Publicidade

Baruch 4

KJV
Ο νόμος του Θεού περιέχει όλη τη σοφία

1 Αυτό είναι το βιβλίο των εντολών του Θεού, ο νόμος που θα ισχύει για πάντα. Όλοι όσοι τηρούν το βιβλίο αυτό, θα ζήσουν, κι όσοι το εγκαταλείπουν θα πεθάνουν. 2 Μετανοήστε, απόγονοι του Ιακώβ, ενστερνισθείτε το βιβλίο, βαδίστε στο φως του. 3 Μη παραχωρήσετε τα ένδοξα πλεονεκτήματά σας σε άλλους, τα προνόμιά σας σε ξένο έθνος. 4 Ισραηλίτες, είμαστε ευτυχισμένοι γιατί γνωρίζουμε τι ευαρεστεί το Θεό.

Η χήρα Ιερουσαλήμ θρηνεί για την τύχη των παιδιών της

5 Πάρε θάρρος, λαέ μου, εσείς που κρατάτε ζωντανό το όνομα του λαού Ισραήλ! 6 Πουληθήκατε στα έθνη και υποδουλωθήκατε στους εχθρούς σας όχι για να εξαφανιστείτε, αλλά επειδή εξοργίσατε το Θεό. 7 Εξοργίσατε το δημιουργό σας, γιατί θυσιάσατε στα δαιμόνια και όχι στο Θεό. 8 Λησμονήσατε τον αιώνιο Θεό, που ήταν ο τροφός σας, και λυπήσατε την Ιερουσαλήμ, που σας ανέθρεψε. 9 Η Ιερουσαλήμ είδε την οργή του Θεού, που ξέσπασε πάνω σας και είπε: «Ακούστε γειτονικοί λαοί της Σιών: Ο Θεός προκάλεσε σεμένα μεγάλο πένθος. 10 Είδα την αιχμαλωσία των γιων μου και των θυγατέρων μου, στην οποία τους οδήγησε ο Αιώνιος. 11 Τους ανάθρεψα με χαρά αλλά τους έκλαψα και τους πένθησα όταν μου τους πήραν μακριά. 12 Κανένας ας μη χαίρεται μεμένα· έμεινα χήρα και πολλοί μεγκατέλειψαν· απόμεινα ερημωμένη για τις αμαρτίες των παιδιών μου, που εγκατέλειψαν το νόμο του Θεού. 13 Δεν ενδιαφέρθηκαν για τα προστάγματά του· δεν ακολούθησαν το δρόμο των εντολών του· δε δέχτηκαν να διαπαιδαγωγηθούν με τη σωστή του καθοδήγηση.

14 »Ελάτε όλοι οι γειτονικοί λαοί της Σιών και θυμηθείτε την αιχμαλωσία των γιων μου και των θυγατέρων μου, στην οποία τους οδήγησε ο αιώνιος Θεός. 15 Έφερε εναντίον τους ένα έθνος από μακριά, έθνος αδιάντροπο που μιλάει άλλη γλώσσα· αυτοί δεν ντράπηκαν τους γέροντες ούτε σπλαχνίστηκαν τα παιδιά. 16 Αιχμαλώτισαν τους αγαπημένους μου γιους ενώ ήμουνα χήρα και με ερήμωσαν από τις θυγατέρες μου αφήνοντάς με μόνη.

17 »Εγώ όμως, παιδιά μου, πώς μπορώ να σας βοηθήσω; 18 Αυτός που σας προξένησε τούτες τις συμφορές, θα σας απαλλάξει από την εξουσία των εχθρών σας. 19 Πηγαίνετε στο καλό, παιδιά μου, πηγαίνετε. Τώρα πια εγώ απόμεινα έρημη. 20 Έβγαλα τη γιορτινή στολή μου και ντύθηκα στα πένθιμα. Την υπόλοιπη ζωή μου θα την περάσω κράζοντας στον αιώνιο Θεό».

Η χήρα Ιερουσαλήμ ενθαρρύνει τα παιδιά της

21 «Πάρτε θάρρος, παιδιά μου, επικαλεσθείτε με δυνατές κραυγές το Θεό και θα σας απαλλάξει από την καταδυνάστευση των εχθρών σας. 22 Εγώ στήριξα την ελπίδα μου για τη σωτηρία σας στον Αιώνιο κι αυτός, ο Άγιος Θεός, μού δωσε αυτή τη χαρά: Ξέρω πως πολύ σύντομα ο αιώνιος σωτήρας σας θα σας δείξει το έλεός του. 23 Εγώ σας έκλαψα και σας πένθησα· ο Θεός, όμως, θα σας φέρει πίσω σεμένα και θα μου δώσει αιώνια ευφροσύνη και χαρά. 24 Όπως ακριβώς τώρα οι γειτονικοί της Σιών λαοί έχουν δει την αιχμαλωσία σας, έτσι σύντομα θα δουν τη σωτηρία από τον αιώνιο Θεό σας, η οποία θα έρθει σεσάς με μεγάλη δόξα και παντοτινή λαμπρότητα. 25 Παιδιά μου, κάντε υπομονή για τις συμφορές που σας έστειλε ο Θεός με την οργή του· σας καταδίωξε ο εχθρός σας αλλά θα δείτε γρήγορα την καταστροφή του και θα τον εξουσιάσετε. 26 Καλομαθημένα μου παιδιά, περάσατε από μεγάλες δυσκολίες· συρθήκατε σαν κοπάδι που το άρπαξαν οι εχθροί. 27 Πάρτε θάρρος, όμως, παιδιά μου κι επικαλεσθείτε με δυνατή φωνή το Θεό. Σας τιμώρησε αλλά δε θα σας ξεχάσει. 28 Όπως, λοιπόν, κάποτε αποφασίσατε να απομακρυνθείτε από το Θεό, τώρα δεκαπλασιάστε την επιθυμία σας να τον αναζητήσετε και να γυρίσετε σαυτόν. 29 Γιατί αυτός που σας έστειλε τις συμφορές, ο ίδιος θα σας φέρει και την αιώνια χαρά μαζί με τη σωτηρία σας».

