ο τρόμος

τους νέους και τις νέες θα σκοτώνει,

τα βρέφη και τους γέροντες.

26 »Θα τους διασκόρπιζα,

τελείως θα τους εξαφάνιζα,

κανένας να μην τους θυμάται πια,

27 αν δεν φοβόμουν των εχθρών την πρόκληση·

μήπως οι εχθροί τους το παρεξηγήσουν

μήπως και πουν: "με τη δική μας δύναμη νικήσαμε,

δεν είναι ο Κύριος που έπραξε όλα ετούτα".

28 Αυτοί είναι λαός ανόητος,

και η σοφία ολότελα τους λείπει.

29 Λίγη φρόνηση να χαν, θα καταλάβαιναν·

θα συλλογίζονταν τι έμελλε να πάθουν:

30 Πώς θα μπορούσε ένας να καταδιώξει χίλιους

και δυο να τρέψουν σε φυγή δέκα χιλιάδες,

αν δεν τους είχε ο Βράχος τους πουλήσει

αν δεν τους είχε εγκαταλείψει ο Κύριος;

31 Γιατί ο βράχος των εχθρών μας

δεν είναι σαν το Βράχο μας,

κι αυτό μπορούνε να το κρίνουνε κι οι ίδιοι ακόμα.

32 Αλλά το κλήμα τους είναπό τη ρίζα των Σοδόμων

κι απτων Γομόρρων τους αγρούς τα σταφύλια τους,

σταφύλια δηλητηριώδη και πικρά.

33 Και το κρασί τους, δηλητήριο ερπετών,

φοβερό έχιδνας φαρμάκι.

34 Αυτό είναι που εγώ, ο Κύριος,

ενάντιά τους το φυλάω

και το χω σφραγισμένο στις αποθήκες μου.

35 Σεμένα ανήκει η εκδίκηση κι η ανταπόδοση

τη μέρα που θα τρικλίζουνε τα πόδια τους.

Κοντά είνη μέρα που αυτοί θαφανιστούν

κι ό,τι τους περιμένει δεν θαργήσει».

36 Αλήθεια, ο Κύριος θα δικαιώσει το λαό του,

όταν θα δει πως χάθηκε η δύναμή τους

και δεν υπάρχει πια, ούτε δούλος ούτελεύθερος.

Θαλλάξει γνώμη για χάρη των δούλων του.

37 Τότε ο Κύριος θα πει: «Πού είναι οι θεοί τους;

ο βράχος, που σαυτόν κατέφευγαν;

38 Αυτοί οι θεοί που τρώγανε το πάχος των θυσιών τους

και πίναντων σπονδών τους το κρασί;

Ας σηκωθούνε να σας βοηθήσουν,

να σας σκεπάσουν με την προστασία τους!

39 Δείτε, τώρα, ότι εγώ, εγώ μονάχα είμαι,

και δεν υπάρχει εκτός από μένα άλλος θεός.

Εγώ θανατώνω κι εγώ δίνω ζωή,

εγώ πληγώνω κι εγώ θεραπεύω

και δεν μπορεί κανείς να ελευθερώσει κάποιον από τα χέρια μου.

40 Στον ουρανό το χέρι μου σηκώνω

και ορκίζομαι:

"όπως είναλήθεια ότι υπάρχω αιώνια,

41 έτσι είναλήθεια

πως θακονίσω ταστραφτερό μου το σπαθί

και θα αρχίσω ναποδίδω δικαιοσύνη·

τότε θα πάρω εκδίκηση απτους εχθρούς μου,

θα κάνω ανταπόδοση σαυτούς που με μισούν".

42 Τα βέλη μου θα τα μεθύσω με αίμα

και το σπαθί μου θα κατατρώει κορμιά,

αίμα των πληγωμένων και των αιχμαλώτων,

κεφάλια των αρχηγών του εχθρού».

43 Έθνη, δοξάστε του Κυρίου το λαό!

Ο Κύριος εκδικιέται το αίμα των δούλων του·

παίρνει εκδίκηση απτους εχθρούς του

και του λαού του τη χώρα θα καθαρίσει.

44,45 Ο Μωυσής, έχοντας μαζί του και τον Ιησού, γιο του Ναυή, ήρθε και απήγγειλε σε όλο το λαό του Ισραήλ αυτό το τραγούδι. Όταν τελείωσε, 46 τους είπε: «Βάλτε τα στην καρδιά σας όλα αυτά τα λόγια του νόμου, που εγώ σας είπα σήμερα. Να τα μεταδώσετε στα παιδιά σας ως εντολές, για να φροντίζουν να τα εφαρμόζουν. 47 Αυτά για σας δεν είναι λόγια αδειανά, αλλά είναι η ίδια σας η ζωή. Χάρη στα λόγια αυτά θα ζήσετε πολλά χρόνια στη χώρα που θα πάρετε ιδιοκτησία σας, αφού περάσετε τον Ιορδάνη».

