1 Αν στη χώρα που σας δίνει ο Κύριος ο Θεός σας για ιδιοκτησία βρεθεί έξω στα χωράφια κάποιος σκοτωμένος, χωρίς να είναι γνωστό ποιος τον σκότωσε, 2 τότε θα βγουν οι πρεσβύτεροί σας και οι δικαστές σας και θα μετρήσουν την απόσταση των πόλεων που είναι γύρω από τον τόπο όπου βρέθηκε ο σκοτωμένος. 3 Όταν καθοριστεί η πλησιέστερη πόλη, τότε οι πρεσβύτεροι της πόλης εκείνης θα πάρουν ένα δαμάλι που δεν έχει ποτέ χρησιμοποιηθεί για εργασία κάτω από ζυγό· 4 θα το κατεβάσουν σ’ έναν χείμαρρο που έχει τρεχούμενο νερό, σ’ έναν τόπο που δεν έχει ποτέ οργωθεί ούτε σπαρθεί, κι εκεί πλάι στο χείμαρρο θα του σπάσουν το σβέρκο.
5 Επίσης θα πάνε εκεί οι ιερείς, οι απόγονοι του Λευί, που ο Κύριος, ο Θεός σας, τους έχει επιλέξει να τον υπηρετούν, και να απαγγέλλουν την ευλογία στο όνομά του. Αυτοί είναι που αποφασίζουν για κάθε φιλονικία και κάθε πράξη βίας. 6 Τότε όλοι οι πρεσβύτεροι της πόλης εκείνης, της πλησιέστερης στον σκοτωμένο, θα πλύνουν τα χέρια τους πάνω από το δαμάλι που του έσπασαν το σβέρκο πλάι στο χείμαρρο, 7 και θα δηλώσουν δημόσια: «Δεν κάναμε εμείς αυτό το φόνο ούτε είδαμε τι έγινε. 8 Συγχώρησε, Κύριε, το λαό σου, τον Ισραήλ, που τον λύτρωσες. Μην καταλογίσεις σ’ αυτόν την ευθύνη για το θάνατο ενός αθώου».
Έτσι θα συγχωρηθούν για το φόνο. 9 Κι εσείς, εκτελώντας ό,τι ευχαριστεί τον Κύριο, θα αποσείσετε από πάνω σας την ευθύνη γι’ αυτό το θάνατο.
10 Όταν κάνετε πόλεμο με τους εχθρούς σας και ο Κύριος, ο Θεός σας, τους παραδώσει στην εξουσία σας και πιάσετε αιχμαλώτους, 11 αν κάποιος από σας δει ανάμεσά τους μια ωραία γυναίκα και την ερωτευθεί και θελήσει να την πάρει γυναίκα του, 12 μπορεί να τη φέρει στο σπίτι του. Η γυναίκα θα ξυρίσει το κεφάλι της, θα κόψει τα νύχια της, 13 και θα βγάλει τα φορέματα της αιχμαλωσίας από πάνω της·Η γυναίκα...πάνω της. Πρόκειται για τρεις πράξεις με τις οποίες μια αιχμάλωτη έδειχνε ότι διέκοπτε κάθε σχέση με το παρελθόν και άρχιζε μια νέα ζωή, εντασσόμενη πλέον στο λαό Ισραήλ. θα μείνει στο σπίτι και θα κλάψει τον πατέρα της και τη μάνα της για ένα μήνα· τότε μόνο ο άντρας μπορεί να την πλησιάσει και να την κάνει γυναίκα του.
14 Αν αργότερα δεν του αρέσει πια η γυναίκα, μπορεί να την αφήσει ελεύθερη· πάντως απαγορεύεται να την πουλήσει ή να την μεταχειριστεί σαν δούλη, αφού την υποχρέωσε να γίνει γυναίκα του.
15 Ίσως κάποιος έχει δύο γυναίκες και αγαπάει τη μια περισσότερο από την άλλη. Αν του γεννήσουν και οι δύο γιους κι ο πρωτότοκος γιος δεν προέρχεται από την ευνοούμενη σύζυγο, 16 ο πατέρας, όταν θελήσει να μοιράσει την περιουσία του στους γιους του, δεν δικαιούται να δώσει στο γιο της ευνοούμενης συζύγου τα δικαιώματα του πρωτοτόκου εις βάρος του άλλου γιου, του πραγματικού πρωτοτόκου. 17 Είναι υποχρεωμένος ν’ αναγνωρίσει ως πρωτότοκο, το γιο της μη ευνοουμένης, δίνοντάς του διπλάσιο μερίδιο απ’ όλα του τα υπάρχοντα. Γιατί αυτός είναι στην πραγματικότητα ο πρώτος καρπός της γεννητικής του δύναμης· σ’ αυτόν ανήκουν τα δικαιώματα του πρωτοτόκου.