Αναγγέλλεται στη χήρα Ιερουσαλήμ η αλλαγή της κατάστασής της

30 Πάρε θάρρος, Ιερουσαλήμ! Θα σε παρηγορήσει αυτός που σου δωσε το όνομά σου. 31 Δυστυχία να έρθει σαυτούς που σε κακομεταχειρίστηκαν και χάρηκαν με την πτώση σου. 32 Δυστυχία στις πόλεις που τα παιδιά σου τα υποδούλωσαν· κι ιδιαίτερα η πόλη εκείνη που τα δέχτηκε αιχμαλώτους. 33 Όπως ακριβώς χάρηκε αυτή για την πτώση σου και ευχαριστήθηκε όταν είδε το πτώμα σου, έτσι τώρα θα λυπηθεί και για τη δική της ερήμωση. 34 Θα χάσει τη χαρά του πολύβουου πλήθους της και η περηφάνια της θα μετατραπεί σε πένθος. 35 Γιατί θα έρθει εναντίον της φωτιά από τον αιώνιο Θεό για πολύν καιρό· και τον περισσότερο καιρό δαιμόνια θα κατοικούν σαυτήν.

36 Στρέψε το βλέμμα σου εκεί που ο ήλιος ανατέλλει, Ιερουσαλήμ, και δες τη χαρά που έρχεται σεσένα από το Θεό. 37 Κοίτα! Επιστρέφουν οι γιοι σου που τους είχες στείλει στην αιχμαλωσία· συγκεντρώθηκαν από ανατολή και δύση κι επιστρέφουν με την εντολή του Αγίου· χαίρονται για τη δόξα του Θεού.

1 This is the book of the commandments of God, and the law that endureth for ever: all they that keep it shall come to life; but such as leave it shall die.

2 Turn thee, O Jacob, and take hold of it: walk in the presence of the light thereof, that thou mayest be illuminated.

3 Give not thine honour to another, nor the things that are profitable unto thee to a strange nation.

4 O Israel, happy are we: for things that are pleasing to God are made known unto us.

5 Be of good cheer, my people, the memorial of Israel.

6 Ye were sold to the nations, not for your destruction: but because ye moved God to wrath, ye were delivered unto the enemies.

7 For ye provoked him that made you by sacrificing unto devils, and not to God.

8 Ye have forgotten the everlasting God, that brought you up; and ye have grieved Jerusalem, that nursed you.

9 For when she saw the wrath of God coming upon you, she said, Hearken, O ye that dwell about Sion: God hath brought upon me great mourning;

10 For I saw the captivity of my sons and daughters, which the Everlasting brought upon them.

11 With joy did I nourish them; but sent them away with weeping and mourning.

12 Let no man rejoice over me, a widow, and forsaken of many, who for the sins of my children am left desolate; because they departed from the law of God.

13 They knew not his statutes, nor walked in the ways of his commandments, nor trod in the paths of discipline in his righteousness.

14 Let them that dwell about Sion come, and remember ye the captivity of my sons and daughters, which the Everlasting hath brought upon them.

15 For he hath brought a nation upon them from far, a shameless nation, and of a strange language, who neither reverenced old man, nor pitied child.

16 These have carried away the dear beloved children of the widow, and left her that was alone desolate without daughters.

17 But what can I help you?

18 For he that brought these plagues upon you will deliver you from the hands of your enemies.

19 Go your way, O my children, go your way: for I am left desolate.

20 I have put off the clothing of peace, and put upon me the sackcloth of my prayer: I will cry unto the Everlasting in my days.

21 Be of good cheer, O my children, cry unto the Lord, and he will deliver you from the power and hand of the enemies.

22 For my hope is in the Everlasting, that he will save you; and joy is come unto me from the Holy One, because of the mercy which shall soon come unto you from the Everlasting our Saviour.

23 For I sent you out with mourning and weeping: but God will give you to me again with joy and gladness for ever.

24 Like as now the neighbours of Sion have seen your captivity: so shall they see shortly your salvation from our God which shall come upon you with great glory, and brightness of the Everlasting.

25 My children, suffer patiently the wrath that is come upon you from God: for thine enemy hath persecuted thee; but shortly thou shalt see his destruction, and shalt tread upon his neck.

26 My delicate ones have gone rough ways, and were taken away as a flock caught of the enemies.

27 Be of good comfort, O my children, and cry unto God: for ye shall be remembered of him that brought these things upon you.

28 For as it was your mind to go astray from God: so, being returned, seek him ten times more.

29 For he that hath brought these plagues upon you shall bring you everlasting joy with your salvation.

30 Take a good heart, O Jerusalem: for he that gave thee that name will comfort thee.

31 Miserable are they that afflicted thee, and rejoiced at thy fall.

32 Miserable are the cities which thy children served: miserable is she that received thy sons.

33 For as she rejoiced at thy ruin, and was glad of thy fall: so shall she be grieved for her own desolation.

34 For I will take away the rejoicing of her great multitude, and her pride shall be turned into mourning.

35 For fire shall come upon her from the Everlasting, long to endure; and she shall be inhabited of devils for a great time.

36 O Jerusalem, look about thee toward the east, and behold the joy that cometh unto thee from God.

37 Lo, thy sons come, whom thou sentest away, they come gathered together from the east to the west by the word of the Holy One, rejoicing in the glory of God.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Baruch
Ver todos os capítulos de Baruch
Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-