Επιτρέπεται στο Μωυσή να δει τη Χαναάν

48 Ο Κύριος μίλησε στο Μωυσή την ίδια εκείνη μέρα και του είπε· 49 «Γύρισε να πας στην οροσειρά Αβαρίμ, που βρίσκεται στη Μωάβ, απέναντι από την Ιεριχώ· ανέβα στην κορυφή του όρους Νεβώ και κοίταξε τη Χαναάν, τη χώρα που δίνω στους Ισραηλίτες για ιδιοκτησία τους. 50 Θα πεθάνεις πάνω σεκείνο στο βουνό και θα πας μαζί με τους προγόνους σου, όπως πέθανε κι ο αδερφός σου Ααρών στο όρος Ωρ, και πήγε μαζί με τους προγόνους του. 51 Εσύ κι ο Ααρών απιστήσατε σεμένα και δεν προβάλατε την αγιότητά μου στα μάτια των Ισραηλιτών, όταν βρισκόσασταν στα νερά της Μεριβά στην Κάδης, στην έρημο Σιν. 52 Γιαυτό λοιπόν, θα δεις από μακριά τη χώρα που δίνω στους Ισραηλίτες, αλλά δεν θα μπεις σαυτήν».

Cantico di Mosè

1 "Porgete orecchio, o cieli, e io parlerò, e ascolti la terra le parole della mia bocca. 2 Si spanda il mio insegnamento come la pioggia, stilli la mia parola come la rugiada, come la pioggerella sopra la verdura, e come un acquazzone sopra l’erba, 3 poiché io proclamerò il nome dell’Eterno. Magnificate il nostro Iddio! 4 Quanto alla Rocca, l’opera sua è perfetta, poiché tutte le sue vie sono giustizia. È un Dio fedele e senza ingiustizia; egli è giusto e retto. 5 Ma essi si sono comportati male verso di lui; non sono suoi figli, loro è l’infamia, razza contorta e perversa. 6 È questa la ricompensa che date all’Eterno, o popolo insensato e privo di saggezza? Non è il padre tuo che ti ha acquistato? non è egli colui che ti ha fatto e ti ha stabilito? 7 Ricordati dei giorni antichi, considera gli anni delle età passate, interroga tuo padre, ed egli te lo farà conoscere, i tuoi vecchi, ed essi te lo diranno. 8 Quando l’Altissimo diede alle nazioni la loro eredità, quando separò i figli degli uomini, egli fissò i confini dei popoli, tenendo conto del numero dei figli d’Israele. 9 Poiché la parte dell’Eterno è il suo popolo, Giacobbe è la porzione della sua eredità. 10 Egli lo trovò in una terra deserta, in una solitudine piena di urla e di desolazione. Egli lo circondò, ne prese cura, lo custodì come la pupilla dell’occhio suo. 11 Simile all’aquila che desta la sua nidiata, si libra in volo sopra i suoi piccini, spiega le sue ali, li prende e li porta sulle penne, 12 l’Eterno solo lo ha condotto, e nessun dio straniero era con lui. 13 Egli l’ha fatto passare a cavallo sulle alture della terra, e Israele ha mangiato il prodotto dei campi; gli ha fatto succhiare il miele che esce dalla rupe, l’olio che esce dalle rocce più dure, 14 la crema delle vacche e il latte delle pecore. Gli ha dato il grasso degli agnelli, dei montoni di Basan e dei capri, con il fior di farina del frumento; e tu hai bevuto il vino generoso, il sangue dell’uva. 15 Ma Iesurun si è fatto grasso e ha ricalcitrato, si è fatto grasso, grosso e pingue! ha abbandonato l’Iddio che lo ha fatto, e ha disprezzato la Rocca della sua salvezza. 16 Essi lo hanno fatto ingelosire con divinità straniere, lo hanno irritato con abominazioni. 17 Hanno sacrificato a demòni che non sono Dio, a dèi che non avevano conosciuto, dèi nuovi, apparsi di recente, davanti ai quali i vostri padri non avevano tremato. 18 Hai abbandonato la Rocca che ti diede la vita, e hai dimenticato l’Iddio che ti mise al mondo. 19 E l’Eterno l’ha visto, e ha ripudiato i suoi figli e le sue figlie che lo avevano irritato; 20 e ha detto: Io nasconderò loro la mia faccia,e starò a vedere quale sarà la loro fine; poiché sono una razza quanto mai perversa, figli in cui non c’è fedeltà. 21 Essi mi hanno fatto ingelosire con ciò che non è Dio, mi hanno irritato con i loro idoli vani; e io li farò ingelosire con gente che non è un popolo, li irriterò con una nazione stolta. 22 Poiché un fuoco si è acceso, nella mia ira, e divamperà fino in fondo al soggiorno dei morti; divorerà la terra e i suoi prodotti, e infiammerà le fondamenta delle montagne. 23 Io accumulerò su loro dei mali, esaurirò contro di loro tutte le mie frecce. 