18 Ίσως κάποιος έχει έναν γιο κακό και δύστροπο, που δεν ακούει τους γονείς του, παρ’ όλες τις τιμωρίες που του επιβάλλουν. 19 Τότε ο πατέρας και η μάνα θα πάρουν το γιο τους και θα τον φέρουν στους πρεσβυτέρους, στην πύλη της πόλης τους, 20 και θα τους πουν: «Αυτός ο γιος μας είναι δύστροπος και πεισματάρης, άσωτος και μέθυσος· ποτέ δεν μας ακούει». 21 Τότε όλοι οι άντρες της πόλης θα τον πάρουν και θα τον θανατώσουν με λιθοβολισμό. Έτσι θα εξαλείψετε το κακό από ανάμεσά σας, και όλος ο λαός του Ισραήλ θ’ ακούσει και θα φοβηθεί.
22 Αν κάποιος διαπράξει ένα αμάρτημα που τιμωρείται με θάνατο και καταδικαστεί γι’ αυτό, και τον κρεμάσουν σε ξύλο, 23 το σώμα του δεν πρέπει να μείνει κρεμασμένο όλη τη νύχτα. Πρέπει οπωσδήποτε να το θάψετε την ίδια μέρα, για να μη μολύνετε τη χώρα που σας δίνει ο Κύριος, ο Θεός σας για ιδιοκτησία. Όποιος κρεμιέται είναι καταραμένος από το Θεό.
1 Quando nella terra di cui l’Eterno, il tuo Dio, ti dà il possesso si troverà un uomo ucciso, disteso in un campo, senza che si sappia chi l’abbia ucciso, 2 i tuoi anziani e i tuoi giudici usciranno e misureranno la distanza fra l’ucciso e le città dei dintorni. 3 Poi gli anziani della città più vicina all’ucciso prenderanno una giovenca, che non abbia ancora lavorato né portato il giogo; 4 e gli anziani di quella città faranno scendere la giovenca presso un corso d’acqua corrente in un luogo dove non si lavora e non si semina, e là spezzeranno il collo alla giovenca nel torrente. 5 E i sacerdoti figli di Levi, si avvicineranno; poiché l’Eterno, il tuo Dio, li ha scelti per servirlo e per dare la benedizione nel nome dell’Eterno, e la loro parola deve decidere ogni controversia e ogni caso di lesione. 6 Allora tutti gli anziani di quella città che sono più vicini all’ucciso, si laveranno le mani sulla giovenca a cui si sarà spezzato il collo nel torrente; 7 e, prendendo la parola, diranno: ‘Le nostre mani non hanno sparso questo sangue, e i nostri occhi non lo hanno visto spargere. 8 O Eterno, perdona al tuo popolo Israele che tu hai riscattato, e non ritenere responsabile il tuo popolo Israele del sangue innocente’. E quel sangue sparso sarà loro perdonato. 9 Così tu toglierai via di mezzo a te il sangue innocente, perché avrai fatto ciò che è giusto agli occhi dell’Eterno.
10 Quando andrai alla guerra contro i tuoi nemici e l’Eterno, il tuo Dio, te li avrà dati nelle mani e tu avrai fatto dei prigionieri, 11 se vedrai tra i prigionieri una donna bella di aspetto, e ti affezionerai e vorrai prenderla per moglie, la condurrai in casa tua; 12 lei si raderà il capo, si taglierà le unghie, 13 si toglierà il vestito che portava quando fu presa, abiterà in casa tua, e piangerà suo padre e sua madre per un mese intero; poi entrerai da lei, e tu sarai suo marito, e lei tua moglie. 14 E se avverrà che non ti piace più, la lascerai andare dove vorrà; ma non la potrai in nessun modo vendere per denaro né trattare da schiava, poiché l’hai umiliata.
15 Quando un uomo avrà due mogli, l’una amata e l’altra odiata, e tanto l’amata quanto l’odiata gli danno dei figli, se il primogenito è figlio dell’odiata, 16 nel giorno che egli dividerà tra i suoi figli i beni che possiede, non potrà fare primogenito il figlio dell’amata, anteponendolo al figlio dell’odiata, che è il primogenito; 17 ma riconoscerà come primogenito il figlio dell’odiata, dandogli una parte doppia di tutto quello che possiede; poiché egli è la primizia del suo vigore e a lui appartiene il diritto di primogenitura.
18 Quando un uomo avrà un figlio caparbio e ribelle che non ubbidisce alla voce né di suo padre né di sua madre e, benché lo abbiano castigato, non dà loro retta, 19 suo padre e sua madre lo prenderanno e lo condurranno dagli anziani della sua città, alla porta del luogo dove abita, 20 e diranno agli anziani della sua città: ‘Questo nostro figlio è caparbio e ribelle; non vuole ubbidire alla nostra voce, è un ghiottone e un ubriacone’; 21 e tutti gli uomini della sua città lo lapideranno, così che muoia; così toglierai via di mezzo a te il male, e tutto Israele lo saprà e temerà.
22 E quando uno avrà commesso un delitto degno di morte, e tu lo avrai fatto morire impiccandolo a un albero, 23 il suo cadavere non dovrà rimanere tutta la notte sull’albero, ma lo seppellirai senza indugio lo stesso giorno; perché colui che è appeso è maledetto da Dio, e tu non contaminerai la terra che l’Eterno, il tuo Dio, ti dà come eredità.