24 Essi saranno consumati dalla fame, divorati dalla febbre, dalla pestilenza mortale; manderò contro di loro le zanne delle belve, e il veleno delle bestie che strisciano nella polvere. 25 Di fuori la spada e di dentro il terrore spargeranno il lutto, mietendo giovani e fanciulle, lattanti e uomini canuti. 26 Io direi: Li spazzerò via di un soffio, farò sparire la loro memoria fra gli uomini, 27 se non temessi gli insulti del nemico e che i loro avversari, illudendosi, fossero indotti a dire: È stata la nostra potente mano e non l’Eterno, che ha fatto tutto questo!. 28 Poiché è una nazione che ha perso il senno, e non c’è in essi nessuna intelligenza. 29 Se fossero saggi, lo capirebbero, considererebbero la fine che li aspetta. 30 Come potrebbe uno solo inseguirne mille, e due metterne in fuga diecimila, se la loro Rocca non li avesse venduti, se l’Eterno non li avesse dati in mano al nemico? 31 Poiché la loro rocca non è come la nostra Rocca; i nostri stessi nemici ne sono giudici; 32 ma la loro vigna viene dalla vigna di Sodoma e dalle campagne di Gomorra; la loro uva è avvelenata, i loro grappoli, amari; 33 il loro vino è tossico di serpenti, un crudele veleno di aspidi. 34 Tutto questo non è tenuto in serbo presso di me, sigillato nei miei tesori? 35 A me la vendetta e la retribuzione, quando il loro piede vacillerà!. Poiché il giorno della loro calamità è vicino, e ciò che per loro è preparato si affretta a venire. 36 , l’Eterno giudicherà il suo popolo, ma avrà pietà dei suoi servi quando vedrà che la forza è sparita, e che non rimane più tra loro schiavo libero. 37 Allora egli dirà: Dove sono i loro dèi, la rocca nella quale confidavano, 38 gli dèi che mangiavano il grasso dei loro sacrifici e bevevano il vino delle loro libazioni? Si alzino essi a soccorrervi, a coprirvi della loro protezione! 39 Ora vedete che io solo sono Dio, e che non c’è altro dio accanto a me. Io faccio morire e faccio vivere, ferisco e risano, e non c’è chi possa liberare dalla mia mano. 40 , io alzo la mia mano al cielo, e dico: Com’è vero che io vivo in eterno, 41 quando affilerò la mia folgorante spada e metterò mano a giudicare, farò vendetta dei miei nemici e darò ciò che si meritano a quelli che mi odiano. 42 Inebrierò di sangue le mie frecce, del sangue degli uccisi e dei prigionieri, la mia spada divorerà la carne, le teste dei condottieri nemici. 43 Nazioni, cantate le lodi del suo popolo! poiché l’Eterno vendica il sangue dei suoi servi, fa ricadere la sua vendetta sopra i suoi avversari, ma si mostra propizio alla sua terra, al suo popolo". 44 E Mosè venne con Giosuè, figlio di Nun, e pronunciò in presenza del popolo tutte le parole di questo cantico. 45 E quando Mosè ebbe finito di pronunciare tutte queste parole davanti a tutto Israele, disse loro: 46 "Prendete a cuore tutte le parole con le quali testimonio oggi contro di voi. Le prescriverete ai vostri figli, affinché abbiano cura di mettere in pratica tutte le parole di questa legge. 47 Poiché questa non è una parola senza valore per voi: anzi, è la vostra vita; e per questa parola prolungherete i vostri giorni nel paese del quale andate a prendere possesso, passando il Giordano". 48 E, in quello stesso giorno, l’Eterno parlò a Mosè, dicendo: 49 "Sali su questo monte di Abarim, sul monte Nebo, che è nel paese di Moab, di fronte a Gerico, e guarda il paese di Canaan, che io do in possesso ai figli d’Israele. 50 Tu morirai sul monte sul quale stai per salire e sarai riunito al tuo popolo, come tuo fratello Aaronne è morto sul monte Or ed è stato riunito al suo popolo, 51 perché commetteste un’infedeltà contro di me in mezzo ai figli d’Israele, alle acque di Meriba a Cades, nel deserto di Sin, e perché non mi santificaste in mezzo ai figli d’Israele. 52 Tu vedrai il paese davanti a te, ma , nel paese che io do ai figli d’Israele, non entrerai".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-